Η τέχνη των δρόμων #2

Συνεχίζεται η υπαίθρια τέχνη του ”διακοσμώ” τις δυνάμεις καταστολής και καταπίεσης, αυτήν την φορά περφόρμερς από χώρα της Λατινικής Αμερικής. (Χιλή νομίζω…)

BrjtfoVCIAAYabW

We don't like Samba

nosamba

Η περιγραφή του ντοκυμαντέρ βρέθηκε   εδώ

Ένα ντοκιμαντέρ για τις εξεγέρσεις και τους κοινωνικούς αγώνες στην Βραζιλία, λίγο πριν την έναρξη του Μουντιάλ του 2014, από την ομάδα Cis-Berlin

Μέχρι πρόσφατα, η Βραζιλία ήταν ένας διάττοντας αστέρας των χωρών του BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα).
Αλλά μετά από μια δεκαετία οικονομικής ανάπτυξης, τα κοινωνικά θεμέλια άρχισαν να καταρρέουν.

Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να δουν ένα καλύτερο μέλλον στην χρηματοπιστωτική άνθηση των περασμένων ετών.

Ένα χρόνο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο και τρία χρόνια πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήρθε η μεγάλη έκρηξη.
Το μεγαλύτερο μαζικό κίνημα των τελευταίων δεκαετιών, αναδύθηκε μετά από την αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων των δημόσιων μεταφορών τον Ιούνιο του 2013.

Εμπνεόμενοι από αυτή την εξέγερση, οι κοινωνικοί αγώνες εξαπλώνονται πλέον σαν φωτιά:

εργαζόμενοι κατεβαίνουν σε άγριες απεργίες, νέες γυναίκες κινητοποιούνται ενάντια στην επίσκεψη του πάπα, άνθρωποι αντιστέκονται ενάντια στα σχέδια αστικοποίησης και ανάπτυξης.

Και σε πολλές φαβέλες,η αντίσταση ενάντια στην στρατιωτικοποίηση και τους εκτοπισμούς βρίσκεται σε άνοδο.

«Δεν είμαστε χορευτές samba» λέει ο απεργός εργάτης αποκομιδής απορριμμάτων, γνωστός ώς «Garis» σε μία συνέντευξη.

«Είμαστε εξεγερμένοι». Αυτός και άλλοι εξεγερμένοι αφηγούνται τις ιστορίες τους σε αυτό το ντοκιμαντέρ: «Δεν μας αρέσει η Σάμπα».

Πόλεις κι Εξεγέρσεις – Eric J. Hobsbawm

twitter1Αναδημοσίευση απο το πρακτορείο rioters

Οτιδήποτε άλλο κι αν είναι μια πόλη, είναι την ίδια στιγμή ο τόπος που κατοικεί ένας συγκεντρωμένος πληθυσμός φτωχών ανθρώπων, και στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χώρος μιας πολιτικής εξουσίας που επηρεάζει τις ζωές τους. Ιστορικά, ένα από τα πράγματα που οι πληθυσμοί των πόλεων έκαναν γι’ αυτό, ήταν να διαδηλώνουν, να κάνουν ταραχές ή εξεγέρσεις, ή να εξασκούν εν πάσει περιπτώσει μια άμεση πίεση στις αρχές που συμβαίνει να δρουν στην εμβέλειά τους. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους μιας πόλης εάν η εξουσιαστική αρχή της πόλης είναι τοπική, ή αν σε άλλες περιπτώσεις είναι ευρύτερη, εθνική, ή ακόμα και παγκόσμια. Ωστόσο, κάτι που επηρεάζει τους υπολογισμούς τόσο των αρχών όσο και των πολιτικών κινημάτων που θέλουν ν’ ανατρέψουν καθεστώτα, είναι εάν οι πόλεις είναι πρωτεύουσες (ή -κάτι που έχει ανάλογη σημασία- ανεξάρτητες πόλεις-κράτη), ή έδρες γιγαντιαίων εθνικών ή πολυεθνικών οργανισμών, καθώς εάν είναι, οι αστικές ταραχές κι εξεγέρσεις μπορούν να πάρουν πολύ πιο δυναμική τροπή απ’ ότι αν η αρχή της πόλης είναι απλά τοπική.

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι το πώς η δομή των πόλεων έχει επηρεάσει λαϊκά κινήματα αυτού του είδους, και αντιστρόφως, τί επίδραση είχε ο φόβος τέτοιων κινημάτων στην αστική πολεοδομία. Το πρώτο σημείο είναι πολύ πιο γενικό από το δεύτερο. Λαϊκές ταραχές, εξεγέρσεις και διαδηλώσεις, είναι ένα σχεδόν παγκόσμιο φαινόμενο των πόλεων, κι όπως ξέρουμε τώρα, συμβαίνει πλέον ακόμα και στις πιο ευημερούσες μητροπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου. Από την άλλη, ο φόβος τέτοιων επεισοδίων είναι αδιάλειπτος. Μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος, ως αναμφίβολη παράμετρος της ύπαρξης των πόλεων, με την μορφή που είχε στις περισσότερες προ-βιομηχανικές πόλεις, ή με την μορφή των αναταραχών που ξεσπούν περιοδικά και σβήνουν χωρίς να παράγουν κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα στη δομή της εξουσίας. Μπορεί να υποτιμηθεί, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ταραχές ή εξεγέρσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ή επειδή παρέχονται θεσμικές εναλλακτικές σ’ αυτές, όπως οι μηχανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι εκλογές. Υπάρχουν άλλωστε, πλέον, ελάχιστες διαρκώς ταραχώδεις πόλεις. Ακόμα και το Παλέρμο, που πιθανώς κατέχει το πανευρωπαϊκό ρεκόρ με 12 εξεγέρσεις μεταξύ του 1512 και του 1866, μετρά μακροχρόνιες περιόδους που ο πληθυσμός του έμεινε σχετικά ήσυχος. Απ’ την άλλη, απ’ τη στιγμή που οι αρχές θα πάρουν απόφαση να μεταβάλλουν την πολεοδομική δομή λόγω της πολιτικής νευρικότητας, τα αποτελέσματα είναι πιο πιθανό να είναι αισθητά και μακροχρόνια, όπως οι λεωφόροι του Παρισιού.

Η αποτελεσματικότητα της ταραχής ή της εξέγερσης εξαρτάται από τρεις όψεις του πολεοδομικού σχεδιασμού: πόσο εύκολα μπορούν να κινητοποιηθούν οι φτωχοί, πόσο ευάλωττα απέναντί τους είναι τα κέντρα εξουσίας, και πόσο εύκολα μπορούν να κατασταλλούν. Αυτές καθορίζονται εν μέρει από κοινωνιολογικούς, πολεοδομικούς και τεχνολογικούς παράγοντες, ωστόσο οι τρεις αυτοί δεν είναι πάντοτε διακριτοί. Για παράδειγμα, η εμπειρία δείχνει ότι μεταξύ των μορφών των αστικών συγκοινωνιών, τα τραμ, τόσο στην Καλκούττα όσο και στη Βαρκελώνη, είναι εξαιρετικά βολικά για τους εξεγερμένους. Εν μέρει λόγω μιας αύξησης των τιμών των εισητηρίων, που τείνει να επιρρεάζει ταυτόχρονα όλους τους φτωχούς, αποτελούν έναν πολύ φυσικό καταλύτη της αναταραχής, εν μέρει επειδή αυτά τα μεγάλα και προσδεδεμένα στην τροχιά τους οχήματα, όταν καούν ή αναποδογυριστούν, μπορούν να μπλοκάρουν έναν δρόμο και να διαταράξουν την κυκλοφορία πολύ εύκολα. Τα λεωφορία δε φαίνεται να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις ταραχές, ενώ οι υπόγειοι συρμοί φαίνεται να είναι ολοκληρωτικά άσχετοι (εκτός απ’ την μεταφορά των εξεγερμένων), τα αυτοκίνητα απ’ την μεριά τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κάλλιστα ως αυτοσχέδια εμπόδια ή οδοφράγματα, ωστόσο, κρίνοντας απ’ τις πρόσφατες εμπειρίες του Παρισιού, χωρίς μεγάλη αποτελεσματικότητα. Εδώ η διαφορά είναι καθαρά τεχνολογική.

Έπειτα, τα πανεπιστήμια στο κέντρο μιας πόλης είναι προφανώς πιο επικίνδυνα ως επίκεντρα πιθανών ταραχών απ’ ότι τα πανεπιστήμια στα περίχωρα ή πίσω από κάποια ζώνη πρασίνου, κάτι που είναι γνωστό στις περισσότερες λατιναμερικάνικες κυβερνήσεις. Οι συγκεντρώσεις των φτωχών είναι πιο επικίνδυνες όταν βρίσκονται μέσα ή δίπλα στο κέντρο των πόλεων, όπως στα γκέττο του 20ού αιώνα πολλών βορειοαμερικανικών πόλεων, παρά όταν βρίσκονται σε σχετικά απομακρυσμένα προάστια, όπως στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Εδώ η διαφορά είναι πολεοδομική, κι εξαρτάται απ’ το μέγεθος της πόλης και τον καταμερισμό της λειτουργικής εξειδίκευσης στο εσωτερικό της. Ωστόσο, ένα κέντρο πιθανής φοιτητικής αναταραχής στα περίχωρα μιας πόλης, όπως η Nanterre στο Παρίσι, είναι πολύ πιο πιθανό να προκαλέσει επεισόδια στο κέντρο της πόλης, απ’ ότι οι αλγερινές παραγκουπόλεις στο ίδιο προάστειο, καθώς οι φοιτητές είναι πιο κινητικοί και το κοινωνικό τους σύμπαν πιο μητροπολιτικό απ’ ότι των μεταναστών εργατών. Εδώ η διαφορά είναι κυρίως κοινωνιολογική.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οικοδομούμε την ιδανική πόλη για ταραχές κι εξεγέρσεις. Πώς θα μοιάζει άραγε; Θα πρέπει να είναι πυκνοκατοικημένη κι όχι πολύ μεγάλη σε επιφάνεια. Ουσιαστικά θα πρέπει να είναι εφικτό να τη διασχίσει κανείς με τα πόδια, αν και η μεγαλύτερη εμπειρία ταραχών στις πλήρως μηχανοκίνητες κοινωνίες ίσως μεταβάλλει αυτόν τον ισχυρισμό. Θα ήταν ίσως καλό να μη χωρίζεται από κάποιο μεγάλο ποτάμι, όχι μόνο επειδή οι γέφυρες ελέγχονται εύκολα από την αστυνομία, αλλά κι επειδή είναι διαδεδομένο στη γεωγραφία ή την κοινωνική ψυχολογία πως οι δυο όχθες ενός ποταμού τείνουν να περιφρονούν η μια την άλλη, όπως μπορεί να διαβεβαιώσει και ο καθένας που μένει στο Νότιο Λονδίνο ή στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού.

Οι φτωχοί της θα πρέπει να είναι σχετικά ομογενείς, κοινωνικά ή και φυλετικά, αν και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στις προ-βιομηχανικές πόλεις ή στις γιγαντιαίες ζώνες υπο-απασχόλησης στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, αυτό που με την πρώτη όψη μοιάζει με έναν αρκετά ετερογενή πληθυσμό, μπορεί να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ενότητα, όπως μαρτυρούν οικείοι ιστορικοί όροι όπως “η εργατιά”, “η πλέμπα”, “ο όχλος”. Θα πρέπει να είναι κεντρομόλος, δηλαδή, οι διάφοροι τομείς της να είναι φυσικά προσανατολισμένοι προς τα κεντρικά θεσμικά κτίρια της πόλης, όσο πιο συγκεντρωτική, τόσο το καλύτερο. Η μεσαιωνική δημοκρατική πόλη που σχεδιάστηκε βάσει ενός συστήματος ροών προς και από τον κύριο χώρο συνάθροισης, που μπορούσε να είναι τόσο ένα θρησκευτικό κέντρο (καθεδρικός), η κεντρική αγορά, ή η έδρα των αρχών, ήταν γι αυτόν τον λόγο ιδανική για εξεγέρσεις. Ο καταμερισμός της λειτουργικής εξειδίκευσης και των κατοικημένων περιοχών θα πρέπει να συμπλέκονται άμεσα. Έτσι, το προ-βιομηχανικό μοτίβο των προαστίων, που βασιζόταν στον αποκλεισμό από μια ευκρινώς προσδιορισμένη πόλη των διάφορων ανεπιθύμητων – αν και συχνά απαραίτητων στη ζωή της πόλης – όπως οι μη-κάτοικοι μετανάστες, οι συντεχνίες ή ομάδες των παριών, δε διατάρασσε ιδιαίτερα τη συνοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος: η Triana ήταν αλληλένδετη με τη Σεβίλλη, όπως το Shoreditch με το City του Λονδίνου.

Απ’ την άλλη, τα πρότυπα προάστια του 19ου αιώνα, που περιζώναν έναν πολεδομικό πυρήνα μεσοαστικών κατοικημένων ζωνών και βιομηχανικών συνοικειών, γενικά αναπτύσσονταν στις αντιδιαμετρικές άκρες της πόλης, επιρρεάζοντας την πολεοδομική συνοχή αισθητά. Το East End και το West End είναι τόσο φυσικά όσο και πνευματικά απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο. Εκείνοι που ζουν στα δυτικά της Concorde στο Παρίσι ανήκουν σ’ έναν διαφορετικό κόσμο απ’ αυτούς που ζουν ανατολικά της Republique. Για να πάμε λίγο μακρύτερα, η περίφημη “κόκκινη ζώνη” προαστίων της εργατικής τάξης που περικυκλώνει το Παρίσι ήταν πολιτικά αξιοσημείωτη, αλλά δεν είχε κάποια εξεγερτική σημασία. Απλώς δεν ήταν μέρος του Παρισιού πλέον, αλλά ούτε σχημάτιζε μια δική της ολότητα, εκτός ίσως για τους γεωγράφους [1].

Όλες αυτές οι παράμετροι, επιρρεάζουν την κινητικότητα των φτωχών της πόλης, αλλά όχι και την πολιτική αποτελεσματικότητά τους. Αυτή εξαρτάται φυσικά απ’ την ευκολία με την οποία οι εξεγερμένοι και οι επαναστάτες μπορούν να προσεγγίσουν τις αρχές, και το πόσο εύκολα μπορούν να χαθούν πάλι πίσω. Στην ιδανική εξεγερτική πόλη, οι αρχές – οι πλούσιοι, η αριστοκρατία, η κυβέρνηση, ή οι τοπικές αρχές – θα ήταν όσο πιο παγιδευμένοι στο κέντρο της συγκέντρωσης φτωχών γίνεται. Οι γάλλοι βασιλείς θα διέμεναν στο Palais Royal ή το Λούβρο, κι όχι στις Βερσαλλίες, ο αυστριακός αυτοκράτορας στο Hofburg κι όχι στο Schoenbrunn. Κατά προτίμηση, οι αρχές θα έπρεπε να είναι άμεσα ευάλωττες. Οι άρχοντες που κυβερνούν μια εχθρική πόλη από κάποιο απομονωμένο οχυρό, όπως το φρούριο-φυλακή του Montjuich επί της Βαρκελώνης, μπορεί να εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά είναι τεχνολογικά εξοπλισμένοι ώστε να το αντέχουν. Τελικά, η Βαστίλλη θα μπορούσε σχεδόν μετά βεβαιότητας να αντέξει τον Ιούλη του 1789, εάν είχε διανοηθεί κανείς ότι θα μπορούσε να δεχτεί επίθεση. Οι πολιτικές αρχές είναι ασφαλώς εκτεθειμένες σχεδόν εξ ορισμού, μιας και η πολιτική επιτυχία τους εξαρτάται απ’ την πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύουν τους κατοίκους κι όχι κάποια απομακρυσμένη κυβέρνηση ή τα συμφέροντά της. Εδώ ίσως έγκειται και η κλασσική γαλλική παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι επαναστάτες κινούνται προς το δημαρχείο κι όχι προς τα βασιλικά ανάκτορα και, τόσο το 1848 όσο και το 1871, εκεί ανακυρήσσονται οι μεταβατικές κυβερνήσεις.

Οι τοπικές αρχές επομένως δημιουργούν σχετικά λίγα προβλήματα στους επαναστάτες (τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να εφαρμόζουν έναν πολεοδομικό σχεδιασμό). Φυσικά, η αστική ανάπτυξη μπορεί να εκτοπίσει το δημαρχείο από μια κεντρική προς μια πιο απομακρυσμένη τοποθεσία: σήμερα είναι ολόκληρο ταξίδι από τις περιφεριακές γειτονιές του Μπρούκλυν ως το δημαρχείο της Νέας Υόρκης. Απ’ την άλλη, σε πρωτεύουσες, η παρουσία της κυβέρνησης, που ευνοεί την αποτελεσματικότητα των ταραχών, αντισταθμίζεται από τα ειδικά χαρακτηριστικά των πόλεων όπου πρίγκηπες ή άλλες κυρίαρχες προσωπικότητες κατοικούσαν, και έχουν ενσωματώσει μια αντιεξεγερτική προκατάληψη. Αυτό προκύπτει τόσο από τις ανάγκες των κρατικών δημοσίων σχέσεων και, λιγότερο ίσως, για λόγους ασφαλείας.

Σε γενικές γραμμές, σε μια αστική πόλη ο ρόλος των κατοίκων στις δημόσιες δραστηριότητες είναι περισσότερο συμμετοχικός, ενώ στις πριγκηπικές ή κυβερνητικές πόλεις, αυτός ενός κοινού χειροκροτητών και θαυμαστών. Οι μεγάλοι ίσιοι δρόμοι που προσφέρονται για χάζι στο παλάτι, τον καθεδρικό, τα κυβερνητικά κτίρια, η τεράστια πλατεία μπροστά απ’ το κτίριο των επισήμων, κατά προτίμηση με ένα κατάλληλο μπαλκόνι απ’ όπου ευλογούν ή απευθύνονται στα πλήθη, ίσως και ως πεδίο παρελάσεων ή ως αρένα: αυτά αποτελούν την τελετουργική δομή μιας αυτοκρατορικής πόλης. Απ’ την Αναγέννηση κι έπειτα, οι μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες και οι κατοικίες κατασκευάστηκαν ή τροποποιήθηκαν ανάλογα. Όσο μεγαλύτερη η επιθυμία του ηγεμόνα να εντυπωσιάσει, ή όσο μεγαλύτερη η εμμονή του για μεγαλεία, τόσο πιο φαρδιά, ευθεία και συμμετρική η πρωτιμώμενη διάταξη. Ολοένα και λιγότερες κατάλληλες τοποθεσίες μπορεί να φανταστεί κανείς στο Νέο Δελχί, την Ουάσιγκτον, την Αγία Πετρούπολη, ή αντίστοιχα το Mall και τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στο Λονδίνο. Δεν πρόκειται απλά για τη διαίρεση μεταξύ μιας λαϊκής και μεσοαστικής ανατολικής και μιας αριστοκρατικής δυτικής όχθης στο Παρίσι που κατέστησε τα Ηλύσια Πεδία την τοποθεσία της επίσημης και στρατιωτικής παρέλασης της 14 Ιουλίου, ενώ αντίστοιχα οι ανεπίσημες μαζικές διαδηλώσεις επικεντρώνονται στο τρίγωνο Βαστίλλη-Republique-Nation.

Τέτοιες τελετουργικές τοποθεσίες συνεπάφονται έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων, μια αντιπαράθεση μεταξύ μιας απόμακρης και απεχθούς μεγαλοπρέπειας και αριστοκρατίας απ’ την μία, κι ενός κοινού προορισμένου να χειροκροτάει από την άλλη. Είναι το πολεοδομικό ισοδύναμο της στοπ-καρέ, ή καλύτερα της όπερας, αυτής της χαρακτηριστικής εφεύρεσης της δυτικής απόλυτης μοναρχίας. Ευτυχώς, για τους πιθανούς ταραξίες, αυτή ούτε είναι ούτε ήταν η μόνη σχέση μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων στις πρωτεύουσες. Συχνά πράγματι, ήταν η πρωτεύουσα που επεδείκνυε το μεγαλείο του ηγεμόνα, ενώ οι κάτοικοί της, περιλαμβανομένων των φτωχότερων, απολάμβαναν ένα ταπεινό μερίδιο οφελών του μεγαλείου του. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι ζούσαν σ’ ένα είδος συμβίωσης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ήταν που δημιουργήθηκαν οι μεγάλες τελετουργικές οδοί όπως του Εδιμβούργου ή της Πράγας. Τα παλάτια δεν ένιωθαν καμμιά ανάγκη να προστατευθούν απ’ τις φτωχογειτονιές. Το Hofburg της Βιέννης, που εμφανίζει έναν μεγάλο τελετουργικό χώρο προς τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα βιεννέζικα προάστια, έχει μετά βίας μερικά μέτρα οδοστρώματος μεταξύ αυτού και της παλιάς Μέσα Πόλης, στην οποία φαινομενικά ανήκει.

Αυτού του είδους οι πόλεις, συνδυάζοντας τη διάταξη τόσο των αστικών όσο και των πριγκηπικών πόλεων, αποτελούν μια μόνιμη πρόκληση σε ταραχές, καθώς εδώ τα παλάτια και οι επαύλεις των αριστοκρατών, οι αγορές, οι καθεδρικοί, οι δημόσιες πλατείες και οι παράγκες είναι όλα μπλεγμένα μεταξύ τους, οι κυρίαρχοι βρίσκονται στο έλεος του όχλου. Σε ταραγμένους καιρούς θα μπορούσαν να διαφεύγουν στις εξοχικές κατοικίες τους, αλλά αυτό είναι όλο. Η μόνη τους διασφάλιση ήταν να κινητοποιούν τους τακτοποιημένους φτωχούς ενάντια στους άτακτους φτωχούς, μετά από κάθε πετυχημένη εξέγερση, για παράδειγμα την συντεχνία των τεχνητών ενάντια στον “όχλο”, ή την Εθνοφρουρά εναντίον των ακτημόνων. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν η γνώση ότι οι ανεξέλεγκτες ταραχές και οι εξεγέρσεις σπάνια κρατούσαν πολύ, κι ακόμα πιο σπάνια κατευθύνονταν άμεσα εναντίον των δομών της κατεστημένης εξουσίας και του πλούτου. Πρόκειται για σημαντική παρηγοριά. Ο Βασιλιάς της Νάπολης ή η Δούκισσα της Πάρμας, για να μην αναφέρουμε τον Πάπα, γνώριζαν ότι εάν οι υπήκοοί τους εξεγερθούν, ήταν επειδή ήταν υπερβολικά πεινασμένοι, και σαν μια υπενθύμιση στους πρίγκηπες και στους ευγενείς των καθηκόντων τους, δηλαδή να παρέχουν αρκετά τρόφιμα σε δίκαιες τιμές στην αγορά, αρκετές εργασίες, εφόδια και δημόσια διασκέδαση σύμφωνα με τις ταπεινότατες ανάγκες τους. Η πίστη και η ευσέβειά τους σπάνια υποχωρούσαν, κι ακόμα κι όταν πραγματοποιούσαν αυθεντικές επαναστάσεις (όπως στην Νάπολη το 1799) ήταν περισσότερο πιθανό να υπερασπίζονται την Εκκλησία και τη Βασιλεία ενάντια στους ξένους και τις αθεϊστικές μεσαίες τάξεις.

Εξ ου και η κρίσιμης σημασίας στην ιστορία της αστικής δημόσιας τάξης, Γαλλική Επανάσταση του 1789-99, που εγκαθίδρυσε τη σύγχρονη εξίσωση μεταξύ εξέγερσης και κοινωνικής επανάστασης. Κάθς κυβέρνηση προτιμά φυσικά να αποφύγει τις ταραχές και τις εξεγέρσεις, όπως προτιμά να κρατά τους αριθμούς των δολοφονιών χαμηλά, όμως απουσία ενός αυθεντικού επαναστατικού κινδύνου, οι αρχές δεν είναι τόσο πιθανό να ξεσαλώσουν εναντίον τους. Η Αγγλία του δεκάτου ογδόου αιώνα ήταν ένα διαβόητα ταραχώδες έθνος, με έναν εξίσου διαβόητο μηχανισμό διατήρησης της δημόσιας τάξης. Όχι μόνο μικρότερες πόλεις όπως το Λίβερπουλ και το Νιουκάστλ, αλλά και ολόκληρα κομμάτια του Λονδίνου μπορούσαν να πέσουν στα χέρια του εξεγερμένου πληθυσμού για μέρες. Απ’ τη στιγμή που τίποτα δε διακυβευόταν σε τέτοιες ταραχές, εκτός βέβαια από ένα ποσό ιδιωτικού κεφαλαίου, το οποίο μια εύρρωστη χώρα μπορούσε εύκολα να αντικαταστήσει, η γενική άποψη μεταξύ των ανώτερων τάξεων ήταν αδιάφορη, ακόμα και ικανοποιημένη. Οι περουκοφόροι ευγενείς περηφανεύονταν για την κατάσταση της ελευθεριότητας που απέτρεπε την ανάδειξη πιθανών τυράννων απ’ τις τάξεις του στρατού που στέλνονταν να καταστείλει τους υπηκόους τους, ή της αστυνομίας που τον αρωγούσε. Δεν ήταν παρά μετά τη Γαλλική Επανάσταση που αναπτύχθηκε μια τάση για πολλαπλασιασμό των στρατώνων στις πόλεις, και μόνο μετά τους Χαρτιστές και τους Ριζοσπάστες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, που τα ωφέλη μιας σύγχρονης αστυνομικής δύναμης κρίθηκαν σημαντικότερα απ’ αυτά της αγγλικής ελευθερίας. (Καθώς η δημοκρατία σε επίπεδο βάσος δεν ήταν κάτι που θα μπορούσαν να βασιστούν, η Μητροπολιτική Αστυνομία τέθηκε άμεσα υπό την ευθύνη του Home Office, στην κεντρική κυβέρνηση, όπου ακόμα ανήκει).

Πράγματι, οι τρεις κύριες κυβερνητικές μέθοδοι αντιμετώπισης των ταραχών και εξεγέρσεων προτάθηκαν: συστηματική διευθέτηση της ανάπτυξης στρατευμάτων, ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων (οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στο μέτωπο αυτό μόλις τον 19ο αιώνα), και η ανοικοδόμηση των πόλεων με τρόπους που να ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες μιας εξέγερσης. Οι δυο πρώτες δεν είχαν ιδιαίτερη επιρροή στην πραγματική μορφή και δομή των πόλεων, αν και μια μελέτη της κατασκευής και τοποθεσίας των στρατώνων τον 19ο αιώνα θα μπορούσε να δείξει ορισμένα ενδιαφέροντα αποτελέσματα, καθώς και μια μελέτη της κατανομής των αστυνομικών τμημάτων στις γειτονιές των πόλεων. Η τρίτη επιρρέασε την μορφή των πόλεων με θεμελιώδη τρόπο, όπως στο Παρίσι και στη Βιέννη, πόλεις όπου είναι γνωστό πως οι ανάγκες της αντιεξέγερσης επιρρέασαν την πολεοδομική ανοικοδόμηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Στο Παρίσι, ο κύριος στρατιωτικός στόχος της ανοικοδόμησης αυτής φαίνεται να ήταν η διάνοιξη φαρδιών και ίσιων λεωφόρων, όπου θα μπορούσε να βάλει το πυροβολικό και να προωθούνται τα στρατεύματα, ενώ την ίδια στιγμή – προφανώς – η διάσπαση των κύριων συγκεντρώσεων δυνητικών εξεγερμένων στις λαϊκές γειτονιές. Στη Βιέννη, η ανοικοδόμηση πήρε την μορφή κυρίως δυο φαρδιών ομόκεντρων περιφερειακών, του εσωτερικού (που φαρδαίνει με μια ζώνη ανοιχτών χώρων, παρκών, αραιών δημοσίων κτιρίων) απομονώνοντας την παλιά πόλη και το παλάτι απ’ τα (κυρίως μεσοαστικά) εσωτερικά προάστια, και του εξωτερικού που αποκόπτει καί τα δύο απ’ τα (ολοένα και πιο εργατικά) εξωτερικά προάστια.

Τέτοιες ανοικοδομήσεις μπορούν να προσλαμβάνουν έναν στρατιωτικό χαρακτήρα αλλά μπορεί και όχι. Δε γνωρίζουμε, καθώς το είδος των επαναστάσεων επί των οποίων σκοπεύαν να κυριαρχήσουν κατά τα φαινόμενα έσβησε στην δυτική Ευρώπη μετά το 1848. (Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα κύρια κέντρα λαϊκής αντίστασης και οδομαχιών της Παρισινής Κομμούνας του 1871, η Μονμάρτη-το βορειοανατολικό Παρίσι, και η Αριστερή Όχθη, ήταν απομονωμένα το ένα απ’ τ’ άλλο, και όλα μαζί απ’ την υπόλοιπη πόλη). Παρολαυτά, επιρρέασαν τους υπολογισμούς των εν δυνάμει επαναστατών. Στις σοσιαλιστικές συζητήσεις της δεκαετίας του 1880, η κοινή άποψη των στρατιωτικών ειδικών που βρίσκονταν μεταξύ των επαναστατών, υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Ένγκελς, ήταν ότι ο παλιός τύπος εξέγερσης πια δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, αν και υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ τους όσον αφορά την αξία νέων τεχνολογικών συσκευών, όπως τα γοργά αναπτυσσόμενα τότε εκρηκτικά και ο δυναμίτης. Σε κάθε περίπτωση, τα οδοφράγματα, που είχαν κυριαρχήσει στις εξεγερτικές τακτικές απ’ το 1830 ως το 1871 (δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα στην μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789-99), τώρα ευνοούνταν ολοένα και λιγότερο. Αντίθετα, οι βόμβες κάθε είδους έγιναν το αγαπημένο μέσο των επαναστατών, αν και όχι τόσο των μαρξιστών, και όχι για αυθεντικά εξεγερτικούς σκοπούς.

Η αστική ανοικοδόμηση, ωστόσο, είχε ακόμη μια, πιθανώς ακούσια, συνέπεια στις εξεγερτικές δυνατότητες, καθώς οι νέες και μεγάλες λεωφόροι παρείχαν έναν ιδανικό χώρο γι’ αυτό που θα καταλάμβανε μια σημαντική θέση στα λαϊκά κινήματα, τις μαζικές διαδηλώσεις, ή καλύτερα, τις πορείες. Όσο πιο συστηματικά χαράσσονταν αυτές οι περιφερειακές και προορισμένες για τα μηχανοκίνητα λεωφόροι, τόσο πιο αποτελεσματικά απομονώνονταν από τη γύρω κατοικημένη περιοχή, και τόσο πιο εύκολο ήταν μια συνάθροιση εκεί να καταλήξει προς μια εθιμοτυπική πορεία, παρά σε ταραχές. Το Λονδίνο, όπου δεν υπήρχαν, πάντοτε δυσκολευόταν να αποφύγει αυθόρμητα έκτροπα στη διάρκεια συγκεντρώσεων, είτε συχνότερα να διαλύσει τις μαζικές συνευρέσεις στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Αυτή η τελευταία, γειτνιάζει με ευαίσθητα σημεία όπως η Downing Street, ή σύμβολα εξουσίας και πλούτου όπως τα Pall Mall, τα παράθυρα των οποίων έσπαζαν οι άνεργοι διαδηλωτές στη δεκαετία του 1880.

Μπορεί, φυσικά, κανείς να βγάλει πολλά συμπεράσματα απ’ τον πρωταρχικά στρατιωτικό χαρακτήρα της αστικής ανοικοδόμησης. Εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορεί να διακριθεί με σαφήνεια από άλλες αλλαγές στις πόλεις του 19ου και 20ού αιώνα, που μείωσαν αισθητά τη δυνατότητα ταραχών. Τρεις απ’ αυτές είναι αξιοσημείωτες.

Η πρώτη είναι η υπέρογκη μεγέθυνσή της, που περιορίζει την κυρίως πόλη σε μια διοικητική αφαίρεση, περιβεβλημένη από ένα σύμπλεγμα χωριστών κοινοτήτων ή περιοχών. Με λίγα λόγια, η πόλη έγινε υπερβολικά μεγάλη ώστε να εξεγερθεί ως ένα σώμα. Το Λονδίνο, που μέχρι τον 21ο αιώνα ακόμα στερούνταν με τόσο προφανή τρόπο ένα στοιχειώδες σύμβολο αστικής ενότητας, όπως η φιγούρα ενός δημάρχου, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Έπαψε να είναι μια ταραχώδης πόλη χονδρικά στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αύξησε τον πληθυσμό του από 1 σε 2 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι Χαρτιστές του Λονδίνου, για παράδειγμα, μετά βίας υπήρχαν ως ένα αυθεντικά μητροπολιτικό φαινόμενο για πάνω από μια ή δυό μέρες συνεχόμενα. Η πραγματική του δύναμη έγκειται στις “συνοικείες” στις οποίες είναι οργανωμένο, δηλαδή σε κοινότητες και γειτονιές όπως το Lambeth, το Woolwich, ή το Marylebone, οι σχέσεις των οποίων μεταξύ τους είναι στην καλύτερη μιας χαλαρής γειτνίασης. Ομοίως, οι ριζοσπάστες και οι ακτιβιστές των τελών του 1ου αιώνα, είχαν ουσιαστικά ένα τοπικό έρεισμα. Η πιο χαρακτηριστική οργάνωσή τους ήταν η Metropolitan Radical Federation, ουσιαστικά μια συμμαχία των λεσχών (clubs) των εργαζομένων καθαρά τοπικού χαρακτήρα, σε γειτονιές όπου υπήρχε μια παράδοση ριζοσπαστισμού, όπως το Chelsea, το Hackney, το Clerkenwell, το Woolwich. Η γνωστή λονδρέζικη τάση για χαμηλά κτίρια, και κατά συνέπεια πολεοδομική επέκταση, κατέστησε τις αποστάσεις μεταξύ των κεντρών αυτών σε ανυπέρβλητο πρόβλημα για την αυθόρμητη μετάδοση των ταραχών. Πόση επαφή θα μπορούσαν να έχουν το Battersea ή το Chelsea (τότε ακόμα γειτονιές της εργατικής τάξης, που εξέλεγαν σταθερά αριστερούς βουλευτές) με το ταραχώδες East End στην απεργία των λιμενεργατών του 1889. Πόση επαφή, αντίστοιχα, θα μπορούσε να έχει το Whitechapel με το Canning Town; Είναι στη φύση των πραγμάτων, οι άμορφα οικοδομημένες περιοχές που έχουν προκύψει είτε απ’ την επέκταση μιας παλιότερης πόλης είτε απ’ τη συνένωση μεγαλύτερων και μικρότερων αναπτυσσομένων κοινοτήτων, και για τις οποίες τεχνητά ονόματα έπρεπε να επινοηθούν (“πολεοδομικό συγκρότημα”, “Ευρύτερο Λονδίνο”, το Βερολίνο ή το Τόκυο) δεν είναι πόλεις με την παλιά έννοια της λέξης, ακόμα κι αν κατά καιρούς έχουν ενιαία διοίκηση.

Η δεύτερη αλλαγή είναι η αυξημένη τάση για λειτουργικό διαχωρισμό στις πόλεις του 19ου-20ού αιώνα, δηλαδή, απ’ την μια, η ανάπτυξη εξειδικευμένης βιομηχανίας, επιχειρήσεων, διοίκησης, και άλλων κέντρων ή ανοιχτών χώρων, κι απ’ την άλλη, ο γεωγραφικός διαχωρισμός των τάξεων. Ξανά εδώ το Λονδίνο ήταν η πρωτοπόρος πόλη, όντας ένας συνδυασμός τριών διαχωρισμένων μονάδων – του διοικητικού κέντρου του Westminster, του εμπορικού κέντρου του Λονδίνου, και του λαϊκού Southwark πέρα απ’ το ποτάμι. Μέχρι ενός σημείου, η ανάπτυξη αυτής της σύνθετης μετρόπολης ενθάρρυνε τους πιθανούς ταραχοποιούς. Η βόρεια και η ανατολική πλευρά του City of London και το Southwar όπου η εμπορική κοινότητα συνόρευε σε κάθε μεριά με γειτονιές εργατών, τεχνιτών, και το λιμάνι – καθεμιά τους εξίσου φιλόξενη στις ταραχές, όπως των υφαντουργών του Spitalfield ή των ριζοσπαστών του Clerkenwell – σχημάτιζαν φυσικά σημεία ανάφλεξης. Αυτές ήταν οι εστίες όπου ξέσπασαν μερικές απ’ τις ισχυρότερες ταραχές του 18ου αιώνα. Το Westminster είχε έναν δικό του πληθυσμό από τεχνίτες και διάφορους φτωχούς, των οποίων η εγγύτητα στους βασιλείς και στο κοινοβούλιο και η τυχαιότητα μιας ασυνήθιστης δημοκρατικής τάσης σ’ αυτήν την περιφέρεια, τους μετέτρεψαν σε μια εξαιρετική ομάδα πίεσης για αρκετές δεκαετίες απ’ τα τέλη του 18ου και μεσούντος του 19ου αιώνα. Η περιοχή μεταξύ City και Westminster, που καλυπτόταν από μια ασυνήθιστα πυκνοκατοικημένη παραγκούπολη, κατοικημένη από εργάτες, μετανάστες και τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους (Drury Lane, Covent Garden, St. Giles, Holborn), θα κοινωνήσει την έξαψη του μητροπολιτικού δημόσιου βίου.

Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, το μοτίβο αυτό απλοποιήθηκε. Η πόλη του 19ου αιώνα έπαψε να είναι κατοικημένη ζώνη, και μετατράπηκε ολοένα και περισσότερο σε μια καθαρά επιχειρηματική ζώνη, ενώ το λιμάνι μεταφέρθηκε προς τις εκβολές του ποταμού, οι μεσαίες και μικρομεσαίες τάξεις της πόλης μετακινήθηκαν προς περισσότερο ή λιγότερο απομακρυσμένα προάστια, αφήνοντας στο East End μια ολοένα και πιο ομογενή ζώνη φτωχών. Τα βόρεια και τα δυτικά όρια του Westminster πέρασαν στα χέρια της μεσαίας και ανώτερης τάξης, με οικισμούς που σχεδιάστηκαν από τους γαιοκτήμονες ή κερδοσκόπους μεσίτες, πιέζοντας έτσι τα κέντρα των τεχνιτών, των εργατών, κι άλλων που έτειναν περισσότερο προς τον ριζοσπαστισμό και τις ταραχές (Chelsea, Notting Hill, Paddington, Marylebone), ωθώντας τα σε μια περιφέρεια ολοένα και πιο απομακρυσμένη απ’ το υπόλοιπου του ριζοσπαστικού Λονδίνου. Οι φτωχογειτονιές μεταξύ των δυο πόλεων επέζησαν για καιρό ακόμα, όμως από τις αρχές του 20ού αιώνα διασπάστηκαν κι αυτές σε μικρότερους θύλακες απ’ την αστική ανοικοδόμηση που έδωσε στο Λονδίνο ορισμένες απ’ τις πιο ωχρές αρτηρίες (Shaftesbury Avenue, Roseberry Avenue) καθώς και μερικές απ’ τις πιο πομπώδεις (Kingsway, Aldwych), και μια εντυπωσιακή συσσώρευση στρατιωτικοποιημένων κατοικιών για να χωρέσουν βολικά το προλεταριάτο της Drury Lane και του Saffron Hill. To Covent Garden και το Soho (που εξέλεγαν κομμουνιστές δημοτικούς συμβούλους μέχρι το 1945) είναι ίσως τα τελεταία απομεινάρια της παλιομοδίτικης μητροπολιτικής αναταραχής στο κέντρο της πόλης. Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, το δυνητικά ταραχώδες Λονδίνο είχε ήδη διασπαστεί σε περιφερειακούς τομείς ποικίλου μεγέθους (με το αχανές East End να είναι ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς), γύρω από ένα μη-κατοικημένο City και West End, κι ένα αδιαπέραστο τοίχος μεσοαστικών γειτονιών, κι όλα αυτά περικυκλωμένα με τη σειρά τους από προάστια της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης.

Τέτοια μοτίβα διαχωρισμού αναπτύχθηκαν στις πολυπληθέστερες και πιο αναπτυσσόμενες δυτικές πόλεις από τις αρχές του 19ου αιώνα, αν και τα κομμάτια του ιστορικού κέντρου τους που δεν μεταμορφώθηκαν σε θεσμικές ή επιχειρηματικές ζώνες, ορισμένες φορές διατηρούν ίχνη της παλιάς δομής τους, κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ. Η μεταστέγαση της εργατικής τάξης του 20ού αιώνα και ο σχεδιασμός βάσει της μηχανοκίνητης συγκοινωνίας διέλυσαν ακόμα περισσότερο την πόλη ως πιθανή εστία ταραχών. (Ο σχεδιασμός του 19ου αιώνα βάσει των σιδηροδρόμων, είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, συχνά αναδημιουργώντας ανάμεικτες κοινωνικά και περιθωριακές συνοικείες γύρω απ’ τους νέους σταθμούς). Η πρόσφατη τάση για μεταστέγαση των βασικών υπηρεσιών όπως οι κεντρικές αγορές, από το κέντρο προς την περιφέρεια των πόλεων, θα προχωρήσει αναμφίβολα αυτή τη διάλυση.

Είναι λοιπόν οι αστικές ταραχές και οι εξεγέρσεις προορισμένες να εξαφανιστούν; Προφανώς όχι, αν μή τι άλλο τα τελευταία χρόνια έχουν στιγματιστεί από μια επανεμφάνιση αυτού του φαινομένου σε ορισμένες απ’ τις πιο σύγχρονες πόλεις, αν και υπήρξε επίσης μια παρακμή σε ορισμένα απ’ τα πιο παραδοσιακά κέντρα μιας τέτοιας δραστηριότητας. Οι λόγοι είναι κυρίως κοινωνικοί και πολιτικοί, όμως ίσως αξίζει να εξετάσουμε εν συντομία τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πολεοδομίας που τις ενθαρρύνουν.

Η σύγχρονες μαζικές συγκοινωνίες είναι ένα απ’ αυτά. Η μηχανοκίνητη συγκοινωνία έχει μέχρι στιγμή συνεισφέρει κυρίως στην κινητοποίηση εκείνης της κανονικά ατάραχης ομάδας, της μεσαίας τάξης, μέσω πρακτικών όπως οι μηχανοκίνητες διαδηλώσεις (οι Γάλλοι και οι Αλγερινοί ακόμα θυμούνται τα μαζικά κορναρίσματα των αντιδραστικών που φώναζαν “Αλγερία Γαλ-λι-κή!”) και κυρίως εκείνου του φυσικού μέσου σαμποτάζ και πάθους, του μπλοκαρίσματος της κυκλοφορίας. Επίσης, τα αυτοκίνητα έχουν χρησιμοποιηθεί από ακτιβιστές στις βορειοαμερικανικές ταραχές, και που παρεμποδίζουν τη δράση της αστυνομίας στον δρόμο, καθώς σχηματίζουν προσωρινά οδοφράγματα κατά τη στάση. Επιπλέον, η μηχανοκίνητη μεταφορά διαδίδει τα νέα των ταραχών πέρα απ’ την άμεση περιοχή της επίδρασής τους, καθώς τόσο τα ΙΧ όσο και τα λεωφορεία αναγκάζονται να αλλάξουν τα δρομολόγιά τους.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες, και ειδικά οι υπόγειοι σιδηρόδρομοι, που και πάλι χτίζονται σε αρκετές μεγαλουπόλεις σε μεγάλη κλίμακα, είναι ακόμα πιο άμεσα σχετικοί. Δεν υπάρχει καλύτερο μέσο μεταφοράς μεγάλου πλήθους πιθανών ταραχοποιών, γρήγορα και σε μεγάλες αποστάσεις από συρμούς που αναχωρούν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτός είναι κι ένας απ’ τους λόγους που το Δυτικό Βερολίνο έχει μια μάλλον αποτελεσματική δύναμη ταραχοποιών: το μετρό συνδέει την πανεπιστημιούπολη του Ελεύθερου Πανεπιστημίου που έχει χτιστεί μεταξύ απομονωμένων και θεαματικά μεσοαστικών κατοικιών και των κήπων του Dahlem, κατευθείαν με το κέντρο της πόλης.

Πιό σημαντικοί κι απ’ τις μεταφορές, είναι δυο άλλοι παράγοντες: η αύξηση στον αριθμό των κτιρίων εναντίον των οποίων αξίζει να γίνει ένα μπάχαλο, ή να τεθούν υπό κατάληψη, και η εξέλιξη της γειτνίασής τους με συνοικισμούς πιθανών ταραχοποιών. Έτσι, αν και είναι γενικά αληθές ότι η έδρα της κυβέρνησης ή των τοπικών αρχών είναι ολοένα και πιο απομακρυσμένα απ’ τις ταραχώδεις συνοικείες, και οι πλούσιοι κι ευγενείς σπάνια ζουν σε παλάτια στο κέντρο (τα διαμερίσματα είναι ταυτόχρονα λιγότερο εκτεθειμένα και πιο ανώνυμα), ωστόσο οι διάφοροι ευαίσθητοι θεσμοί έχουν πολλαπλασιαστεί. Υπάρχουν τα κέντρα των επικοινωνιών (τηλεφωνία, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Ακόμα και ο λιγότερο έμπειρος οργανωτής ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος αλλά και μιας εξέγερσης γνωρίζει τη σημασία τους. Υπάρχουν τα γιγαντιαία γραφεία των εφημερίδων, ευτυχώς τόσο συχνά συγκεντρωμένα στα παλιά κέντρα των πόλεων, που παρέχουν αξιόλογες ποσότητες υλικού για οδοφράγματα, κάλυψη ή φωτιά, όπως τα φορτηγάκια διανομής, πάκοι χαρτιού, εκτυπωτικό υλικό. Όλα αυτά χρησιμοποιούνταν για τους σκοπούς των οδομαχιών ευρέως μέχρι το 1919 στο Βερολίνο, από τότε και μετά όμως όχι ιδιαίτερα. Υπάρχουν, όπως όλοι γνωρίζουμε πια, τα πανεπιστήμια. Αν και η γενική τάση μεταφοράς τους εκτός του κέντρου της πόλης έχει ελαχιστοποιήσει τις εξεγερτικές δυνατότητές τους, υπάρχουν ακόμη αρκετοί ακαδημαϊκοί χώροι που ξέμειναν στο μέσο μεγάλων πόλεων προς ικανοποίηση των ακτιβιστών. Εκτός αυτών, η έκρηξη της ανωτάτης εκπαίδευσης έχει γεμίσει τα πανεπιστήμια ασφυκτικά με χιλιάδες ή ακόμα και δεκάδες χιλιάδες πιθανούς διαδηλωτές ή μαχητές. Υπάρχουν, πάνω απ’ όλα, τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, συμβολικά και πραγματικά στοιχεία της δομής εξουσίας, που ολοένα και περισσότερο συγκεντρώνονται σ’ αυτούς τους όγκους κρύσταλλου και τσιμέντου στους οποίους ο ταξιδώτης εύκολα αναγνωρίζει το κέντρο μιας πρότυπης πόλης του 21ου αιώνα.

Θεωρητικά, το καθένα απ’ αυτά θα μπορούσε από μόνο του να βρίσκεται στο στόχαστρο των ταραχοποιών όσο και τα δημαρχεία ή τα κοινοβούλια, καθώς η IBM, η Shell, ή η General Motors έχουν τουλάχιστον τόσο βάρος όσο και οι περισσότερες κυβερνήσεις. Οι τράπεζες εδώ και καιρό έχουν συνειδητοποιήσει το πόσο ευάλωττες είναι, και σε ορισμένες λατινικές χώρες – η Ισπανία είναι ένα καλό παράδειγμα – ο συνδυασμός συμβολικής αρχιτεκτονικής χλιδής και βαριάς οχύρωσης παρέχει το πλησιέστερο παράδειγμα μεσαιωνικής ακρόπολης όπου αμπαρώνονταν οι φεουδάρχες τον μεσαίωνα. Ακόμη κι αν τις αντικρύσει κανείς υπό ισχυρή αστυνομική περιφρούρηση σε στιγμές έντασης είναι μια εκπαιδευτική εμπειρία, ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι μόνοι πρωταθλητές της άμεσης δράσης που συστηματικά προσελκύονται απ’ αυτές είναι οι απολίτικοι ληστές και οι επαναστάτες “απαλλοτριωτές”. Αν όμως εξαιρέσουμε κάποια πολιτικά και οικονομικά αμελητέα σύμβολα του αμερικανικού τρόπου ζωής όπως οι τα Ξενοδοχεία Hilton, και τα περιστασιακά αντικείμενα μιας συγκεκριμένης εχθρότητας όπως η Dow Chemical, οι ταραχές σπάνια στοχεύουν άμεσα κάποιο απ’ τα κτίρια των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Δεν είναι ιδιαίτερα ευάλωττα. Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μερικές σπασμένες βιτρίνες ή ακόμα και μια κατάληψη μερικών τετραγωνικών απ’ τα γραφεία τους, για να διακοπεί η ομαλή λειτουργία μιας σύγχρονης εταιρίας πετρελαίου.

Απ’ την άλλη όμως, το “κέντρο” (downtown) είναι ευάλωττο συλλογικά. Η διακοπή της κυκλοφορίας, το κλείσιμο των τραπεζών, οι υπάλληλοι γραφείων που δεν μπορούν ή απλά δεν πάνε στη δουλειά, οι επιχειρηματίες που κλείνονται αβοήθητοι στα ξενοδοχεία χάνοντας τα ραντεβού τους, ή ανήμποροι να φτάσουν στους προορισμούς τους: όλα αυτά παρεμβαίνουν πολύ σοβαρά στις δραστηριότητες μιας πόλης. Μάλιστα, κάτι τέτοιο κόντεψε να γίνει στις ταραχές του 1967 στο Ντητρόιτ. Επιπλέον, σε πόλεις που αναπτύσσονται σύμφωνα με το βορειοαμερικανικό μοτίβο, κάτι τέτοιο είναι πιθανό να συμβεί αργά ή γρήγορα. Διότι, είναι γνωστό ότι οι κεντρικές ζώνες μιας πόλεις, όπως και το άμεσο περιβάλλον τους γεμίζουν με τις μειονότητες των φτωχών μόλις οι πιο εύποροι λευκοί τις εγκαταλείψουν για κάποιο προάστιο. Τα γκέττο κυκλώνουν το κέντρο σαν σκοτεινές και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Είναι αυτή ακριβώς η συσσώρευση των πιο άπορων και ανεξέλεγκτων δίπλα σε λίγα ασυνήθιστα ευαίσθητα αστικά κέντρα που δίνει στους αγωνιστές έστω και μιας μικρής μειοψηφίας την πολιτική δυνατότητα, την οποία οι ταραχές των μαύρων σίγουρα θα στερούνταν, εάν το 10-15% του πληθυσμού των ΗΠΑ που αποτελούν οι αφροαμερικάνοι ήταν πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο σ’ αυτήν την πελώρια και σύνθετη χώρα.

Παρολαυτά, ακόμα κι αυτή η αναβίωση των ταραχών στις δυτικές πόλεις είναι σχετικά περιορισμένη. Ένας ευφυής και κυνικός αστυνομικός διευθυντής θα θεωρούσε πιθανότατα όλα τα έκτροπα που συνέβησαν στις δυτικές πόλεις τα πρόσφατα χρόνια ως μικρο-επεισόδια, που μεγενθύνονται από τον δισταγμό ή την ανικανότητα των αρχών και την επίδραση της εκτεταμένης δημοσιότητας. Με εξαίρεση τις ταραχές του Quartier Latin τον Μάη του 1968 στο Παρίσι, καμμιά τους δεν έμοιαζε σαν να μπορεί, ή ακόμα και σαν να σκοπεύει, να ανατρέψει κυβερνήσεις. Όποιος επιθυμεί να κρίνει ο ίδιος τί ήταν μια αυθεντική old-style εξέγερση των φτωχών της πόλης, ή ένας σοβαρός ένοπλος ξεσηκωμός, και τί μπορούν να πετύχουν, πρέπει να πάει στις πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου: Στην εξέγερση της Νάπολης ενάντια στους Γερμανούς το 1943, στην Αλγερινή Κάσμπα του 1956 (εξαιρετικές ταινίες έχουν βγει σχετικά μ’ αυτήντ ην εξέγερση), στην Μπογκοτά του 1948, πιθανόν στο Καράκας και σίγουρα στον Άγιο Δομήνικο του 1965.

Η αποτελεσματικότητα των σύγχρονων ταραχών στις δυτικές πόλεις, δεν οφείλεται τόσο στην πραγματική δραστηριότητα των ταραχοποιών, όσο στο πολιτικό τους πλαίσιο. Στα γκέττο των ΗΠΑ επέδειξαν ότι οι μαύροι δεν είναι πια διατεθειμένοι να δεχθούν την μοίρα τους παθητικά, και καθαυτόν τον τρόπο επιτάχυναν την ανάπτυξη της μαύρης πολιτικής συνείδησης και τον φόβο των λευκών. Ωστόσο, ποτέ δεν πήραν τον χαρακτήρα σοβαρής άμεσης απειλής ακόμα και για τις τοπικές δομές εξουσίας. Στο Παρίσι απέδειξαν την αστάθεια ενός φαινομενικά σταθερού και μονολιθικού καθεστώτος. (Η πραγματική δύναμη πυρός των εξεγερμένων δε δοκιμάστηκε ποτέ πραγματικά, αν και ο ηρωισμός τους είναι αναμφίβολος: λιγότεροι από 2 ή 3 ανθρώπους σκοτώθηκαν, κι αυτοί σχεδόν σίγουρα από ατύχημα). Σε κάθε άλλο μέρος, οι φοιτητικές διαδηλώσεις και ταραχές, αν και με αρκετή επίδραση εντός των πανεπιστημίων, εκτός τους δε συνιστούσαν παρά μια αστυνομική δουλειά ρουτίνας.

Όμως αυτό μπορεί να ισχύει και για όλες τις αστικές ταραχές, γι αυτό και μια μελέτη του συσχετισμού τους με διαφορετικούς τύπους πόλεων είναι ένα αρκετά σημαντικό έργο. Το Γεωργιανό Δουβλίνο, δεν προσφέρεται εύκολα για εξεγέρσεις, και ο πληθυσμός του, ακόμα και όσοι προσφέρονται περισσότερ, δεν έχουν δείξει κάποια ιδιαίτερη τάση πρόκλησης ή έστω συμμετοχής σε εξεγέρσεις. Η εξέγερση του Πάσχα (Easter Rising) έλαβε χώρα εκεί επειδή εκεί ήταν η πρωτεύουσα, όπου υποτίθεται ότι λαμβάνονται οι βασικές εθνικές αποφάσεις, και παρόλο που απέτυχε πολύ γρήγορα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της ιρλανδικής ανεξαρτησίας, επειδή ήταν τέτοια η κατάσταση στην Ιρλανδία το 1917-21 που επέτρεψε κάτι τέτοιο. Η Αγία Πετρούπολη, που χτίστηκε απ’ το μηδέν βάσει ενός γιγαντιαίου και γεωμετρικού σχεδιασμού, είναι χαρακτηριστικά αποτρεπτική για κάθε είδους οδοφράγματων ή οδομαχιών, ωστόσο η Ρωσσική Επανάσταση ξεκίνησε και πέτυχε εκεί. Αντίθετα, το παροιμιώδες οικιστικό χάος της Βαρκελώνης, με τα παλιότερα κομμάτια της πόλης που φαίνονται ιδανικά για ταραχές, σπάνια παρήγαγε εξεγέρσεις. Ο καταλανικός αναρχισμός, με όλους τους βομβιστές τους, τους πιστολέρος, τους ενθουσιώδεις οπαδούς της άμεσης δράσης, μέχρι το 1936 δεν ήταν παρά ένα σύνηθες πρόβλημα δημόσιας τάξης για τις αρχές, τόσο περιορισμένο που οι ιστορικοί εκπλήσσονται όταν βλέπουν πόσο λίγοι αστυνομικοί υποτίθεται ότι (μάλλον αναποτελεσματικά) διασφάλιζαν την προστασία τους.

Οι επαναστάσεις προκύπτουν από πολιτικές καταστάσεις, κι όχι επειδή από κάποια πολεοδομική ευκολία για εξέγερση. Παρολαυτά, μια αστική ταραχή, ή ένας αυθόρμητος ξεσηκωμός μπορεί να η φωτιά που θα κάνει τον κινητήρα της επανάστασης να πάρει μπρος. Μια φωτιά που είναι πιθανότερο ν’ ανάψει σε πόλεις που ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν την εξέγερση. Ένας φίλος μου, που έτυχε να ηγηθεί της εξέγερσης του 1944 ενάντια στους Γερμανούς στο Quartier Latin του Παρισιού, περπάτησε στην περιοχή το ξημέρωμα μετά την Νύχτα των Οδοφραγμάτων το 1968, αντικρύζοντας με συγκίνηση ότι οι νεαροί που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1944 είχαν στήσει αρκετά απ’ τα οδοφράγματά τους στα ίδια ακριβώς σημεία με τότε. Κι ακόμα, θα προσέθετε ένας ιστορικός, στα ίδια μέρη που είχαν στηθεί τα οδοφράγματα του 1830, του 1848 και του 1871. Δεν προσφέρεται κάθε πόλη τόσο φυσικά σ’ αυτήν την εξάσκηση, όπου κάθε γενιά εξεγερμένων θυμάται ή ανακαλύπτει εκ νέου τα πεδία των μαχών των προγόνων της. Έτσι τον Μάη του 1968 οι πιο σφοδρές συγκρούσεις συνέβησαν γύρω απ’ τα οδοφράγματα της οδού Gay Lussac και πίσω απ’ την οδό Soufflot. Σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, στην Κομμούνα του 1871, ο ηρωικός Raoul Rigault που διέταξε το στήσιμο οδοφραγμάτων στην ίδια εκείνη περιοχή, συνελήφθη και σκοτώθηκε – την ίδια εκείνη μέρα του Μάη – απ’ τους Βερσαγιέζους. Δεν είναι κάθε πόλη σαν το Παρίσι. Η ιδιαιτερότητά του μπορεί να μην είναι πια αρκετή να επαναστατικοποιήσει τη Γαλλία, όμως η παράδοση και το περιβάλλον είναι ακόμα αρκετά ισχυρά για να παράγουν ότι πιο κοντινό σε μια επανάσταση, σε μια ανεπτυγμένη δυτική χώρα.

Σημειώσεις:

[1] Το κατά πόσο αυτά τα προάστια της εργατικής τάξης μπορούν να απομονωθούν απ’ το κέντρο της πόλης και να παραμείνουν άμεσος παράγοντας των εξεγέρσεων είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Το Sans στη Βαρκελώνη, το μεγάλο οχυρό του αναρχισμού, δεν έπαιξε κάποιον σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1936, ενώ το Floridsdorf στη Βιέννη, ένας εξίσου ισχυρός θύλακας του σοσιαλισμού, δεν κατάφερε πολύ περισσότερα απ’ το να μείνει σε απομόνωση αφότου οι εξεγέρσεις στην υπόλοιπη πόλη ηττήθηκαν το 1934.

Πολεοδομική ανάπλαση και βιοτική υποβάθμιση – Remap/Rethink Athens

Τριστάν Τζαρά: «Ιδού ένας κλονιζόμενος κόσμος και οι καλλιτέχνες ψευδογιατροί που ανησυχούν για τον καλλωπισμό του». 

7Αναδημοσίευση από το μπλογκ valuewhatworths

Αναπλάσεις, υποβαθμίσεις, εξευγενισμός, πολεοδομία, realestate, σύγχρονη τέχνη, γκαλερίστες, επιμελητές, εγκληματικότητα, μπάτσοι. Ας προσπαθήσουμε να συνδέσουμε κάποιες έννοιες που από μακριά δείχνουν ασυσχέτιστες αλλά τελικά τις ενώνουν πάρα πολλά.

Όταν η ανάπλαση φοράει το κουστούμι της τέχνης – Bienalle& Remap

Στην αρχή ήταν η 1η Mπιενάλε της Αθήνας, που με τις ανάλογες τυμπανοκρουσίες και φανφάρες που αρμόζουν σε ανάλογα καλλιτεχνικά γεγονότα από την ελίτ των απολιτίκ σάπιων καλλιτεχνικών κύκλων, άνοιξε τις πύλες της τον Σεπτέμβριο του 2007. Οι επιμελητές (Αυγουστίνος Ζενάκος, πρώην τεχνοκριτικός στο Βήμα, η διευθύντρια του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, Ξένια Καλπακτσόγλου, ιδιοκτησίας Δάκη Ιωάννου κι ο καλλιτέχνης Poka Yio, Πολύδωρος Καρυοφύλης) ξεκίνησαν, προεξοφλώντας φυσικά την στήριξη του συγκροτήματος Λαμπράκη και του Δάκη Ιωάννου (ιδιοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές της χώρας, της J&P Αβαξ).

Η Μπιενάλε μαζί με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, συμμετέχουν ενεργά και στην διεξαγωγή του Remap KM. Το RemapKM ξεκίνησε επίσης το 2007 και είναι μια διεθνής διοργάνωση σύγχρονης τέχνης. Η συνεργασία είναι εμφανής στα εξής σημεία: Πρώτον στην παραχώρηση χώρων για εκθέσεις και μουσικές εκδηλώσεις. Δεύτερον, η Μπιενάλε επικοινωνεί το RemapKM ως καλλιτεχνικό γεγονός που συμβαίνει στην Αθήνα, όπως κάνει και με πολλά άλλα.

Το μοντέλο της υποβάθμισης περιοχών για να μειωθεί η αξία των ακινήτων και να αγοραστούν από μεγαλοεπενδυτές αντί ενός πινακίου φακής, και μετά αναβαθμίζοντας και πάλι την περιοχή να τα μοσχοπουλήσουν στις 10πλάσιες τιμές είναι γνωστή πρακτική που εφαρμόζεται παγκοσμίως. Υποκινώντας αρχικά το στοίβαγμα μεταναστών 10-10 σε ετοιμόρροπες γκαρσονιέρες, μετακινώντας την πιάτσα της πρέζας με την συνδρομή των μπάτσων και προωθώντας την μικροπαραβατικότητα, το κράτος καταφέρνει να υποβαθμίσει συγκεκριμένες περιοχές για να τις αγοράσουν τα φιλαράκια του, οι επενδυτές, σε εξευτελιστικές τιμές. Μετά, αναγγέλοντας μια υποτιθέμενη ανάπλαση, είτε διώχνει τους μετανάστες από τα σπίτια τους καθώς ανεβαίνουν και πάλι οι τιμές, είτε τους απομακρύνει από κατειλημμένους χώρους και πάλι με τη συνδρομή των μπάτσων.

5

Αυτό έγινε και στην περίπτωση του Κεραμεικού-Μεταξουργείου όπου και λαμβάνει χώρα η Μπιεναλε και το Remap. Hκ. Ελένη Τζιρτζηλάκη (αρχιτέκτονας) αναφέρει: Μέσα από το ΔΝΑ (Δίκτυο Νομαδικής Αρχιτεκτονικής) είχαμε αντιμετωπίσει εδώ και χρόνια το ζήτημα του εκτοπισμού των κατοίκων από επενδυτές στην περιοχή. Οι κάτοικοι των κτηρίων αναγκάζονται να φύγουν όπως όπως για να πάνε να ζήσουν σε άλλες περιοχές στην περιφέρεια της Αθήνας ή ακόμη κάποιοι μουσουλμάνοι να επιστρέψουν στην Κομοτηνή ή αν πρόκειται για άστεγους μετανάστες να βγουν στον δρόμο. Επίσης ξέραμε ότι σε πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο μετανάστες (και όχι μόνο) και υπήρχε και μια γνωστή κατάληψη.

Όπως μετά έμαθα πρόκειται για επενδυτικό σχέδιο στην περιοχή Κεραμεικός – Μεταξουργείο, τα κτίρια έχουν αγοραστεί από έναν επενδυτή, και ο εκτοπισμός των κατοίκων ήταν γεγονός για να μπορέσουν τα κτίρια να είναι άδεια στην έναρξη της Μπιενάλε της Αθήνας.Τι έκαναν οι κάτοικοι; Δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν γιατί απ’ ό,τι μάθαμε τους έκοψαν το ρεύμα και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν και να βρεθούν στο δρόμο, στην περίπτωση αυτή εκτοπίστηκαν βίαια για να εισβάλει η Τέχνη στους χώρους.

Αυτό που γινόταν στις περιοχές γύρω από το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό, την Ομόνοια, την Αχαρνών, αλλά και τον Άγιο Παντελεήμονα, υπακούει πιστά στους κανόνες ενός πρότζεκτ που λέγεται «εξευγενισμός» και έχει ήδη εφαρμοστεί σε αμερικάνικες και ευρωπαϊκές πόλεις. Είναι ένας όρος που αποτελεί μετάφραση του αγγλικού «gentrification». Προέρχεται από τη λέξη «gentry» και σημαίνει «η αριστοκρατία των γαιοκτημόνων». Ο «εξευγενισμός» στην πράξη παραπέμπει στη διαδικασία με την οποία φτωχές εργατικές γειτονιές στο ιστορικό κέντρο της πόλης «ξεσκουριάζονται» (φρεσκάρονται) μέσω της εισροής ιδιωτικών κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να εισέρχονται σε αυτές αγοραστές και ενοικιαστές κατοικίας από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα.

1

Το παράδειγμα της κατεδάφισης των Halles – της κεντρικής αγοράς – στο Παρίσι, με την ταυτόχρονη εγκατάσταση του κέντρου Πομπιντού (μουσείο σύγχρονης τέχνης) στην περιοχή, είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα έναρξης της διαδικασίας εξευγενισμού, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στο Μαραί. Άλλα παραδείγματα εξευγενισμού ανά τον κόσμο συναντώνται σε Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Βαλτιμόρη, Καλιφόρνια, Σίδνευ, Παρίσι, Λονδίνο, Λάνκαστερ, Γλασκόβη, Βρέμη,
Βουδαπέστη, Άμστερνταμ, Κοπεγχάγη και ούτω καθεξής.

Το παράδειγμα του Μεταξουργείου χρησιμοποιεί ως εργαλείο εξευγενισμού την υποτιθέμενη τέχνη, που καλείται να διανθίσει τις ψυχές μας και να πετάξει στον δρόμο τους παρίες που οι εκπρόσωποι της κατ’ επίφαση τέχνης αποφάσισαν ότι δεν ταιριάζουν στο συνεκτικό πλαίσιο που θέλουν να προωθήσουν. Την πλειονότητα των “εκθεσιακών χώρων” αποτέλεσαν εγκαταλελειμμένοι βιομηχανικοί χώροι ή εργαστήρια στα οποία είχαν βρει στέγη άστεγοι και μετανάστες  και οι οποίοι εκτοπίστηκαν βίαια για χάρη της Τέχνης.

Όταν μπαίνουν οι μπάτσοι στο παιχνίδι

2

Διαβάζουμε σε ανακοίνωση της ΚΜ ΠΡΟΤΥΠΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ : Την Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010 στις 18:30 θα πραγματοποιηθεί συνάντηση ανάμεσα στους κατοίκους και εργαζομένους στην περιοχή Κεραμεικού – Μεταξουργείου και του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής με σκοπό τον διάλογο για τα προβλήματα της περιοχής ΚΜ και την επίλυσή τους. Η συζήτηση θα λάβει χώρα στην αίθουσα New York του Classical Imperial Hotel .

Τη συνάντηση την οργάνωσε ο Τσάκωνας, επενδυτής real estate που λυμαίνεται την περιοχή και ήθελε σώνει και καλά να την κάνει γκέτο για τους φραγκάτους φίλους του. Δημιούργησε την ΜΚΟ “ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά” μετά από διάφορες άλλες προσπάθειες με εκδηλώσεις σύγχρονης τέχνης  που δεν του βγήκαν. Ο Τσάκωνας, ένας ανεκδιήγητος τύπος που έβγαλε φράγκα στο Αζερμπαιτζάν στην περίοδο του εμφύλιου, εξαγόρασε ολόκληρη περιοχή στην Αντίπαρο και τη γέμισε με βίλες για το διεθνές τζετ σετ (βλ. Τομ Χανκς, Μαντόνα, κ.α.) και μετά θέλησε να κάνει κουμάντο στο πως θα γίνει το Μεταξουργείο.

Παρατηρούμε βέβαια ότι, όπως και η Χρυσή Αυγή, έτσι και οι επιχειρηματίες προσπαθούν να παρουσιαστούν ως απλοί κάτοικοι και πολίτες. Εξάλλου η κοινωνική συναίνεση επιτυγχάνεται ευκολότερα με “εξευγενισμένες λέξεις”.

Διάφοροι λοιπόν μαγαζάτορες, γκαλερίστες, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και θεατρικοί επιχειρηματίες συναντήθηκαν με το ΓΑΔΑρχη Μπαλάκο, τον ταξίαρχο Λουκά και τον αστυνομικό διευθυντή Δροσάκη (πρώην Α.Τ. Εξαρχείων) και συμφώνησαν να γίνουν εκτεταμένες επιχειρήσεις “σκούπα” από την ΕΛ.ΑΣ. σε Μεταξουργείο, Κεραμεικό, Πατησίων, Κολωνό και Ομόνοια.

Όταν η ανάπλαση φοράει το κουστούμι της κοινωνικής πολεοδομικής προσέγγισης – RethinkAthens

6

Το παραμυθάκι στην Ελλάδα άρχισε από το διάταγμα για την προστασία της Πλάκας (1982) το οποίο είχε σκοπό να απομακρύνει τα θορυβώδη κέντρα διασκέδασης, να μειώσει δραστικά την κυκλοφορία αυτοκινήτων, να περιορίσει τις επεμβάσεις στα κτήρια και να συγκρατήσει την κατοικία και άλλες παραδοσιακές χρήσεις. Απέδωσε σχετικά ως προς αυτούς τους στόχους, άλλαξε όμως  η κοινωνική σύνθεση της περιοχής καθώς παλιοί κάτοικοι χαμηλών εισοδημάτων δεν ήταν δυνατόν να παρακολουθήσουν την άνοδο των τιμών των ακινήτων και την εγκατέλειψαν.

Συνεχίστηκε με τον εξευγενισμό του Ψυρρή, μιας λαϊκής συνοικίας ιστορικά, με μικρές παραγωγικές επιχειρήσεις και εμπόριο σιδηρικών, δερμάτων κ.λ.π. Ο εξευγενισμός επιτεύχθηκε χωρίς ειδικές ρυθμίσεις με την είσοδο στο χώρο επενδυτών που προέβλεπαν και διαμόρφωναν τις αναδιατάξεις στο ιστορικό κέντρο και οι οποίοι αγόρασαν φτηνά ακίνητα, ασυντήρητα μεν αλλά υψηλής αρχιτεκτονικής αξίας, για να τα εκμεταλλευτούν με τεράστια κέρδη στη συνέχεια.

Και ερχόμαστε στο σήμερα όπου αναμένουμε μέσα στο 2014 την έναρξη των διαδικασιών για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και της Πατησίων (μέχρι το Μουσείο). Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. To 2012, μαζί με την αναγγελία του δείκτη ανεργίας στο 28%, είχαμε και την αναγγελία έργων αστικού εξωραϊσμού στην Πανεπιστημίου. Στις 21 Μαρτίου 2012 ο Τουρνικιώτης, ο οποίος ήταν επικεφαλής καθηγητής στο ερευνητικό πρόγραμμα του Μετσόβιου Πολυτεχνείου «Μεταλλασσόμενοι χαρακτήρες και πολιτικές στα κέντρα πόλης Αθήνας και Πειραιά», με κάθε τιμή και επισημότητα (συμπεριλαμβανόμενης της παρουσίας του τότε πρωθυπουργού  Παπαδήμου, του Σαμαρά, του Βορίδη, του Καμίνη και άλλων εξέχουσων προσωπικότητων), και με κάθε φλυαρία, παρουσίασε το σχέδιο μαζί με τον πρόεδρο του ιδρύματος Ωνάση.

1981-slum-clearance-burgoyne-rd_jbphotos

Το σχέδιο λέγεται Re-think Athens”, και χρηματοδοτείται από το ίδρυμα Ωνάση με 3 εκατομμύρια ευρώ. Το γιατί το ίδρυμα Ωνάση ενδιαφέρεται για μια τέτοια πολεοδομική επέμβαση είναι κάτι το οποίο παρουσιάζει ενδιαφέρον. Τα επιχειρήματα του κράτους και του συρφετού του είναι γνωστά και είναι αυτά που σερβίρει κάθε φορά που θέλει να εξαγνίσει το οτιδήποτε επιδέχεται αμφισβήτηση: ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη. Για ποιον όμως πράγματι γίνονται όλα αυτά; Η συζήτηση για το «γενικό καλό» εμπεριέχει μια υπεραπλούστευση της πραγματικότητας, που ισοπεδώνει διαφορές και συγκρούσεις.

Ποια ανακούφιση ακριβώς θα προσφέρει στους άνεργους και στα φαλιρισμένα καταστήματα αυτή η αστική ανάπλαση; Μήπως ο κόσμος αποφεύγει να ψωνίσει γιατί οι δρόμοι είναι ασφυκτικά αποπνικτικοί ή μήπως πολύ απλά γιατί η καπιταλιστική κρίση τον έχει οδηγήσει να μην έχει φράγκο στην τσέπη του;

Στο άλλο επιχείρημα του κράτους περί επιστροφής της κατοικίας στο κέντρο απαντάμε ότι το κέντρο ποτέ δεν έμεινε ακατοίκητο. Απλά οι κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, λούμπεν, εργάτες, πολιτικές καταλήψεις) που βρίσκονται σε αυτό είναι ανεπιθύμητες από την εξουσία. Από κοινωνικές ομάδες που το κράτος δεν μπορεί να βασιστεί σαν καταναλωτές και δεν συνάδουν με την εικόνα που θέλει να προωθήσει για την ευρωπαική ευθυγράμμιση του κέντρου του με τα αντίστοιχα κέντρα της Ευρώπης. Μια ευθυγράμμιση που δεν χωράει ούτε άστεγους, ούτε μικροπωλητές, ούτε μετανάστες, ούτε φτωχούς, ούτε οροθετικούς, ούτε κουτσούς, ούτε αλήτες.

bladerunnersketch-01

Όσον αφορά το επιχείρημα περί κυκλοφοριακής αναδιάρθρωσης, από την οπτική μας δεν μοιάζουν με οφέλη οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι στην Ακαδημίας και την Σταδίου που αναγκαστικά θα μετατοπισθεί η κινητικότητα των ΙΧ. Όσον αφορά την περιβαλλοντική αναβάθμιση που ευαγγελίζεται το κράτος η προαναφερθείσα συνέπεια και το καυσαέριο από το σταμάτα-ξεκίνα των γύρω δρόμων όπως και η ηχορύπανση δεν μοιάζουν και τόσο με περιβαλλοντική αναβάθμιση.

Άρα γιατί γίνονται όλα αυτά; Γιατί οι καθηγητές Alfredo Brillembourg και Hubert Klumpne, επιδοτούμενοι απ’ το ίδρυμα Ωνάση, αποφάσισαν (από επαγγελματική και ακαδημαϊκή άποψη) να οργανώσουν ένα εξάμηνο μάθημα στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης με θέμα την “αναβάθμιση του κέντρου της Αθήνας” . Ξέχασα να το αναφέρω αλλά μια ομάδα ειδικών  θα εκπονεί λύσεις που θα αντιμετωπίζουν προβλήματα καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές θα είναι οι πολίτες, που καλούνται να συμβάλλουν με την εμπειρία τους στην τελική διατύπωση των προτάσεων. Ο λόγος για το “Reactivate Athens”, που “κουμπώνει” με τη μεγάλη παρέμβαση για την Πανεπιστημίου, το “Rethink Athens”.

Είναι μια πολύ συνηθισμένη πρακτική που ακολουθεί το κράτος, η εντύπωση στην συλλογική συνείδηση ότι όλοι μαζί δημιουργήσαμε κάτι, όλοι μαζί βάλαμε πλάτες για τον “εξευγενισμό” του κέντρου, όλοι μαζί τα “φάγαμε”. Το κράτος χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που διαθέτει στην φαρέτρα του για την συλλογική αφομοίωση μιας κατευθυνόμενης ανάγκης για εξευγενισμό.

Το όλο εγχείρημα καταλήγει να γίνει και μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του Καμίνη, ερήμην του μάλιστα (ο καθηγητής Α. Μπρίλεμπουργκ  παρότρυνε ευθέως στη διάλεξή του να ψηφίσουμε τον Καμίνη), ο οποίος Καμίνης είχε αρχίσει την ανάπλαση και τον εξευγενισμό απο το 2012 με το να διώχνει τους άστεγους από την πλατεία Κλαυθμώνος ξηλώνοντας τα παγκάκια που κοιμόντουσαν.

Το rethinkAthens δεν είναι όμως απλά και μόνο μια περίπτωση gentrification(εξευγενισμός). Δεν υποβοηθάει μόνο το κτηματομεσιτικό κεφάλαιο να αντλήσει υπερκέρδη από την άνοδο των τιμών των ακινήτων που επιφέρει μια ενδεχόμενη ανάπλαση. Διαδραματίζει και έναν ιδεολογικό ρόλο που πραγματώνεται πάνω σε αυτό που τόσο εύστοχα είχε περιγράψει ο Νοαμ Τσόμσκι μιλώντας για την τεχνική της δημιουργίας προβλημάτων, και στη συνέχεια παροχής των λύσεων. Η συνταγή είναι η ίδια.

3

Πρώτα δημιουργείς ένα πρόβλημα, μια «έκτακτη κατάσταση» για την οποία μπορείς να προβλέψεις ότι θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού, ώστε το ίδιο να αποδεχθεί τα μέτρα που θα προτείνεις άκριτα. Για παράδειγμα αφήνεις να κλιμακωθεί η μικροπαραβατικότητα όπως η μετατόπιση της εμπορίας ναρκωτικών απο περιοχή σε περιοχή, ώστε το κοινό να ζητήσει τη λήψη μέτρων ασφαλείας.  Ή, ακόμη δημιουργείς την ΧΑ, την προωθείς με κάθε τρόπο, μετά την αφήνεις να σκοτώνει μετανάστες και μετά τους βάζεις φυλακή για να φανείς ο σωτήρας της υπόθεσης ακόμα και αν εσύ ζέσταινες το αυγό πριν εκκολαφθεί.

Η υπόδειξη του κράτους σαν τον μόνο εγγυητή της σταθερότητας έρχεται μέσα από μια σειρά πολλών παράλογων ερμηνειών που το ίδιο το κράτος δίνει υπερθεματίζοντας για την ανάπλαση του κέντρου όπως για παράδειγμα ότι: Το κλείσιμο των μαγαζιών δεν θα ερχόταν έτσι και αλλιώς λόγω της οικονομικής κρίσης άρα μάλλον φταίνε οι μετανάστες και οι πορείες. Μ’ ένα σμπάρο 2 τρυγόνια. Καταστέλλεις και πιο εύκολα τα μαχητικά κομμάτια της κοινωνίας που “καταστρέφουν” το κέντρο που όλοι μαζί εμείς οι φιλήσυχοι πολίτες (re-activate) δημιουργήσαμε. Εξαφανίζεις και τους μετανάστες μικροπωλητές  και τους αστέγους, απαγορεύεις και τις πορείες για το καλό της εθνικής οικονομίας! Πάντα μπορεί να παίξει και το ότι οι καημένοι οι τουρίστες δεν έρχονται στην Ελλάδα όχι επειδή υπάρχει κρίση και τα ελληνικά νησιά είναι πανάκριβα αλλά επειδή νιώθουν ανασφάλεια στην Αθήνα.

Μια ακόμα κρατική επιδίωξη είναι η προσπάθεια ορισμού του κέντρου με καταναλωτικούς όρους και με αποκλειστική αφετηρία κάθε κοινωνικού ζητήματος την καταναλωτική ευμάρεια. Πλούτος για τα αφεντικά, θέαμα, εμπορεύματα και αναψυχή για τις ορδές των φιλήσυχων πολιτών. Καταστολή για τα εξεγερμένα κομμάτια της κοινωνίας, τους μετανάστες και τους απόκληρους. Η συνταγή είναι γνωστή. Απλά αυτή την φορά στολίζεται με πεζόδρομους, τραπεζοκαθίσματα, ποδηλατόδρομους και σουβενίρς.

Τέλος ο μύθος περί μη οικονομικής αξιοποίησης του κέντρου που τόσο απροκάλυπτα το κράτος αναφέρει στα τηλεδελτία, ακολουθείται πάντα από την ύπαρξη μεταναστών που παρανομούν, την ύπαρξη κυκλωμάτων ναρκωτικών, του εγκλήματος και την απουσία του κράτους. Αν πάμε όμως πίσω στο 2004 θα δούμε ότι ενόψει των ολυμπιακών αγώνων και της μεγάλης πελατείας που θα έφερνε, εγκαταστάθηκαν κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών και πορνείας για την εξυπηρέτηση των τουριστών. Κάτι που τελικά αποδείχθηκε πολύ κερδοφόρο. Όπως κερδοφόρα αποδείχθηκε και η ενοικίαση διαμερισμάτων σε μετανάστες χρεώνοντάς τους με το κεφάλι και στεγάζοντας τους 10-10 μέσα σε τρώγλες, κάτι που συνεχίζεται έως σήμερα. Το κράτος λοιπόν ήταν πάντα παρόν όταν κάτω από την ανοχή του γινόντουσαν και γίνονται όλα αυτά όπως και γίνεται το κάθετι το οποίο εξυπηρετεί το κεφάλαιο και τα αφεντικά. Το κέντρο αξιοποιήθηκε καπιταλιστικά μέσω της υποβάθμισης αποκομίζοντας πολλαπλά κέρδη για τους κεφαλαιοκράτες και τα πάσης είδους τσιράκια του κράτους . Όμως ο καπιταλισμός από την φύση του ήταν και είναι αδηφάγος. Τα θέλει όλα. Το κράτος προετοιμάζεται για την “αναβάθμιση” της καταστολής, τον εξευγενισμό της εκμετάλλευσης. Είναι σειρά μας λοιπόν να υποβαθμίσουμε την βαρβαρότητα και να αναβαθμίσουμε τις πρακτικές μας.

Value Valuer

Πολλές ευχαριστίες στα παιδιά απο το στέκι Αρχιτεκτονικής για την βοήθεια που πήραμε από τη μπροσούρα τους  “RethinkAthens και η ιδεολογική/συμβολική σημασία του αθηναικού κέντρου”.

Άλλες πηγές : Indymedia ,Περιοδικό Σαράγεβο.

( Tο κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα ‘Απατρις στο τεύχος Απριλίου 2014 )

Gregor Ashworth – Αστικές Ταραχές

paris_1871Αναδημοσίευση από το κομπρεσέρ

Απόσπασμα από το βιβλίο του Gregor Ashworth: War and the City, Routledge, 1991.

κατεβάστε το pdf  εδώ

βρείτε το πρωτότυπο εδώ

Η συλλογική διατάραξη της δημόσιας τάξης μέσω ταραχών και διαδηλώσεων δεν χρειάζεται να είναι αποκλειστικά αστική, παρόλο που ακόμα και η Εξέγερση των Χωρικών του 1381 αποκορυφώθηκε με μια πορεία στο Λονδίνο. Οι ίδιες οι συγκεντρώσεις του πληθυσμού, βέβαια, καθιστούν πιο πιθανό ένα αστικό περιβάλλον, επίσης η συμβολική σημασία πολλών αστικών τόπων, καθώς και η εγγύτητα με τις κυβερνήσεις, παρέχουν περισσότερες ευκαιρίες. Οι δημόσιες ταραχές δεν αποτελούν ένα σύγχρονο φαινόμενο, αν και οι σύγχρονες τεχνικές των τηλεπικοινωνιών μπορεί να τις καταστήσουν πιο αποτελεσματικές ως πολιτικές διαδηλώσεις και να εξαπλώσουν την είδηση αντίστοιχων συμβάντων σε άλλους πιθανούς ταραξίες, δημιουργώντας έτσι μια μιμητική ακολουθία. Οι αστικές ταραχές υπήρξαν αρκετά αναμενόμενο και συχνό φαινόμενο του αστικού σκηνικού, έτσι ώστε οι περισσότερες πόλεις να έχουν γνωστά σημεία συνάθροισης για την οργάνωση τέτοιων διαδηλώσεων, τα οποία εντοπίζονται σε χώρους όπως η πλατεία Trafalgar του Λονδίνου ή το «Malieveld» της Χάγης.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ νόμιμης και παράνομης διαδήλωσης είναι δύσκολο να τραβηχτεί, και είναι τόσο θέμα επικρατούσας παράδοσης και συμβιβασμού, όσο και του νόμου. Αντίστοιχη είναι και η διάκριση μεταξύ εγκλήματος (και ειδικά του εγκλήματος δρόμου) και ταραχής, άλλωστε πολλές από τις αμυντικές τακτικές που περιγράφηκαν προηγουμένως (ενν. σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου) έχουν την προέλευσή τους τόσο στον μακροχρόνιο φόβο του όχλου[1], που επιβίωσε σε σημαντικό βαθμό το δέκατο ένατο αιώνα σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις, όσο και στο φόβο ατομικών εγκληματικών πράξεων.

Παρομοίως, η σχέση μεταξύ αστικών ταραχών, αστικής τρομοκρατίας και αντάρτικης εξέγερσης είναι περίπλοκη. Πολλές συλλογικές αναταραχές δεν έχουν καθόλου πολιτικές συνέπειες. Ο Jarowitz (1969) διέκρινε τις «κοινοτικές» από τις «εμπορευματικές» ταραχές στη βάση όχι του κινήτρου, αλλά του στόχου τους, που στην πρώτη περίπτωση είναι μια εθνική ή κοινωνική ομάδα και στη δεύτερη η ιδιοκτησία. Σε αυτές θα μπορούσε να προστεθεί ο γενικευμένος χουλιγκανισμός –που σχετίστηκε συγκεκριμένα με τους ποδοσφαρικούς αγώνες στη δυτική Ευρώπη στα ‘80ς– κατά τον οποίο οι στόχοι φαίνεται να επιλέγονται τυχαία. Οι αναταραχές, εντός κάποιων σαφών ορίων, μπορεί ακόμα να είναι ανεκτές. Για παράδειγμα, και σήμερα και στο παρελθόν, πολλές κοινωνίες έχουν ορίσει χρόνους αποδεκτής «οχλοκρατίας» ή «καρναβαλιού». Ωστόσο, πολλές ταραχές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητες και ακαθοδήγητες εκρήξεις οργής και απογοήτευσης για πραγματικές ή φανταστικές αδικίες.

Σε αυτό που ονομάστηκε το «μακρύ θερμό καλοκαίρι» των μέσων της δεκαετίας του ’60, όπου οι κάτοικοι των μαύρων γκέτο των αμερικανικών πόλεων προσέφυγαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εμπρησμούς, οι υποκείμενες αδικίες μπορεί να είχαν μια λογική, στα χρόνια των διακρίσεων ή της εγκατάλειψης, αλλά η επιλογή του χρόνου και των πόλεων φαινόταν να είναι απρόβλεπτη και ανοργάνωτη (Βutton 1978). Παρομοίως, η μελέτη του Georges (1978) για τις ταραχές του Newark το 1975, βρήκε δύσκολο να συσχετίσει την επιλογή του χρόνου ή της τοποθεσίας με συγκεκριμένες αδικίες. Σε μια λεπτομερή ανάλυση αυτού που ο Lewis (1976) ισχυρίζεται πως είναι μια συνεχής, 200-ετής παράδοση βίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταλήγει πως το πιο σημαντικό γεωγραφικό χαρακτηριστικό είναι απλά το πληθυσμιακό μέγεθος των πόλεων. Κατά τη διάρκεια της περιόδου του μεγαλύτερου ενδιαφέροντος των μέσων μαζικής ενημέρωσης (1964-8), το 80 τοις εκατό όλων των καταστροφών επί της ιδιοκτησίας και το 60 τοις εκατό όλων των τραυματισμών συνέβησαν σε μόνο πέντε πόλεις (Λος Άντζελες, Newark, Ντιτρόιτ, Ουάσιγκτον και Σικάγο). Οι πολύ λιγότερο σοβαρές αλλά από μερικές απόψεις παρόμοιες αναταραχές στις βρετανικές πόλεις το 1981 και το 1983 αποδείχθηκαν ξανά δύσκολο να προβλεφθούν ή να εξηγηθούν με βάση κοινωνικά, οικονομικά ή χαρακτηριστικά μεγέθους των σχετικών πόλεων (Peach 1985).

Μαζικές διαδηλώσεις που οργανώνονται για πολιτικούς σκοπούς, η επιδίωξη των οποίων είναι να αντιπαρατεθούν με τις αρχές μέσω πράξεων συλλογικής παραβίασης του νόμου, έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια ένα αποδεκτό, θεμιτό κομμάτι της πολιτικής σκηνής, ακόμα και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Η εμπειρία, μάλιστα, του annusmirabilis το 1989 στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη αποδεικνύει πως ίσως έχουν γίνει μια αναγκαία προπαρασκευή για την εγκαθίδρυση μιας τέτοιας δημοκρατίας. Επιπρόσθετα, η μαζική αστική ταραχή μπορεί να αποτελεί μέρος ενός πιο εκτεταμένου φάσματος στασιαστικών δραστηριοτήτων: για παράδειγμα, κάλυψη για τρομοκρατικές και αντάρτικες δολοφονικές πράξεις, ή μέρος της προπαγάνδας και της προετοιμασίας για μια επανάσταση πλήρους κλίμακας –αφού οι αδικίες δημοσιοποιούνται, προκαλείται υπερβολική αντίδραση των δυνάμεων ασφαλείας που αυξάνει την αδικία, και στρατολογούνται πιθανοί ακτιβιστές για τα επόμενα στάδια. Οι αναταραχές μεγάλης κλίμακας το 1986/87 του μαύρου πληθυσμού των Νοτιοαφρικανικών πόλων, και η παλαιστινιακή «εξέγερση» από το 1987 (Intifada) στις πόλεις της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας (παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις η λογοκρισία το έκανε δύσκολο να εξακριβωθεί), φαίνεται να είναι παραδείγματα ενός τέτοιου μίγματος λαϊκού αυθορμητισμού και πολιτικής ενορχήστρωσης, του οποίου ο σκοπός είναι να εδραιώσει τη νομιμότητα ενός αντάρτικου οργανισμού στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Μια τέτοια εδραίωση μπορεί να προκύψει σαν αποτέλεσμα των δράσεων των δυνάμεων ασφαλείας σε μια υπάρχουσα ταραχή. Το 1990 μέχρι και 20.000 σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων χρειάστηκε να μπουν δια της βίας στην κεντρική περιοχή του Baku, το οποίο είχε ήδη οχυρωθεί με οδοφράγματα από αντάρτες, ώστε να προστατεύσουν κυβερνητικά, κομματικά κτίρια και τον σιδηροδρομικό σταθμό του Subunchinsky. Οι απώλειες που ακολούθησαν ήταν αρκετές για να νομιμοποιήσουν τις αυτονομιστικές τάσεις του Αζερμπαϊτζάν.

Οι αντιδράσεις των αρχών στις ταραχές ή, μακροπρόθεσμα, στον φόβο της πιθανότητας ταραχών, ήταν κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους της αστικής ιστορίας είτε να οχυρώνουν θέσεις μέσα στην πόλη (η «λύση του κάστρου»[2]) είτε να απομακρύνονται από την πόλη, ή από μέρη της όπου οι δράσεις του όχλου ήταν πιο εξαπλωμένες (η «λύση των Βερσαλλιών»). Η πρώτη επιλογή υιοθετήθηκε από τους Νορμανδούς κατακτητές της Αγγλίας του ενδέκατου αιώνα, όπου το κάστρο στο ανάχωμά σχεδιάστηκε για να προστατέψει τη νέα κυβέρνηση από τους υπάρχοντες κατοίκους και να τους υποτάξει εκφοβίζοντας τους, παρά να τους προστατέψει από εξωτερική επίθεση. Για μεγάλο μέρος του Μεσαίωνα, μια τέτοια χρήση του κάστρου ήταν τόσο ο κανόνας όσο και η εξαίρεση. Ο Πύργος του Λονδίνου, η Βαστίλη του Παρισιού, το Vredenburg της Ουτρέχτης, και πολλά άλλα κάστρα, πρόσφεραν καταφύγιο στην αστική[3] κυβέρνηση από τους εξοργισμένους πολίτες, των οποίων η ανομία αφηνόταν να σβήσει στο εξωτερικό της πόλης.

Το πόσο τρωτές ήταν οι εθνικές κυβερνήσεις, ή ακόμα και οι αυτοκρατορικες, στην περίπτωση της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, μπροστά στον αστικό όχλο της πρωτεύουσας –του οποίου οι απαιτήσεις έπρεπε να κατευναστούν σε βάρος εθνικών πολιτικών– ήταν ένα επιχείρημα που προέτρεπε τη μετακίνηση των ανακτόρων και του κυβερνητικού μηχανισμού ώστε να μην είναι φυσικά προσιτά, στην πιο ειρηνική ύπαιθρο, έξω από την πόλη. Οι Βερσαλλίες του Bourbon του δέκατου έβδομου αιώνα ήταν μόνο μια νεότερη και μεγαλύτερης κλίμακας εκδοχή του αγγλικού Westminster που προηγήθηκε κατά 600 χρόνια. Στην ακραία της μορφή, αυτή η επιλογή ήταν ένας καθόλου ασήμαντος παράγοντας για τη δημιουργία νέων κυβερνητικών πόλεων που ιδρύονταν πέρα από την ενοχλητική επιρροή της μητρόπολης. Η Χάγη ήταν ένας τόπος διαφυγής μακριά από τον αναβρασμό των ολλανδικών πόλεων, των οποίων ο όχλος είχε ήδη δολοφονήσει την κυβέρνηση του Witt˙ Η Ουάσιγκτον μετακινήθηκε από τη Φιλαδέλφεια και τη Βοστόνη των οποίων οι ανυπότακτοι πολίτες είχαν ήδη καθοδηγήσει μια επιτυχημένη επανάσταση˙ και, στις πιο σύγχρονες εποχές, η ίδρυση πόλεων όπως η Μπραζίλια και το Ισλαμαμπάντ, έχει πολλά περισσότερα κοινά πέρα από την απλόχωρη και επιβλητική αρχιτεκτονική, με τις Βερσαλλίες του δέκατου έβδομου αιώνα.

Στην πιο μικρή κλίμακα, έχει γίνει από καιρό κατανοητό ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ των στοιχείων του πλέγματος των δρόμων και των οικοδομικών τετραγώνων, και της αποτελεσματικής ανάπτυξης των στρατιωτικών μέσων των δυνάμεων ασφαλείας, αν και αυτή η σχέση μπορεί να είναι υπεραπλουστευμένη. Είναι αλήθεια ότι οι στενοί, ακανόνιστοι δρόμοι και χώροι, στερούν από τις δυνάμεις ασφαλείας κάποια από τα εγγενή τους πλεονεκτήματα –ειδικά την ικανότητά τους να ελίσσονται και να παρατάσσουν τις μονάδες τους ασκώντας τη μεγαλύτερη δύναμη πυρός στα κρίσιμα σημεία. Μια τέτοια αστική μορφολογία είναι, σε στρατιωτικούς όρους, μια τυπική «κλειστή χώρα[4]», κάνοντας λιγότερο αποτελεσματική τη χρήση κινητών δυνάμεων (είτε του ιππικού ή των τανκς, είτε τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού). Στα πεδία πυρός γίνοναι περικοπές λόγω των κτιρίων, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα του πυροβολικού, και αυξάνοντας την εξάρτηση από όπλα μικρής εμβέλειας και πυκνής τάξης, όπου το συγκριτικό μειονέκτημα των πολιτών είναι πιθανό να είναι ελάχιστο.

Παρόλα αυτά, πολλά από αυτά τα μειονεκτήματα ισχύουν και για τους ταραχοποιούς -οι οποίοι αν πρόκειται να εκμεταλλευτούν το αριθμητικό τους μέγεθος, έχουν την ίδια ανάγκη για ανοιχτό χώρο και ευρείες γραμμές κίνησης. Επιπλέον, η ψυχολογία του όχλου απαιτεί την οπτική παρουσία μιας κρίσιμης μάζας συμμετεχόντων ώστε να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα ενός ασταμάτητου κύματος διαμαρτυρίας το οποίο θα συντρίψει την αντίδραση. Η Πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου μπορεί να υπήρξε ιδανικός, ανοιχτός και συμβολικός χώρος για μαζική αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης, αλλά ήταν εξίσου ιδανική το 1989 για εκκαθάριση μέσω των στρατιωτικών δυνάμεων.

Οι συνήθεις τακτικές της αστυνομίας –γνωστές ως «τεχνική του κοπαδιού[5]» σύμφωνα με τον Methvin (1970)– είναι, κατά σειρά προτεραιότητας: να αποκλείει ευάλωτες περιοχές˙ να περιορίζει τις ταραχές εντός συγκεκριμένων περιοχών της πόλης˙ και τρίτο, να εισδύει στην περιοχή των ταραχών και να διασκορπίζει τους ταραχοποιούς. Η λεπτομερής αστική μορφολογία παίζει ένα σημαντικό ρόλο και στα τρία στάδια. Το σώμα των ταραχοποιών και των διαδηλωτών διασπάται διώχνοντάς τους διά της βίας από τους ανοιχτούς χώρους των πλατειών και των λεωφόρων, διοχετεύοντάς τους σε στενότερους δρόμους και σοκάκια. Αυτό μπορεί να επιχειρηθεί είτε με το σωματικό σπρώξιμο από μεγάλο αριθμό άοπλων αστυνομικών, όπως στη Βρετανία (όπως περιγράφηκε με λεπτομέρεια από τον Deanne-Drummond (1975:108), είτε καταφεύγοντας σε χρήση βλημάτων εναντίον προσωπικού[6]. Είναι σημαντικό και στις δύο περιπτώσεις, ότι η διάταξη των δρόμων όχι μόνο επιτρέπει τη διαφυγή αλλά είναι και ακριβώς τέτοιου είδους «κλειστή χώρα» της οποίας η μορφολογία από μόνη της χωρίζει τους ταραχοποιούς σε μικρότερες πιο διαχειρίσιμες ομάδες, των οποίων η ορμή θα χαθεί από τη διασπορά. Πολλές από τις περιπτώσεις στις οποίες τέτοιες τακτικές αποτυγχάνουν, και καταλήγουν είτε σε κατάρρευση των δυνάμεων ασφαλείας είτε σε υπερβολική αντίδραση «αστυνομικών ταραχών» μπορούν να σχετιστούν με αποτυχίες στο σωστό χειρισμό της μορφολογικής διάταξης: για παράδειγμα, οδηγώντας τους ταραχοποιούς σε μια περιοχή από την οποία δεν μπορούν να διαφύγουν –η περίπτωση «καζάνι που σκάει» (Methvin 1970).

Το εγχειρίδιο του επανασχεδιασμού μιας πόλης με σκοπό να καταστεί περισσότερο ασφαλής σε ενδεχόμενη αστική ταραχή, είναι έργο του Βαρόνου Haussmann, διοικητή του Παρισιού κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία με τη βοήθεια του Παρισινού όχλου, και για το λόγο αυτό, εκτιμούσε τη σημασία του. Τα οδοφράγματα είχαν ανεγερθεί το λιγότερο οχτώ φορές ανάμεσα στο 1827 και το 1849 στους δρόμους του Παρισιού. Οι νέες φαρδιές λεωφόροι, όπως η Rue de Rivoli, Boulevard Sevastopol και Boulevard Voltaire, οι οποίες διανοίχτηκαν μέσα σε κάποιες από τις εναπομείνασες πυκνοκατοικημένες συνοικίες της εργατικής τάξης εντός των τειχών, βελτίωσαν δραματικά την προσβασιμότητα και τα πεδία πυρός. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης μπορούσε τώρα να έρθει υπό έλεγχο «με το φύσημα ενός κανονιού[7]», όπως είχε δείξει πρώτος ο Ναπολέοντας το 1974. Τέτοιες λεωφόροι μέσα στην καρδιά της πόλης συχνά συνδέονταν με νέους στρατώνες (όπως την Caserne Vitrine στη Rue de la Republique) ώστε να διευκολυνθέί η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνάμεων μέσα στις περιοχές της εργατικής τάξης. Η διπλή ειρωνεία ήταν ότι, πρώτον, αυτά τα προληπτικά μέτρα, τα οποία σκόπευαν να αποτρέψουν έναν αστικό ξεσηκωμό, πάρθηκαν αμέσως πριν την, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πιο σοβαρή εξέγερση σε μεγάλη πρωτεύουσα (την Παρισινή Κομμούνα του 1871), και δεύτερον, ότι η κατεδάφιση και η μεταστέγαση που χρειάστηκε για να δημιουργηθούν αυτές οι προφυλάξεις πρέπει να συνέβαλλαν σημαντικά στην αίσθηση αδικίας η οποία πυροδότησε την ίδια την εξέγερση την οποία είχαν σχεδιαστεί να εμποδίσουν.

Οι πολεοδομικές ιδέες που μπήκαν σε εφαρμογή από τον Haussmann στο Παρίσι είχαν πολυάριθμους μιμητές στις επαρχιακές γαλλικές πόλεις στο τρίτο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα (Sutcliffe 1970). Ήταν μοντέρνες αντιλήψεις για το πώς μια «σύγχρονη» πόλη έπρεπε να σχεδιάζεται, παρά συνειδητές προσπάθειες να δημιουργηθεί μια αστική μορφολογία ανθεκτική στις ταραχές, και τα όποια πλεονεκτήματα ασφάλειας θεωρούνταν ευπρόσδεκτα ως τυχαίες παρενέργειες. Σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ εύκολο να συνδεθούν τέτοιες εξελίξεις με μια ξεχωριστή πόλη και έναν ξεχωριστό εμπνευστή. Όπως εξακρίβωθηκε για κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ένα σημαντικό κίνητρο για το ξαναχτίσιμο της πόλης μετά το 1850 ήταν «να απομακρυνθούν οι χώροι που ενθάρρυναν την πολιτική αναταραχή» (Hall 1986:28). Μια γενιά νωρίτερα, οι ανοικοδομημένες περιφερειακές λεωφόροι της Βιέννης των Αψβούργων βοήθησαν στην καταστολή των αναταραχών στους δρόμους του 1848-49 (μέσω ενός συνδυασμού κανονικού πυροβολικού και ιππικού) αφότου είχαν φτάσει κοντά στην ανατροπή μιας αυτοκρατορικής δυναστείας. Οι πρώτες προτάσεις για την «περιφερειακή» ζώνη ήταν να αφεθεί ακάλυπτη σαν «cordonesanitaire[8]» ανάμεσα στις κυβερνώσες και τις κυβερνώμενες τάξεις. Το σχέδιο που υιοθετήθηκε τελικά, περιλάμβανε κάποιους νέους στρατώνες, ιδιαιτέρως το Franz Josef Kaserne, για τη στέγαση μιας «δύναμης ταχείας αντίδρασης» που θα χρησιμοποιούνταν στα προάστια της εργατικής τάξης. Παρόμοια ανάπτυξη ενός νέου συστήματος δρόμων, μαζί με την κατασκευή στρατώνων για τις στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσαν να αναπτυχθούν κατά μήκος τους, διαπιστώθηκε σε πόλεις τόσο διαφορετικές όπως η Βαρκελώνη και η Στοκχόλμη (Hall 1986).

Εκατό ακόμη χρόνια νωρίτερα, το μπαρόκ residenzstadte[9] μιας σειράς από Γερμανούς κυρίαρχους βασιλιάδες, πρίγκιπες, δούκες και επισκόπους είχε αναδομήσει τις μεσαιωνικές τους πρωτεύουσες με πομπώδεις οδούς, κεντρικές πλατείες και ροτόντες, και μια αυστηρή, γεωμετρική διάταξη των δρόμων (Mumford 1961). Θα ήταν παρατραβηγμένο να εισηγηθούμε πως τέτοιες προσπάθειες πήγασαν πλήρως, ή έστω κυρίως, από τον φόβο των ηγεμόνων του ασταθούς όχλου που κατέκλυζε τους μεσαιωνικούς δρόμους και τα σοκάκια της παλιάς πόλης. Μια επιθυμία για αρχιτεκτονική επίδειξη και για δημόσια εκδήλωση των συμβόλων της εξουσίας, ήταν ισχυρότερα κίνητρα από τη δημιουργία πεδίων πυρός για το πυροβολικό ή χώρου για τους ελιγμούς της τακτικής βασιλικής φρουράς. Στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο ακόμα και να συσχετιστούν αυτές οι μορφές σχεδιασμού με ένα πολιτικό ολοκληρωτισμό ο οποίος ενθαρρύνει τη λαϊκή ανταρσία, όταν σχεδιασμένες πόλεις από την Ουάσιγκτον ως την Canberra έτειναν να υιοθετούν τέτοια στυλ ως τα πιο κατάλληλα για την κυβέρνηση.

Είναι επίσης ωφέλιμο να θυμόμαστε, σαν ένα αντιστάθμισμα σε μια υπερ-ντετερμινιστική άποψη της σχέσης του αστικού σχεδιασμού και του επιτυχημένου ελέγχου των ταραχών, ότι μερικές από τις πιο επιρρεπείς σε ταραχές πόλεις της Ευρώπης έχουν τα ίδια τα χαρακτηριστικά που ευνοούν έναν τέτοιο έλεγχο. Η Βαρκελώνη, η πόλη της οποίας η φήμη για διαδοχικές πολιτικές ταραχές, στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα, ήταν τέτοια που οι αρχές είχαν αριθμήσει τις πέτρες της πλακόστρωσης ώστε να αντικαθίστανται εύκολα μετά από κάθε κακομεταχείρισή τους ως δομικά υλικά για οδοφράγματα, είχε ξαναχτιστεί με το σχέδιο αραιού καννάβου του Cerda. Ομοίως, ένας αμερόληπτος αντάρτης που ψάχνει για μια κατάλληλη αστική διάταξη για μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις συμβατικές δυνάμεις, θα τοποθετούσε το St. Petersburg πολύ χαμηλά στη λίστα προτίμησης πόλεων. Μια και όχι μόνο κυριαρχείται από φαρδιές λεωφόρους, αλλά επίσης, τα περάσματα του ποταμού του ελέγχονται εύκολα από έναν περιορισμένο αριθμό γεφυρών, κάποιες από τις οποίες ήταν στην πραγματικότητα κινητές. Το γεγονός ότι διαδοχικές κυβερνήσεις ανατράπηκαν με τη βοήθεια ακριβώς τέτοιας μαζικής ανταρσίας το 1917, αλλά αντιστάθηκαν επιτυχώς στην ίδια πόλη το 1905 και το 1920, δείχνει πως η χωρική διάρθρωση είναι μόνο ένας ενισχυτικός παράγοντας –δευτερεύουσας σημασίας όταν συγκρίνεται με το επίπεδο της ικανότητας και της αποφασιστικότητας των δυνάμεων ασφαλείας και αυτών που τις ελέγχουν.


[1] ΣτΜ. Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον «όχλο του Λονδίνου» και τον «φόβο του όχλου» στο άρθρο των JOHN REES και LINDSEY GERMAN, Η Σύντομη Ιστορία των Εξεγέρσεων του Λονδίνου στο blog του //Παραλληλογράφου//: http://parallhlografos.wordpress.com/η-σύντομη-ιστορία-των-εξεγέρσεων-του-λ/

[2] ΣτΜ.Citadel στο πρωτότυπο. Με την έννοια της οχυρωματικής θέσης που δεσπόζει μέσα σε μια πόλη, μιας ακρόπολης-οχυρού.

[3]  ΣτΜ. Urban στο πρωτότυπο.

[4] ΣτΜ. Close country στο πρωτότυπο: στη στρατιωτική ορολογία σημαίνει μια πυκνόφυτη περιοχή γεμάτη θάμνους, από το Charles James, A New and Enlarged Military Dictionary, London, 1802.

[5] ΣτΜ. Herding sheep technique στο πρωτότυπο: η τεχνική της βόσκησης προβάτων αν μεταφραστεί κυριολεκτικά.

[6] ΣτΜ. Στη στρατιωτική ορολογία είναι τα βλήματα (οτιδήποτε εκτοξεύεται δηλαδή) που χρησιμοποιείται ενάντια σε ανθρώπους (και όχι κτίρια για παράδειγμα).

[7] ΣτΜ. «Α whiff of grapeshot» στο πρωτότυπο: έκφραση που σχετίζεται με το Ναπολέοντα ο οποίος σε μια μάχη στις 5 Οκτωβρίου του 1795 (και όχι το 1974) κατάφερε να διαλύσει έναν όχλο που υπερασπιζόταν το βασιλιά «με τον πυροβολισμό ενός κανονιού». Grapeshot είναι ένα παλιό είδος πυρομαχικού για κανόνια το οποίο όμως λειτουργεί με διασπορά, κάνει περίπου την ίδια δουλειά που κάνει το βλήμα της καραμπίνας με τα σκάγια, αλλά σε κλίμακα κανονιού.

[8] ΣτΜ. Υγειονομική ζώνη, γαλλική έκφραση για τη ζώνη που εκκενώνεται γύρω από μια περιοχή που έχει τεθεί σε καραντίνα

[9] ΣτΜ. Πόλη-κατοικία ενός βασιλιά ή μιας δυναστείας. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η Απαγορευμένη Πόλη στο Πεκίνο.

Βιβλιογραφία

Jarowitz, M. (1969) ‘Patterns of collective racial violence’, in H.D.Graham and T.R.

Gunn (eds) Violence in America: Historical and Comparative Perspectives, New York: Bantam.

Button, J.W. (1978) Black Violence: The Political Importance of the 1960’s Riots, Princeton, N.J.: Princeton University Press.

Georges, D.E. (1978) Geography of Crime and Violence: A Spatial and Ecological Perspective, Research papers 78.1, Albany: State University of New York.

Lewis, G.M. (1976) ‘Geographical aspects of race-related violence in the United States’, in J.Wreford Watson and T.O’Riordan (eds) The American Environment: Perceptions and Policies, New York.

Peach, C. (1985) ‘Immigrants and the 1981 urban riots in Britain’, in P.E.White and B.van der Knaap (eds) Contemporary Studies in Migration, Norwich: Geobooks.

Methuin, E.H. (1970) The Riot Makers, New Rochelle, N.Y.: Burlington House.

Deane-Drummond, A. (1975) Riot Control, London: Thornton Cox.

Sutcliffe, A. (1970) The Autumn of Central Paris: The Defeat of Town Planning, London: Edward Arnold.

Hall, T. (1986) Planting Europaischer Hauptstadte, Stockholm: Almquist & Wiksell.

Mumford, L. (1961) The City in History, Harmonsworth: Penguin Books.

Ποιος είναι ο εχθρός του Μουντιάλ;

Αναδημοσίευση από το μπλογκ Στάχτη και Burberry
Ο εχθρός κάποτε ήταν τα διπλανά έθνη. Οι πόλεμοι εναντίον τους διεξάγονταν σε μεγάλες πεδιάδες, υψίπεδα και κάμπους καθώς και στις ανοιχτές θάλασσες. Στη συνέχεια εχθρός έγιναν οι τρομοκρατικές οργανώσεις. Οι πόλεμοι εναντίον τους έγιναν πιο στοχευμένοι, με μικρότερο εύρος και με σκηνικό κυρίως το αστικό πεδίο. Η Καμπούλ, η Βαγδάτη, το Τελ Αβίβ, μερικές από τις στρατιωτικοποιημένες πόλεις όπου οι δυνάμεις καταστολής πολεμούν έναν εχθρό χωρίς πρόσωπο.

Και όσο οι πόλεις μεγαλώνουν (ήδη ο συνολικός πληθυσμός των πόλεων για πρώτη φορά υπερβαίνει τον συνολικό πληθυσμό της υπαίθρου) τόσο το πρόσωπο του εχθρού θα γίνεται πιο ασαφές. Και είναι αυτή η ασάφεια του εχθρού εντός των πόλεων που κάνει ολόκληρο τον πληθυσμό τους ύποπτο και εν δυνάμει εχθρό. Ο πληθυσμός στις πόλεις του Ιράκ, της Παλαιστίνης και της Συρίας βάλλεται αδιάκριτα στο κυνήγι των απρόσωπων ανταρτών ή τρομοκρατών (ανάλογα ποια ρητορική ακολουθεί κανείς). Και σταδιακά στις πόλεις αυτές, ο εχθρός έπαυσε να είναι εκείνο το κομμάτι του πληθυσμού που εξεγέρθηκε και έγινε ολόκληρος ο πληθυσμός. Ο οποίος βέβαια χρειάζεται να ηττηθεί.

Το επίκεντρο της νέας μορφής πολεμικών συρράξεων έχει μετακινηθεί στο κέντρο των πόλεων, στους δρόμους και τις πλατείες αυτών, στους ουρανοξύστες, στα τεράστια μπλοκ διαμερισμάτων, στις φαβέλες, στις παραγκουπόλεις, στα γκέτο, στις βιομηχανικές περιοχές, στις σήραγγες των μετρό, κάτω από τις γέφυρες, στις λαϊκές αγορές και τα σούπερ μάρκετ, σε κάθε μορφή αστικής μητροπολιτικής γεωγραφίας. Ένας πόλεμος που δεν κηρύσσεται, που δεν ολοκληρώνεται, που μπορεί να διαρκεί στο διηνεκές.

Στη Βραζιλία, με αφορμή τη διοργάνωση του Μουντιάλ καταδεικνύεται χαρακτηριστικά τι σημαίνει ο εχθρός να είναι ολόκληρος ο πληθυσμός των πόλεων. Οι παγκοσμιοποιημένες ελίτ, είτε αυτές εκφράζονται από διεθνοποιημένα κεφάλαια και κερδοσκοπικούς οργανισμούς (εταιρίες και τράπεζες) είτε από φαινομενικά αθώους ή δημοφιλείς υπερεθνικούς οργανισμούς (πχ FIFA) πλέον χτυπούν τους κατοίκους των βραζιλιάνικων πόλεων ευθέως. Τους εκτοπίζουν, παίρνουν βίαια τη γη και τα σπίτια τους, μολύνουν το περιβάλλον τους, καταλαμβάνουν τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές, καταστρέφουν τις δουλειές τους ή μεταχειρίζονται το εργατικό δυναμικό ως σκλάβους, σε μια νέα, εξελιγμένη μορφή αποικιοκρατίας, σε μια προχωρημένη μορφή ιμπεριαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα.

Για να το κάνουν αυτό έχουν μετατρέψει τις δυνάμεις αστικής καταστολής, την αστυνομία δηλαδή, σε στρατό: Υπερσύγχρονος οπλισμός, βαρύς ενδυματολογικός εξοπλισμός, στρατιωτικές επιχειρήσεις, ειδικές δυνάμεις, φρουρές, τεθωρακισμένα, πύραυλοι σε ταράτσες. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε μητροπολιτικό κέντρο. Κάμερες, παρακολούθηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, βιομετρική καταγραφή προσωπικών δεδομένων, παρακολούθηση μέσω δορυφόρων και GPS, παρακολούθηση και καταστολή μέσω droids. Για την αντιμετώπιση του εχθρού, του ίδιου του πληθυσμού. Με το πρόσχημα της αστικής τρομοκρατίας, ο πυροβολισμός έγινε δικαίωμα. Ο Μενέζες (νεαρός, μετανάστης, φτωχός και συμπτωματικά Βραζιλιάνος) ήταν ένα από τα πρώτα θύματα σε αυτή τη νέα μορφή σύρραξης σε μεγαλούπολη στη δύση.

Οι τεράστιες πόλεις της Βραζιλίας, το Ρίο και το Σάο Πάολο, δείχνουν πώς θα είναι η ζωή στις μεγαλουπόλεις του μέλλοντος. Πόλεις κατειλημμένες από την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες. Πάνοπλοι αστυνομικοί παντού. Η εικόνα τους να σπέρνει τον τρόμο και να επιβεβαιώνει την επιβολή, μετατρέποντας τον κινηματογραφικό ρόμποκοπ σε μια ευχάριστη δυστοπική ανάμνηση. 

Δεν ξεχνώ, πως και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Σαμάρας έχει δηλώσει με σαφήνεια: “Να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας”. Παίρνω τη δήλωση αυτή εξαιρετικά σοβαρά. Η τοποθέτησή της δήλωσης στο παραπάνω πλαίσιο, σε συνδυασμό με το σχεδόν στρατιωτικοποιημένο κέντρο της Αθήνας, την εξαθλιωτική φτωχοποίηση του πληθυσμού και την ανεπίσημη μετατροπή της Ελλάδας από αστική δημοκρατία σε οικονομική αποικία, φτιάχνουν ένα μέλλον για όλους μας που το βλέπουμε τώρα αλλού. 

Λάγκος, Βαγδάτη, Μουμπάϊ, Καμπούλ, Μογκαντίσου.
Ρίο, Σάο Πάολο
Κωνσταντινούπολη, Κίεβο,  Λονδίνο, Αθήνα.
Σύντομα και στην πόλη σου. 
Οι παλιοί στο Στάχτη και Burberry ίσως να θυμάστε, στο μακρινό 2008, τότε που η στρατικοποίηση της Αθήνας βρισκόταν στα αρχικά της βήματα, είχαμε παρουσιάσει αναλυτικά τη νέα κολλεξιόν, την τελευταία λέξη της τότε μόδας στην αστυνομική στολή. Αν και ελαφρά ντεμοντέ πια: “Κομψότητα και στυλ για τον αστυνόμο που ξέρει τι θέλει“. 

Σημειώσεις:
Ο Stephen Graham έχει κάνει εξαιρετική ανάλυση στο ζήτημα των αστικών συρράξεων. Το βιβλίο του Cities Under Siege μπορείτε να το βρείτε με τη μορφή PDF ελεύθερο με μια απλή αναζήτηση στο Google. Έβαλε σε τάξη τις σκέψεις μου σε αυτήν την ανάρτηση.