Η ζωή ως εμπόρευμα

big

Ακολουθεί απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του Fredy Perlman, “Η αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής”, με τίτλο “Η ζωή ως εμπόρευμα”. Το συγκεκριμένο βιβλίο εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1980 σε συνεργασία με τον Robert Cooperstein ο οποίος ασχολήθηκε με το θέμα “Η αναπαραγωγή του ανθρώπινου κεφαλαίου” .

Αναδημοσίευση απο: Μουσικά Αφιερώματα

Η ζωή ως εμπόρευμα

«…Μόλις οι άνθρωποι αποδεχτούν το χρήμα ως ισοδύναμο της ζωής, η πώληση της ζωντανής τους δραστηριότητας γίνεται προϋπόθεση της φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης τους. Η ζωή ανταλλάσσεται με την επιβίωση. Δημιουργία και παραγωγή καταλήγει να σημαίνει πουλημένη δραστηριότητα. Η δραστηριότητα ενός ανθρώπου είναι ‘‘παραγωγική’’, χρήσιμη στην κοινωνία, μόνο όταν είναι πουλημένη δραστηριότητα. Και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι παραγωγικό μέλος της κοινωνίας μόνο αν οι δραστηριότητες της καθημερινής του ζωής είναι πουλημένες δραστηριότητες…

…Η δημιουργική δραστηριότητα παίρνει τη μορφή της εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή της παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών, και τα δημιουργήματα της ανθρώπινης δραστηριότητας παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων…

…Οι άνθρωποι ανταλλάσσουν το δημιουργικό περιεχόμενο της ζωής τους, την πρακτική καθημερινή δραστηριότητα τους, για χρήμα… Μόλις οι άνθρωποι αποδεχτούν τους όρους αυτής της ανταλλαγής, η καθημερινή δραστηριότητα παίρνει τη μορφή της οικουμενικής εκπόρνευσης…

…[Δουλειά είναι] η πουλημένη δημιουργική δύναμη, η εμπορευματοποιημένη καθημερινή δραστηριότητα… Είναι αδιάφορη δραστηριότητα… μόνη της ιδιότητα είναι η εμπορευσιμότητα της. [Αυτός που δουλεύει, αδιαφορεί για το ίδιο το έργο του, για το σκοπό του έργου, αλλά και για τον αγοραστή αυτού του έργου.] …Δουλειά σημαίνει μόνο ‘‘κερδίζω λεφτά’’· …το σκάψιμο, η τυπογραφία και η ζαχαροπλαστική είναι διαφορετικές δραστηριότητες, αλλά και οι τρεις είναι ‘‘δουλειές’’ υπό την καπιταλιστική κοινωνία… [η δημιουργία, η ουσία της ζωής, καταντά ‘‘δουλειά’’, πουλημένη δραστηριότητα, μέσο για να ‘‘κερδίσουμε λεφτά’’, οδυνηρό μέσο επιβίωσης]…

…Η πουλημένη δραστηριότητα γίνεται ιδιοκτησία του αγοραστή, τίθεται υπό τον έλεγχο του αγοραστή… [Το δικό μου έργο γίνεται ξένο προς εμένα, γίνεται ιδιοκτησία ενός άλλου, του αγοραστή- ιδιοκτήτη.] …Έτσι η ζωή ενός ανθρώπου, τα επιτεύγματα του, η προσφορά του στη ζωή της ανθρωπότητας, δεν υποβιβάζονται απλώς σε δουλειά, οδυνηρή προϋπόθεση της επιβίωσης, αλλά και αποξενώνονται από το δημιουργό, γίνονται έργα του αγοραστή. Στην καπιταλιστική κοινωνία, οι αρχιτέκτονες, οι μηχανικοί, οι εργαζόμενοι, δεν είναι δημιουργοί· δημιουργός είναι ο καπιταλιστής που τους πληρώνει… τα επιτεύγματα τους γίνονται ιδιοκτησία του…

…Εφόσον η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή, είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Είναι εκλογίκευση και απολογία. Η ‘‘ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών’’ δεν είναι σκοπός ούτε του καπιταλιστή ούτε του εργάτη, δεν είναι καν αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής.

Ο εργάτης πουλά την εργατική του δύναμη για να πάρει ένα μισθό. Του είναι αδιάφορο το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγωγής. Χωρίς μισθό δεν πρόκειται να δουλέψει για τον καπιταλιστή, αδιάφορο πόσες ανθρώπινες ανάγκες θα ικανοποιήσουν τα προϊόντα του εργοδότη.

Ο καπιταλιστής αγοράζει εργατική δύναμη και τη χρησιμοποιεί στην παραγωγή εμπορευμάτων, πωλήσιμων προϊόντων. Αδιαφορεί για τις συγκεκριμένες ιδιότητες των προϊόντων, όπως αδιαφορεί και για τις ανάγκες των ανθρώπων. Ενδιαφέρεται μόνο για το ύψος των τιμών που μπορεί να πουλήσει, την ποσότητα των προϊόντων που οι οι άνθρωποι ‘‘χρειάζονται’’ να αγοράσουν, και για πώς θα καταφέρει να τους χειραγωγήσει να ‘‘χρειάζονται’’ περισσότερα, μέσω της προπαγάνδας και του ψυχολογικού εθισμού. Σκοπός του καπιταλιστή είναι να ικανοποιήσει τη δική του ανάγκη μεγιστοποίησης και αναπαραγωγής του Κεφαλαίου, και αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι η διευρυμένη αναπαραγωγή της μισθωτής δουλείας και του Κεφαλαίου (πράγμα που δεν είναι ‘‘ανθρώπινες ανάγκες’’)…

…Αυτός που δουλεύει, αγοράζει με το μισθό του εμπορεύματα για να συντηρηθεί, για να αναπληρώσει την ζωτική του ενεργεία, για να συνεχίσει να την πουλά… Καταναλώνει και θαυμάζει παθητικά τα προϊόντα της ανθρωπινής δραστηριότητας, σαν θεάματα… Τα εμπορεύματα, τα θεάματα, τον καταναλώνουν… καταναλώνεται από τα πράγματα… Με αυτή την έννοια, όσο περισσότερα έχει, τόσο λιγότερο είναι… Δεν ζει ως ενεργός παράγων που μετασχηματίζει τον κόσμο. Αλλά ως ανήμπορος, ανίκανος θεατής, ίσως να αποκαλεί ‘‘ευτυχία’’ αυτή την κατάσταση παθητικού θαυμασμού, και εφόσον η δουλειά είναι οδυνηρή, ίσως να επιθυμεί να είναι ‘‘ευτυχής’’, δηλαδή αδρανής όλη του τη ζωή (μια κατάσταση παρόμοια με το να γεννηθείς νεκρός)…»

Πόλεις κι Εξεγέρσεις – Eric J. Hobsbawm

twitter1Αναδημοσίευση απο το πρακτορείο rioters

Οτιδήποτε άλλο κι αν είναι μια πόλη, είναι την ίδια στιγμή ο τόπος που κατοικεί ένας συγκεντρωμένος πληθυσμός φτωχών ανθρώπων, και στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χώρος μιας πολιτικής εξουσίας που επηρεάζει τις ζωές τους. Ιστορικά, ένα από τα πράγματα που οι πληθυσμοί των πόλεων έκαναν γι’ αυτό, ήταν να διαδηλώνουν, να κάνουν ταραχές ή εξεγέρσεις, ή να εξασκούν εν πάσει περιπτώσει μια άμεση πίεση στις αρχές που συμβαίνει να δρουν στην εμβέλειά τους. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους μιας πόλης εάν η εξουσιαστική αρχή της πόλης είναι τοπική, ή αν σε άλλες περιπτώσεις είναι ευρύτερη, εθνική, ή ακόμα και παγκόσμια. Ωστόσο, κάτι που επηρεάζει τους υπολογισμούς τόσο των αρχών όσο και των πολιτικών κινημάτων που θέλουν ν’ ανατρέψουν καθεστώτα, είναι εάν οι πόλεις είναι πρωτεύουσες (ή -κάτι που έχει ανάλογη σημασία- ανεξάρτητες πόλεις-κράτη), ή έδρες γιγαντιαίων εθνικών ή πολυεθνικών οργανισμών, καθώς εάν είναι, οι αστικές ταραχές κι εξεγέρσεις μπορούν να πάρουν πολύ πιο δυναμική τροπή απ’ ότι αν η αρχή της πόλης είναι απλά τοπική.

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι το πώς η δομή των πόλεων έχει επηρεάσει λαϊκά κινήματα αυτού του είδους, και αντιστρόφως, τί επίδραση είχε ο φόβος τέτοιων κινημάτων στην αστική πολεοδομία. Το πρώτο σημείο είναι πολύ πιο γενικό από το δεύτερο. Λαϊκές ταραχές, εξεγέρσεις και διαδηλώσεις, είναι ένα σχεδόν παγκόσμιο φαινόμενο των πόλεων, κι όπως ξέρουμε τώρα, συμβαίνει πλέον ακόμα και στις πιο ευημερούσες μητροπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου. Από την άλλη, ο φόβος τέτοιων επεισοδίων είναι αδιάλειπτος. Μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος, ως αναμφίβολη παράμετρος της ύπαρξης των πόλεων, με την μορφή που είχε στις περισσότερες προ-βιομηχανικές πόλεις, ή με την μορφή των αναταραχών που ξεσπούν περιοδικά και σβήνουν χωρίς να παράγουν κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα στη δομή της εξουσίας. Μπορεί να υποτιμηθεί, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ταραχές ή εξεγέρσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ή επειδή παρέχονται θεσμικές εναλλακτικές σ’ αυτές, όπως οι μηχανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι εκλογές. Υπάρχουν άλλωστε, πλέον, ελάχιστες διαρκώς ταραχώδεις πόλεις. Ακόμα και το Παλέρμο, που πιθανώς κατέχει το πανευρωπαϊκό ρεκόρ με 12 εξεγέρσεις μεταξύ του 1512 και του 1866, μετρά μακροχρόνιες περιόδους που ο πληθυσμός του έμεινε σχετικά ήσυχος. Απ’ την άλλη, απ’ τη στιγμή που οι αρχές θα πάρουν απόφαση να μεταβάλλουν την πολεοδομική δομή λόγω της πολιτικής νευρικότητας, τα αποτελέσματα είναι πιο πιθανό να είναι αισθητά και μακροχρόνια, όπως οι λεωφόροι του Παρισιού.

Η αποτελεσματικότητα της ταραχής ή της εξέγερσης εξαρτάται από τρεις όψεις του πολεοδομικού σχεδιασμού: πόσο εύκολα μπορούν να κινητοποιηθούν οι φτωχοί, πόσο ευάλωττα απέναντί τους είναι τα κέντρα εξουσίας, και πόσο εύκολα μπορούν να κατασταλλούν. Αυτές καθορίζονται εν μέρει από κοινωνιολογικούς, πολεοδομικούς και τεχνολογικούς παράγοντες, ωστόσο οι τρεις αυτοί δεν είναι πάντοτε διακριτοί. Για παράδειγμα, η εμπειρία δείχνει ότι μεταξύ των μορφών των αστικών συγκοινωνιών, τα τραμ, τόσο στην Καλκούττα όσο και στη Βαρκελώνη, είναι εξαιρετικά βολικά για τους εξεγερμένους. Εν μέρει λόγω μιας αύξησης των τιμών των εισητηρίων, που τείνει να επιρρεάζει ταυτόχρονα όλους τους φτωχούς, αποτελούν έναν πολύ φυσικό καταλύτη της αναταραχής, εν μέρει επειδή αυτά τα μεγάλα και προσδεδεμένα στην τροχιά τους οχήματα, όταν καούν ή αναποδογυριστούν, μπορούν να μπλοκάρουν έναν δρόμο και να διαταράξουν την κυκλοφορία πολύ εύκολα. Τα λεωφορία δε φαίνεται να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις ταραχές, ενώ οι υπόγειοι συρμοί φαίνεται να είναι ολοκληρωτικά άσχετοι (εκτός απ’ την μεταφορά των εξεγερμένων), τα αυτοκίνητα απ’ την μεριά τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κάλλιστα ως αυτοσχέδια εμπόδια ή οδοφράγματα, ωστόσο, κρίνοντας απ’ τις πρόσφατες εμπειρίες του Παρισιού, χωρίς μεγάλη αποτελεσματικότητα. Εδώ η διαφορά είναι καθαρά τεχνολογική.

Έπειτα, τα πανεπιστήμια στο κέντρο μιας πόλης είναι προφανώς πιο επικίνδυνα ως επίκεντρα πιθανών ταραχών απ’ ότι τα πανεπιστήμια στα περίχωρα ή πίσω από κάποια ζώνη πρασίνου, κάτι που είναι γνωστό στις περισσότερες λατιναμερικάνικες κυβερνήσεις. Οι συγκεντρώσεις των φτωχών είναι πιο επικίνδυνες όταν βρίσκονται μέσα ή δίπλα στο κέντρο των πόλεων, όπως στα γκέττο του 20ού αιώνα πολλών βορειοαμερικανικών πόλεων, παρά όταν βρίσκονται σε σχετικά απομακρυσμένα προάστια, όπως στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Εδώ η διαφορά είναι πολεοδομική, κι εξαρτάται απ’ το μέγεθος της πόλης και τον καταμερισμό της λειτουργικής εξειδίκευσης στο εσωτερικό της. Ωστόσο, ένα κέντρο πιθανής φοιτητικής αναταραχής στα περίχωρα μιας πόλης, όπως η Nanterre στο Παρίσι, είναι πολύ πιο πιθανό να προκαλέσει επεισόδια στο κέντρο της πόλης, απ’ ότι οι αλγερινές παραγκουπόλεις στο ίδιο προάστειο, καθώς οι φοιτητές είναι πιο κινητικοί και το κοινωνικό τους σύμπαν πιο μητροπολιτικό απ’ ότι των μεταναστών εργατών. Εδώ η διαφορά είναι κυρίως κοινωνιολογική.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οικοδομούμε την ιδανική πόλη για ταραχές κι εξεγέρσεις. Πώς θα μοιάζει άραγε; Θα πρέπει να είναι πυκνοκατοικημένη κι όχι πολύ μεγάλη σε επιφάνεια. Ουσιαστικά θα πρέπει να είναι εφικτό να τη διασχίσει κανείς με τα πόδια, αν και η μεγαλύτερη εμπειρία ταραχών στις πλήρως μηχανοκίνητες κοινωνίες ίσως μεταβάλλει αυτόν τον ισχυρισμό. Θα ήταν ίσως καλό να μη χωρίζεται από κάποιο μεγάλο ποτάμι, όχι μόνο επειδή οι γέφυρες ελέγχονται εύκολα από την αστυνομία, αλλά κι επειδή είναι διαδεδομένο στη γεωγραφία ή την κοινωνική ψυχολογία πως οι δυο όχθες ενός ποταμού τείνουν να περιφρονούν η μια την άλλη, όπως μπορεί να διαβεβαιώσει και ο καθένας που μένει στο Νότιο Λονδίνο ή στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού.

Οι φτωχοί της θα πρέπει να είναι σχετικά ομογενείς, κοινωνικά ή και φυλετικά, αν και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στις προ-βιομηχανικές πόλεις ή στις γιγαντιαίες ζώνες υπο-απασχόλησης στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, αυτό που με την πρώτη όψη μοιάζει με έναν αρκετά ετερογενή πληθυσμό, μπορεί να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ενότητα, όπως μαρτυρούν οικείοι ιστορικοί όροι όπως “η εργατιά”, “η πλέμπα”, “ο όχλος”. Θα πρέπει να είναι κεντρομόλος, δηλαδή, οι διάφοροι τομείς της να είναι φυσικά προσανατολισμένοι προς τα κεντρικά θεσμικά κτίρια της πόλης, όσο πιο συγκεντρωτική, τόσο το καλύτερο. Η μεσαιωνική δημοκρατική πόλη που σχεδιάστηκε βάσει ενός συστήματος ροών προς και από τον κύριο χώρο συνάθροισης, που μπορούσε να είναι τόσο ένα θρησκευτικό κέντρο (καθεδρικός), η κεντρική αγορά, ή η έδρα των αρχών, ήταν γι αυτόν τον λόγο ιδανική για εξεγέρσεις. Ο καταμερισμός της λειτουργικής εξειδίκευσης και των κατοικημένων περιοχών θα πρέπει να συμπλέκονται άμεσα. Έτσι, το προ-βιομηχανικό μοτίβο των προαστίων, που βασιζόταν στον αποκλεισμό από μια ευκρινώς προσδιορισμένη πόλη των διάφορων ανεπιθύμητων – αν και συχνά απαραίτητων στη ζωή της πόλης – όπως οι μη-κάτοικοι μετανάστες, οι συντεχνίες ή ομάδες των παριών, δε διατάρασσε ιδιαίτερα τη συνοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος: η Triana ήταν αλληλένδετη με τη Σεβίλλη, όπως το Shoreditch με το City του Λονδίνου.

Απ’ την άλλη, τα πρότυπα προάστια του 19ου αιώνα, που περιζώναν έναν πολεδομικό πυρήνα μεσοαστικών κατοικημένων ζωνών και βιομηχανικών συνοικειών, γενικά αναπτύσσονταν στις αντιδιαμετρικές άκρες της πόλης, επιρρεάζοντας την πολεοδομική συνοχή αισθητά. Το East End και το West End είναι τόσο φυσικά όσο και πνευματικά απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο. Εκείνοι που ζουν στα δυτικά της Concorde στο Παρίσι ανήκουν σ’ έναν διαφορετικό κόσμο απ’ αυτούς που ζουν ανατολικά της Republique. Για να πάμε λίγο μακρύτερα, η περίφημη “κόκκινη ζώνη” προαστίων της εργατικής τάξης που περικυκλώνει το Παρίσι ήταν πολιτικά αξιοσημείωτη, αλλά δεν είχε κάποια εξεγερτική σημασία. Απλώς δεν ήταν μέρος του Παρισιού πλέον, αλλά ούτε σχημάτιζε μια δική της ολότητα, εκτός ίσως για τους γεωγράφους [1].

Όλες αυτές οι παράμετροι, επιρρεάζουν την κινητικότητα των φτωχών της πόλης, αλλά όχι και την πολιτική αποτελεσματικότητά τους. Αυτή εξαρτάται φυσικά απ’ την ευκολία με την οποία οι εξεγερμένοι και οι επαναστάτες μπορούν να προσεγγίσουν τις αρχές, και το πόσο εύκολα μπορούν να χαθούν πάλι πίσω. Στην ιδανική εξεγερτική πόλη, οι αρχές – οι πλούσιοι, η αριστοκρατία, η κυβέρνηση, ή οι τοπικές αρχές – θα ήταν όσο πιο παγιδευμένοι στο κέντρο της συγκέντρωσης φτωχών γίνεται. Οι γάλλοι βασιλείς θα διέμεναν στο Palais Royal ή το Λούβρο, κι όχι στις Βερσαλλίες, ο αυστριακός αυτοκράτορας στο Hofburg κι όχι στο Schoenbrunn. Κατά προτίμηση, οι αρχές θα έπρεπε να είναι άμεσα ευάλωττες. Οι άρχοντες που κυβερνούν μια εχθρική πόλη από κάποιο απομονωμένο οχυρό, όπως το φρούριο-φυλακή του Montjuich επί της Βαρκελώνης, μπορεί να εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά είναι τεχνολογικά εξοπλισμένοι ώστε να το αντέχουν. Τελικά, η Βαστίλλη θα μπορούσε σχεδόν μετά βεβαιότητας να αντέξει τον Ιούλη του 1789, εάν είχε διανοηθεί κανείς ότι θα μπορούσε να δεχτεί επίθεση. Οι πολιτικές αρχές είναι ασφαλώς εκτεθειμένες σχεδόν εξ ορισμού, μιας και η πολιτική επιτυχία τους εξαρτάται απ’ την πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύουν τους κατοίκους κι όχι κάποια απομακρυσμένη κυβέρνηση ή τα συμφέροντά της. Εδώ ίσως έγκειται και η κλασσική γαλλική παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι επαναστάτες κινούνται προς το δημαρχείο κι όχι προς τα βασιλικά ανάκτορα και, τόσο το 1848 όσο και το 1871, εκεί ανακυρήσσονται οι μεταβατικές κυβερνήσεις.

Οι τοπικές αρχές επομένως δημιουργούν σχετικά λίγα προβλήματα στους επαναστάτες (τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να εφαρμόζουν έναν πολεοδομικό σχεδιασμό). Φυσικά, η αστική ανάπτυξη μπορεί να εκτοπίσει το δημαρχείο από μια κεντρική προς μια πιο απομακρυσμένη τοποθεσία: σήμερα είναι ολόκληρο ταξίδι από τις περιφεριακές γειτονιές του Μπρούκλυν ως το δημαρχείο της Νέας Υόρκης. Απ’ την άλλη, σε πρωτεύουσες, η παρουσία της κυβέρνησης, που ευνοεί την αποτελεσματικότητα των ταραχών, αντισταθμίζεται από τα ειδικά χαρακτηριστικά των πόλεων όπου πρίγκηπες ή άλλες κυρίαρχες προσωπικότητες κατοικούσαν, και έχουν ενσωματώσει μια αντιεξεγερτική προκατάληψη. Αυτό προκύπτει τόσο από τις ανάγκες των κρατικών δημοσίων σχέσεων και, λιγότερο ίσως, για λόγους ασφαλείας.

Σε γενικές γραμμές, σε μια αστική πόλη ο ρόλος των κατοίκων στις δημόσιες δραστηριότητες είναι περισσότερο συμμετοχικός, ενώ στις πριγκηπικές ή κυβερνητικές πόλεις, αυτός ενός κοινού χειροκροτητών και θαυμαστών. Οι μεγάλοι ίσιοι δρόμοι που προσφέρονται για χάζι στο παλάτι, τον καθεδρικό, τα κυβερνητικά κτίρια, η τεράστια πλατεία μπροστά απ’ το κτίριο των επισήμων, κατά προτίμηση με ένα κατάλληλο μπαλκόνι απ’ όπου ευλογούν ή απευθύνονται στα πλήθη, ίσως και ως πεδίο παρελάσεων ή ως αρένα: αυτά αποτελούν την τελετουργική δομή μιας αυτοκρατορικής πόλης. Απ’ την Αναγέννηση κι έπειτα, οι μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες και οι κατοικίες κατασκευάστηκαν ή τροποποιήθηκαν ανάλογα. Όσο μεγαλύτερη η επιθυμία του ηγεμόνα να εντυπωσιάσει, ή όσο μεγαλύτερη η εμμονή του για μεγαλεία, τόσο πιο φαρδιά, ευθεία και συμμετρική η πρωτιμώμενη διάταξη. Ολοένα και λιγότερες κατάλληλες τοποθεσίες μπορεί να φανταστεί κανείς στο Νέο Δελχί, την Ουάσιγκτον, την Αγία Πετρούπολη, ή αντίστοιχα το Mall και τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στο Λονδίνο. Δεν πρόκειται απλά για τη διαίρεση μεταξύ μιας λαϊκής και μεσοαστικής ανατολικής και μιας αριστοκρατικής δυτικής όχθης στο Παρίσι που κατέστησε τα Ηλύσια Πεδία την τοποθεσία της επίσημης και στρατιωτικής παρέλασης της 14 Ιουλίου, ενώ αντίστοιχα οι ανεπίσημες μαζικές διαδηλώσεις επικεντρώνονται στο τρίγωνο Βαστίλλη-Republique-Nation.

Τέτοιες τελετουργικές τοποθεσίες συνεπάφονται έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων, μια αντιπαράθεση μεταξύ μιας απόμακρης και απεχθούς μεγαλοπρέπειας και αριστοκρατίας απ’ την μία, κι ενός κοινού προορισμένου να χειροκροτάει από την άλλη. Είναι το πολεοδομικό ισοδύναμο της στοπ-καρέ, ή καλύτερα της όπερας, αυτής της χαρακτηριστικής εφεύρεσης της δυτικής απόλυτης μοναρχίας. Ευτυχώς, για τους πιθανούς ταραξίες, αυτή ούτε είναι ούτε ήταν η μόνη σχέση μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων στις πρωτεύουσες. Συχνά πράγματι, ήταν η πρωτεύουσα που επεδείκνυε το μεγαλείο του ηγεμόνα, ενώ οι κάτοικοί της, περιλαμβανομένων των φτωχότερων, απολάμβαναν ένα ταπεινό μερίδιο οφελών του μεγαλείου του. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι ζούσαν σ’ ένα είδος συμβίωσης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ήταν που δημιουργήθηκαν οι μεγάλες τελετουργικές οδοί όπως του Εδιμβούργου ή της Πράγας. Τα παλάτια δεν ένιωθαν καμμιά ανάγκη να προστατευθούν απ’ τις φτωχογειτονιές. Το Hofburg της Βιέννης, που εμφανίζει έναν μεγάλο τελετουργικό χώρο προς τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα βιεννέζικα προάστια, έχει μετά βίας μερικά μέτρα οδοστρώματος μεταξύ αυτού και της παλιάς Μέσα Πόλης, στην οποία φαινομενικά ανήκει.

Αυτού του είδους οι πόλεις, συνδυάζοντας τη διάταξη τόσο των αστικών όσο και των πριγκηπικών πόλεων, αποτελούν μια μόνιμη πρόκληση σε ταραχές, καθώς εδώ τα παλάτια και οι επαύλεις των αριστοκρατών, οι αγορές, οι καθεδρικοί, οι δημόσιες πλατείες και οι παράγκες είναι όλα μπλεγμένα μεταξύ τους, οι κυρίαρχοι βρίσκονται στο έλεος του όχλου. Σε ταραγμένους καιρούς θα μπορούσαν να διαφεύγουν στις εξοχικές κατοικίες τους, αλλά αυτό είναι όλο. Η μόνη τους διασφάλιση ήταν να κινητοποιούν τους τακτοποιημένους φτωχούς ενάντια στους άτακτους φτωχούς, μετά από κάθε πετυχημένη εξέγερση, για παράδειγμα την συντεχνία των τεχνητών ενάντια στον “όχλο”, ή την Εθνοφρουρά εναντίον των ακτημόνων. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν η γνώση ότι οι ανεξέλεγκτες ταραχές και οι εξεγέρσεις σπάνια κρατούσαν πολύ, κι ακόμα πιο σπάνια κατευθύνονταν άμεσα εναντίον των δομών της κατεστημένης εξουσίας και του πλούτου. Πρόκειται για σημαντική παρηγοριά. Ο Βασιλιάς της Νάπολης ή η Δούκισσα της Πάρμας, για να μην αναφέρουμε τον Πάπα, γνώριζαν ότι εάν οι υπήκοοί τους εξεγερθούν, ήταν επειδή ήταν υπερβολικά πεινασμένοι, και σαν μια υπενθύμιση στους πρίγκηπες και στους ευγενείς των καθηκόντων τους, δηλαδή να παρέχουν αρκετά τρόφιμα σε δίκαιες τιμές στην αγορά, αρκετές εργασίες, εφόδια και δημόσια διασκέδαση σύμφωνα με τις ταπεινότατες ανάγκες τους. Η πίστη και η ευσέβειά τους σπάνια υποχωρούσαν, κι ακόμα κι όταν πραγματοποιούσαν αυθεντικές επαναστάσεις (όπως στην Νάπολη το 1799) ήταν περισσότερο πιθανό να υπερασπίζονται την Εκκλησία και τη Βασιλεία ενάντια στους ξένους και τις αθεϊστικές μεσαίες τάξεις.

Εξ ου και η κρίσιμης σημασίας στην ιστορία της αστικής δημόσιας τάξης, Γαλλική Επανάσταση του 1789-99, που εγκαθίδρυσε τη σύγχρονη εξίσωση μεταξύ εξέγερσης και κοινωνικής επανάστασης. Κάθς κυβέρνηση προτιμά φυσικά να αποφύγει τις ταραχές και τις εξεγέρσεις, όπως προτιμά να κρατά τους αριθμούς των δολοφονιών χαμηλά, όμως απουσία ενός αυθεντικού επαναστατικού κινδύνου, οι αρχές δεν είναι τόσο πιθανό να ξεσαλώσουν εναντίον τους. Η Αγγλία του δεκάτου ογδόου αιώνα ήταν ένα διαβόητα ταραχώδες έθνος, με έναν εξίσου διαβόητο μηχανισμό διατήρησης της δημόσιας τάξης. Όχι μόνο μικρότερες πόλεις όπως το Λίβερπουλ και το Νιουκάστλ, αλλά και ολόκληρα κομμάτια του Λονδίνου μπορούσαν να πέσουν στα χέρια του εξεγερμένου πληθυσμού για μέρες. Απ’ τη στιγμή που τίποτα δε διακυβευόταν σε τέτοιες ταραχές, εκτός βέβαια από ένα ποσό ιδιωτικού κεφαλαίου, το οποίο μια εύρρωστη χώρα μπορούσε εύκολα να αντικαταστήσει, η γενική άποψη μεταξύ των ανώτερων τάξεων ήταν αδιάφορη, ακόμα και ικανοποιημένη. Οι περουκοφόροι ευγενείς περηφανεύονταν για την κατάσταση της ελευθεριότητας που απέτρεπε την ανάδειξη πιθανών τυράννων απ’ τις τάξεις του στρατού που στέλνονταν να καταστείλει τους υπηκόους τους, ή της αστυνομίας που τον αρωγούσε. Δεν ήταν παρά μετά τη Γαλλική Επανάσταση που αναπτύχθηκε μια τάση για πολλαπλασιασμό των στρατώνων στις πόλεις, και μόνο μετά τους Χαρτιστές και τους Ριζοσπάστες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, που τα ωφέλη μιας σύγχρονης αστυνομικής δύναμης κρίθηκαν σημαντικότερα απ’ αυτά της αγγλικής ελευθερίας. (Καθώς η δημοκρατία σε επίπεδο βάσος δεν ήταν κάτι που θα μπορούσαν να βασιστούν, η Μητροπολιτική Αστυνομία τέθηκε άμεσα υπό την ευθύνη του Home Office, στην κεντρική κυβέρνηση, όπου ακόμα ανήκει).

Πράγματι, οι τρεις κύριες κυβερνητικές μέθοδοι αντιμετώπισης των ταραχών και εξεγέρσεων προτάθηκαν: συστηματική διευθέτηση της ανάπτυξης στρατευμάτων, ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων (οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στο μέτωπο αυτό μόλις τον 19ο αιώνα), και η ανοικοδόμηση των πόλεων με τρόπους που να ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες μιας εξέγερσης. Οι δυο πρώτες δεν είχαν ιδιαίτερη επιρροή στην πραγματική μορφή και δομή των πόλεων, αν και μια μελέτη της κατασκευής και τοποθεσίας των στρατώνων τον 19ο αιώνα θα μπορούσε να δείξει ορισμένα ενδιαφέροντα αποτελέσματα, καθώς και μια μελέτη της κατανομής των αστυνομικών τμημάτων στις γειτονιές των πόλεων. Η τρίτη επιρρέασε την μορφή των πόλεων με θεμελιώδη τρόπο, όπως στο Παρίσι και στη Βιέννη, πόλεις όπου είναι γνωστό πως οι ανάγκες της αντιεξέγερσης επιρρέασαν την πολεοδομική ανοικοδόμηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Στο Παρίσι, ο κύριος στρατιωτικός στόχος της ανοικοδόμησης αυτής φαίνεται να ήταν η διάνοιξη φαρδιών και ίσιων λεωφόρων, όπου θα μπορούσε να βάλει το πυροβολικό και να προωθούνται τα στρατεύματα, ενώ την ίδια στιγμή – προφανώς – η διάσπαση των κύριων συγκεντρώσεων δυνητικών εξεγερμένων στις λαϊκές γειτονιές. Στη Βιέννη, η ανοικοδόμηση πήρε την μορφή κυρίως δυο φαρδιών ομόκεντρων περιφερειακών, του εσωτερικού (που φαρδαίνει με μια ζώνη ανοιχτών χώρων, παρκών, αραιών δημοσίων κτιρίων) απομονώνοντας την παλιά πόλη και το παλάτι απ’ τα (κυρίως μεσοαστικά) εσωτερικά προάστια, και του εξωτερικού που αποκόπτει καί τα δύο απ’ τα (ολοένα και πιο εργατικά) εξωτερικά προάστια.

Τέτοιες ανοικοδομήσεις μπορούν να προσλαμβάνουν έναν στρατιωτικό χαρακτήρα αλλά μπορεί και όχι. Δε γνωρίζουμε, καθώς το είδος των επαναστάσεων επί των οποίων σκοπεύαν να κυριαρχήσουν κατά τα φαινόμενα έσβησε στην δυτική Ευρώπη μετά το 1848. (Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα κύρια κέντρα λαϊκής αντίστασης και οδομαχιών της Παρισινής Κομμούνας του 1871, η Μονμάρτη-το βορειοανατολικό Παρίσι, και η Αριστερή Όχθη, ήταν απομονωμένα το ένα απ’ τ’ άλλο, και όλα μαζί απ’ την υπόλοιπη πόλη). Παρολαυτά, επιρρέασαν τους υπολογισμούς των εν δυνάμει επαναστατών. Στις σοσιαλιστικές συζητήσεις της δεκαετίας του 1880, η κοινή άποψη των στρατιωτικών ειδικών που βρίσκονταν μεταξύ των επαναστατών, υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Ένγκελς, ήταν ότι ο παλιός τύπος εξέγερσης πια δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, αν και υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ τους όσον αφορά την αξία νέων τεχνολογικών συσκευών, όπως τα γοργά αναπτυσσόμενα τότε εκρηκτικά και ο δυναμίτης. Σε κάθε περίπτωση, τα οδοφράγματα, που είχαν κυριαρχήσει στις εξεγερτικές τακτικές απ’ το 1830 ως το 1871 (δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα στην μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789-99), τώρα ευνοούνταν ολοένα και λιγότερο. Αντίθετα, οι βόμβες κάθε είδους έγιναν το αγαπημένο μέσο των επαναστατών, αν και όχι τόσο των μαρξιστών, και όχι για αυθεντικά εξεγερτικούς σκοπούς.

Η αστική ανοικοδόμηση, ωστόσο, είχε ακόμη μια, πιθανώς ακούσια, συνέπεια στις εξεγερτικές δυνατότητες, καθώς οι νέες και μεγάλες λεωφόροι παρείχαν έναν ιδανικό χώρο γι’ αυτό που θα καταλάμβανε μια σημαντική θέση στα λαϊκά κινήματα, τις μαζικές διαδηλώσεις, ή καλύτερα, τις πορείες. Όσο πιο συστηματικά χαράσσονταν αυτές οι περιφερειακές και προορισμένες για τα μηχανοκίνητα λεωφόροι, τόσο πιο αποτελεσματικά απομονώνονταν από τη γύρω κατοικημένη περιοχή, και τόσο πιο εύκολο ήταν μια συνάθροιση εκεί να καταλήξει προς μια εθιμοτυπική πορεία, παρά σε ταραχές. Το Λονδίνο, όπου δεν υπήρχαν, πάντοτε δυσκολευόταν να αποφύγει αυθόρμητα έκτροπα στη διάρκεια συγκεντρώσεων, είτε συχνότερα να διαλύσει τις μαζικές συνευρέσεις στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Αυτή η τελευταία, γειτνιάζει με ευαίσθητα σημεία όπως η Downing Street, ή σύμβολα εξουσίας και πλούτου όπως τα Pall Mall, τα παράθυρα των οποίων έσπαζαν οι άνεργοι διαδηλωτές στη δεκαετία του 1880.

Μπορεί, φυσικά, κανείς να βγάλει πολλά συμπεράσματα απ’ τον πρωταρχικά στρατιωτικό χαρακτήρα της αστικής ανοικοδόμησης. Εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορεί να διακριθεί με σαφήνεια από άλλες αλλαγές στις πόλεις του 19ου και 20ού αιώνα, που μείωσαν αισθητά τη δυνατότητα ταραχών. Τρεις απ’ αυτές είναι αξιοσημείωτες.

Η πρώτη είναι η υπέρογκη μεγέθυνσή της, που περιορίζει την κυρίως πόλη σε μια διοικητική αφαίρεση, περιβεβλημένη από ένα σύμπλεγμα χωριστών κοινοτήτων ή περιοχών. Με λίγα λόγια, η πόλη έγινε υπερβολικά μεγάλη ώστε να εξεγερθεί ως ένα σώμα. Το Λονδίνο, που μέχρι τον 21ο αιώνα ακόμα στερούνταν με τόσο προφανή τρόπο ένα στοιχειώδες σύμβολο αστικής ενότητας, όπως η φιγούρα ενός δημάρχου, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Έπαψε να είναι μια ταραχώδης πόλη χονδρικά στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αύξησε τον πληθυσμό του από 1 σε 2 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι Χαρτιστές του Λονδίνου, για παράδειγμα, μετά βίας υπήρχαν ως ένα αυθεντικά μητροπολιτικό φαινόμενο για πάνω από μια ή δυό μέρες συνεχόμενα. Η πραγματική του δύναμη έγκειται στις “συνοικείες” στις οποίες είναι οργανωμένο, δηλαδή σε κοινότητες και γειτονιές όπως το Lambeth, το Woolwich, ή το Marylebone, οι σχέσεις των οποίων μεταξύ τους είναι στην καλύτερη μιας χαλαρής γειτνίασης. Ομοίως, οι ριζοσπάστες και οι ακτιβιστές των τελών του 1ου αιώνα, είχαν ουσιαστικά ένα τοπικό έρεισμα. Η πιο χαρακτηριστική οργάνωσή τους ήταν η Metropolitan Radical Federation, ουσιαστικά μια συμμαχία των λεσχών (clubs) των εργαζομένων καθαρά τοπικού χαρακτήρα, σε γειτονιές όπου υπήρχε μια παράδοση ριζοσπαστισμού, όπως το Chelsea, το Hackney, το Clerkenwell, το Woolwich. Η γνωστή λονδρέζικη τάση για χαμηλά κτίρια, και κατά συνέπεια πολεοδομική επέκταση, κατέστησε τις αποστάσεις μεταξύ των κεντρών αυτών σε ανυπέρβλητο πρόβλημα για την αυθόρμητη μετάδοση των ταραχών. Πόση επαφή θα μπορούσαν να έχουν το Battersea ή το Chelsea (τότε ακόμα γειτονιές της εργατικής τάξης, που εξέλεγαν σταθερά αριστερούς βουλευτές) με το ταραχώδες East End στην απεργία των λιμενεργατών του 1889. Πόση επαφή, αντίστοιχα, θα μπορούσε να έχει το Whitechapel με το Canning Town; Είναι στη φύση των πραγμάτων, οι άμορφα οικοδομημένες περιοχές που έχουν προκύψει είτε απ’ την επέκταση μιας παλιότερης πόλης είτε απ’ τη συνένωση μεγαλύτερων και μικρότερων αναπτυσσομένων κοινοτήτων, και για τις οποίες τεχνητά ονόματα έπρεπε να επινοηθούν (“πολεοδομικό συγκρότημα”, “Ευρύτερο Λονδίνο”, το Βερολίνο ή το Τόκυο) δεν είναι πόλεις με την παλιά έννοια της λέξης, ακόμα κι αν κατά καιρούς έχουν ενιαία διοίκηση.

Η δεύτερη αλλαγή είναι η αυξημένη τάση για λειτουργικό διαχωρισμό στις πόλεις του 19ου-20ού αιώνα, δηλαδή, απ’ την μια, η ανάπτυξη εξειδικευμένης βιομηχανίας, επιχειρήσεων, διοίκησης, και άλλων κέντρων ή ανοιχτών χώρων, κι απ’ την άλλη, ο γεωγραφικός διαχωρισμός των τάξεων. Ξανά εδώ το Λονδίνο ήταν η πρωτοπόρος πόλη, όντας ένας συνδυασμός τριών διαχωρισμένων μονάδων – του διοικητικού κέντρου του Westminster, του εμπορικού κέντρου του Λονδίνου, και του λαϊκού Southwark πέρα απ’ το ποτάμι. Μέχρι ενός σημείου, η ανάπτυξη αυτής της σύνθετης μετρόπολης ενθάρρυνε τους πιθανούς ταραχοποιούς. Η βόρεια και η ανατολική πλευρά του City of London και το Southwar όπου η εμπορική κοινότητα συνόρευε σε κάθε μεριά με γειτονιές εργατών, τεχνιτών, και το λιμάνι – καθεμιά τους εξίσου φιλόξενη στις ταραχές, όπως των υφαντουργών του Spitalfield ή των ριζοσπαστών του Clerkenwell – σχημάτιζαν φυσικά σημεία ανάφλεξης. Αυτές ήταν οι εστίες όπου ξέσπασαν μερικές απ’ τις ισχυρότερες ταραχές του 18ου αιώνα. Το Westminster είχε έναν δικό του πληθυσμό από τεχνίτες και διάφορους φτωχούς, των οποίων η εγγύτητα στους βασιλείς και στο κοινοβούλιο και η τυχαιότητα μιας ασυνήθιστης δημοκρατικής τάσης σ’ αυτήν την περιφέρεια, τους μετέτρεψαν σε μια εξαιρετική ομάδα πίεσης για αρκετές δεκαετίες απ’ τα τέλη του 18ου και μεσούντος του 19ου αιώνα. Η περιοχή μεταξύ City και Westminster, που καλυπτόταν από μια ασυνήθιστα πυκνοκατοικημένη παραγκούπολη, κατοικημένη από εργάτες, μετανάστες και τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους (Drury Lane, Covent Garden, St. Giles, Holborn), θα κοινωνήσει την έξαψη του μητροπολιτικού δημόσιου βίου.

Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, το μοτίβο αυτό απλοποιήθηκε. Η πόλη του 19ου αιώνα έπαψε να είναι κατοικημένη ζώνη, και μετατράπηκε ολοένα και περισσότερο σε μια καθαρά επιχειρηματική ζώνη, ενώ το λιμάνι μεταφέρθηκε προς τις εκβολές του ποταμού, οι μεσαίες και μικρομεσαίες τάξεις της πόλης μετακινήθηκαν προς περισσότερο ή λιγότερο απομακρυσμένα προάστια, αφήνοντας στο East End μια ολοένα και πιο ομογενή ζώνη φτωχών. Τα βόρεια και τα δυτικά όρια του Westminster πέρασαν στα χέρια της μεσαίας και ανώτερης τάξης, με οικισμούς που σχεδιάστηκαν από τους γαιοκτήμονες ή κερδοσκόπους μεσίτες, πιέζοντας έτσι τα κέντρα των τεχνιτών, των εργατών, κι άλλων που έτειναν περισσότερο προς τον ριζοσπαστισμό και τις ταραχές (Chelsea, Notting Hill, Paddington, Marylebone), ωθώντας τα σε μια περιφέρεια ολοένα και πιο απομακρυσμένη απ’ το υπόλοιπου του ριζοσπαστικού Λονδίνου. Οι φτωχογειτονιές μεταξύ των δυο πόλεων επέζησαν για καιρό ακόμα, όμως από τις αρχές του 20ού αιώνα διασπάστηκαν κι αυτές σε μικρότερους θύλακες απ’ την αστική ανοικοδόμηση που έδωσε στο Λονδίνο ορισμένες απ’ τις πιο ωχρές αρτηρίες (Shaftesbury Avenue, Roseberry Avenue) καθώς και μερικές απ’ τις πιο πομπώδεις (Kingsway, Aldwych), και μια εντυπωσιακή συσσώρευση στρατιωτικοποιημένων κατοικιών για να χωρέσουν βολικά το προλεταριάτο της Drury Lane και του Saffron Hill. To Covent Garden και το Soho (που εξέλεγαν κομμουνιστές δημοτικούς συμβούλους μέχρι το 1945) είναι ίσως τα τελεταία απομεινάρια της παλιομοδίτικης μητροπολιτικής αναταραχής στο κέντρο της πόλης. Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, το δυνητικά ταραχώδες Λονδίνο είχε ήδη διασπαστεί σε περιφερειακούς τομείς ποικίλου μεγέθους (με το αχανές East End να είναι ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς), γύρω από ένα μη-κατοικημένο City και West End, κι ένα αδιαπέραστο τοίχος μεσοαστικών γειτονιών, κι όλα αυτά περικυκλωμένα με τη σειρά τους από προάστια της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης.

Τέτοια μοτίβα διαχωρισμού αναπτύχθηκαν στις πολυπληθέστερες και πιο αναπτυσσόμενες δυτικές πόλεις από τις αρχές του 19ου αιώνα, αν και τα κομμάτια του ιστορικού κέντρου τους που δεν μεταμορφώθηκαν σε θεσμικές ή επιχειρηματικές ζώνες, ορισμένες φορές διατηρούν ίχνη της παλιάς δομής τους, κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ. Η μεταστέγαση της εργατικής τάξης του 20ού αιώνα και ο σχεδιασμός βάσει της μηχανοκίνητης συγκοινωνίας διέλυσαν ακόμα περισσότερο την πόλη ως πιθανή εστία ταραχών. (Ο σχεδιασμός του 19ου αιώνα βάσει των σιδηροδρόμων, είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, συχνά αναδημιουργώντας ανάμεικτες κοινωνικά και περιθωριακές συνοικείες γύρω απ’ τους νέους σταθμούς). Η πρόσφατη τάση για μεταστέγαση των βασικών υπηρεσιών όπως οι κεντρικές αγορές, από το κέντρο προς την περιφέρεια των πόλεων, θα προχωρήσει αναμφίβολα αυτή τη διάλυση.

Είναι λοιπόν οι αστικές ταραχές και οι εξεγέρσεις προορισμένες να εξαφανιστούν; Προφανώς όχι, αν μή τι άλλο τα τελευταία χρόνια έχουν στιγματιστεί από μια επανεμφάνιση αυτού του φαινομένου σε ορισμένες απ’ τις πιο σύγχρονες πόλεις, αν και υπήρξε επίσης μια παρακμή σε ορισμένα απ’ τα πιο παραδοσιακά κέντρα μιας τέτοιας δραστηριότητας. Οι λόγοι είναι κυρίως κοινωνικοί και πολιτικοί, όμως ίσως αξίζει να εξετάσουμε εν συντομία τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πολεοδομίας που τις ενθαρρύνουν.

Η σύγχρονες μαζικές συγκοινωνίες είναι ένα απ’ αυτά. Η μηχανοκίνητη συγκοινωνία έχει μέχρι στιγμή συνεισφέρει κυρίως στην κινητοποίηση εκείνης της κανονικά ατάραχης ομάδας, της μεσαίας τάξης, μέσω πρακτικών όπως οι μηχανοκίνητες διαδηλώσεις (οι Γάλλοι και οι Αλγερινοί ακόμα θυμούνται τα μαζικά κορναρίσματα των αντιδραστικών που φώναζαν “Αλγερία Γαλ-λι-κή!”) και κυρίως εκείνου του φυσικού μέσου σαμποτάζ και πάθους, του μπλοκαρίσματος της κυκλοφορίας. Επίσης, τα αυτοκίνητα έχουν χρησιμοποιηθεί από ακτιβιστές στις βορειοαμερικανικές ταραχές, και που παρεμποδίζουν τη δράση της αστυνομίας στον δρόμο, καθώς σχηματίζουν προσωρινά οδοφράγματα κατά τη στάση. Επιπλέον, η μηχανοκίνητη μεταφορά διαδίδει τα νέα των ταραχών πέρα απ’ την άμεση περιοχή της επίδρασής τους, καθώς τόσο τα ΙΧ όσο και τα λεωφορεία αναγκάζονται να αλλάξουν τα δρομολόγιά τους.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες, και ειδικά οι υπόγειοι σιδηρόδρομοι, που και πάλι χτίζονται σε αρκετές μεγαλουπόλεις σε μεγάλη κλίμακα, είναι ακόμα πιο άμεσα σχετικοί. Δεν υπάρχει καλύτερο μέσο μεταφοράς μεγάλου πλήθους πιθανών ταραχοποιών, γρήγορα και σε μεγάλες αποστάσεις από συρμούς που αναχωρούν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτός είναι κι ένας απ’ τους λόγους που το Δυτικό Βερολίνο έχει μια μάλλον αποτελεσματική δύναμη ταραχοποιών: το μετρό συνδέει την πανεπιστημιούπολη του Ελεύθερου Πανεπιστημίου που έχει χτιστεί μεταξύ απομονωμένων και θεαματικά μεσοαστικών κατοικιών και των κήπων του Dahlem, κατευθείαν με το κέντρο της πόλης.

Πιό σημαντικοί κι απ’ τις μεταφορές, είναι δυο άλλοι παράγοντες: η αύξηση στον αριθμό των κτιρίων εναντίον των οποίων αξίζει να γίνει ένα μπάχαλο, ή να τεθούν υπό κατάληψη, και η εξέλιξη της γειτνίασής τους με συνοικισμούς πιθανών ταραχοποιών. Έτσι, αν και είναι γενικά αληθές ότι η έδρα της κυβέρνησης ή των τοπικών αρχών είναι ολοένα και πιο απομακρυσμένα απ’ τις ταραχώδεις συνοικείες, και οι πλούσιοι κι ευγενείς σπάνια ζουν σε παλάτια στο κέντρο (τα διαμερίσματα είναι ταυτόχρονα λιγότερο εκτεθειμένα και πιο ανώνυμα), ωστόσο οι διάφοροι ευαίσθητοι θεσμοί έχουν πολλαπλασιαστεί. Υπάρχουν τα κέντρα των επικοινωνιών (τηλεφωνία, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Ακόμα και ο λιγότερο έμπειρος οργανωτής ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος αλλά και μιας εξέγερσης γνωρίζει τη σημασία τους. Υπάρχουν τα γιγαντιαία γραφεία των εφημερίδων, ευτυχώς τόσο συχνά συγκεντρωμένα στα παλιά κέντρα των πόλεων, που παρέχουν αξιόλογες ποσότητες υλικού για οδοφράγματα, κάλυψη ή φωτιά, όπως τα φορτηγάκια διανομής, πάκοι χαρτιού, εκτυπωτικό υλικό. Όλα αυτά χρησιμοποιούνταν για τους σκοπούς των οδομαχιών ευρέως μέχρι το 1919 στο Βερολίνο, από τότε και μετά όμως όχι ιδιαίτερα. Υπάρχουν, όπως όλοι γνωρίζουμε πια, τα πανεπιστήμια. Αν και η γενική τάση μεταφοράς τους εκτός του κέντρου της πόλης έχει ελαχιστοποιήσει τις εξεγερτικές δυνατότητές τους, υπάρχουν ακόμη αρκετοί ακαδημαϊκοί χώροι που ξέμειναν στο μέσο μεγάλων πόλεων προς ικανοποίηση των ακτιβιστών. Εκτός αυτών, η έκρηξη της ανωτάτης εκπαίδευσης έχει γεμίσει τα πανεπιστήμια ασφυκτικά με χιλιάδες ή ακόμα και δεκάδες χιλιάδες πιθανούς διαδηλωτές ή μαχητές. Υπάρχουν, πάνω απ’ όλα, τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, συμβολικά και πραγματικά στοιχεία της δομής εξουσίας, που ολοένα και περισσότερο συγκεντρώνονται σ’ αυτούς τους όγκους κρύσταλλου και τσιμέντου στους οποίους ο ταξιδώτης εύκολα αναγνωρίζει το κέντρο μιας πρότυπης πόλης του 21ου αιώνα.

Θεωρητικά, το καθένα απ’ αυτά θα μπορούσε από μόνο του να βρίσκεται στο στόχαστρο των ταραχοποιών όσο και τα δημαρχεία ή τα κοινοβούλια, καθώς η IBM, η Shell, ή η General Motors έχουν τουλάχιστον τόσο βάρος όσο και οι περισσότερες κυβερνήσεις. Οι τράπεζες εδώ και καιρό έχουν συνειδητοποιήσει το πόσο ευάλωττες είναι, και σε ορισμένες λατινικές χώρες – η Ισπανία είναι ένα καλό παράδειγμα – ο συνδυασμός συμβολικής αρχιτεκτονικής χλιδής και βαριάς οχύρωσης παρέχει το πλησιέστερο παράδειγμα μεσαιωνικής ακρόπολης όπου αμπαρώνονταν οι φεουδάρχες τον μεσαίωνα. Ακόμη κι αν τις αντικρύσει κανείς υπό ισχυρή αστυνομική περιφρούρηση σε στιγμές έντασης είναι μια εκπαιδευτική εμπειρία, ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι μόνοι πρωταθλητές της άμεσης δράσης που συστηματικά προσελκύονται απ’ αυτές είναι οι απολίτικοι ληστές και οι επαναστάτες “απαλλοτριωτές”. Αν όμως εξαιρέσουμε κάποια πολιτικά και οικονομικά αμελητέα σύμβολα του αμερικανικού τρόπου ζωής όπως οι τα Ξενοδοχεία Hilton, και τα περιστασιακά αντικείμενα μιας συγκεκριμένης εχθρότητας όπως η Dow Chemical, οι ταραχές σπάνια στοχεύουν άμεσα κάποιο απ’ τα κτίρια των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Δεν είναι ιδιαίτερα ευάλωττα. Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μερικές σπασμένες βιτρίνες ή ακόμα και μια κατάληψη μερικών τετραγωνικών απ’ τα γραφεία τους, για να διακοπεί η ομαλή λειτουργία μιας σύγχρονης εταιρίας πετρελαίου.

Απ’ την άλλη όμως, το “κέντρο” (downtown) είναι ευάλωττο συλλογικά. Η διακοπή της κυκλοφορίας, το κλείσιμο των τραπεζών, οι υπάλληλοι γραφείων που δεν μπορούν ή απλά δεν πάνε στη δουλειά, οι επιχειρηματίες που κλείνονται αβοήθητοι στα ξενοδοχεία χάνοντας τα ραντεβού τους, ή ανήμποροι να φτάσουν στους προορισμούς τους: όλα αυτά παρεμβαίνουν πολύ σοβαρά στις δραστηριότητες μιας πόλης. Μάλιστα, κάτι τέτοιο κόντεψε να γίνει στις ταραχές του 1967 στο Ντητρόιτ. Επιπλέον, σε πόλεις που αναπτύσσονται σύμφωνα με το βορειοαμερικανικό μοτίβο, κάτι τέτοιο είναι πιθανό να συμβεί αργά ή γρήγορα. Διότι, είναι γνωστό ότι οι κεντρικές ζώνες μιας πόλεις, όπως και το άμεσο περιβάλλον τους γεμίζουν με τις μειονότητες των φτωχών μόλις οι πιο εύποροι λευκοί τις εγκαταλείψουν για κάποιο προάστιο. Τα γκέττο κυκλώνουν το κέντρο σαν σκοτεινές και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Είναι αυτή ακριβώς η συσσώρευση των πιο άπορων και ανεξέλεγκτων δίπλα σε λίγα ασυνήθιστα ευαίσθητα αστικά κέντρα που δίνει στους αγωνιστές έστω και μιας μικρής μειοψηφίας την πολιτική δυνατότητα, την οποία οι ταραχές των μαύρων σίγουρα θα στερούνταν, εάν το 10-15% του πληθυσμού των ΗΠΑ που αποτελούν οι αφροαμερικάνοι ήταν πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο σ’ αυτήν την πελώρια και σύνθετη χώρα.

Παρολαυτά, ακόμα κι αυτή η αναβίωση των ταραχών στις δυτικές πόλεις είναι σχετικά περιορισμένη. Ένας ευφυής και κυνικός αστυνομικός διευθυντής θα θεωρούσε πιθανότατα όλα τα έκτροπα που συνέβησαν στις δυτικές πόλεις τα πρόσφατα χρόνια ως μικρο-επεισόδια, που μεγενθύνονται από τον δισταγμό ή την ανικανότητα των αρχών και την επίδραση της εκτεταμένης δημοσιότητας. Με εξαίρεση τις ταραχές του Quartier Latin τον Μάη του 1968 στο Παρίσι, καμμιά τους δεν έμοιαζε σαν να μπορεί, ή ακόμα και σαν να σκοπεύει, να ανατρέψει κυβερνήσεις. Όποιος επιθυμεί να κρίνει ο ίδιος τί ήταν μια αυθεντική old-style εξέγερση των φτωχών της πόλης, ή ένας σοβαρός ένοπλος ξεσηκωμός, και τί μπορούν να πετύχουν, πρέπει να πάει στις πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου: Στην εξέγερση της Νάπολης ενάντια στους Γερμανούς το 1943, στην Αλγερινή Κάσμπα του 1956 (εξαιρετικές ταινίες έχουν βγει σχετικά μ’ αυτήντ ην εξέγερση), στην Μπογκοτά του 1948, πιθανόν στο Καράκας και σίγουρα στον Άγιο Δομήνικο του 1965.

Η αποτελεσματικότητα των σύγχρονων ταραχών στις δυτικές πόλεις, δεν οφείλεται τόσο στην πραγματική δραστηριότητα των ταραχοποιών, όσο στο πολιτικό τους πλαίσιο. Στα γκέττο των ΗΠΑ επέδειξαν ότι οι μαύροι δεν είναι πια διατεθειμένοι να δεχθούν την μοίρα τους παθητικά, και καθαυτόν τον τρόπο επιτάχυναν την ανάπτυξη της μαύρης πολιτικής συνείδησης και τον φόβο των λευκών. Ωστόσο, ποτέ δεν πήραν τον χαρακτήρα σοβαρής άμεσης απειλής ακόμα και για τις τοπικές δομές εξουσίας. Στο Παρίσι απέδειξαν την αστάθεια ενός φαινομενικά σταθερού και μονολιθικού καθεστώτος. (Η πραγματική δύναμη πυρός των εξεγερμένων δε δοκιμάστηκε ποτέ πραγματικά, αν και ο ηρωισμός τους είναι αναμφίβολος: λιγότεροι από 2 ή 3 ανθρώπους σκοτώθηκαν, κι αυτοί σχεδόν σίγουρα από ατύχημα). Σε κάθε άλλο μέρος, οι φοιτητικές διαδηλώσεις και ταραχές, αν και με αρκετή επίδραση εντός των πανεπιστημίων, εκτός τους δε συνιστούσαν παρά μια αστυνομική δουλειά ρουτίνας.

Όμως αυτό μπορεί να ισχύει και για όλες τις αστικές ταραχές, γι αυτό και μια μελέτη του συσχετισμού τους με διαφορετικούς τύπους πόλεων είναι ένα αρκετά σημαντικό έργο. Το Γεωργιανό Δουβλίνο, δεν προσφέρεται εύκολα για εξεγέρσεις, και ο πληθυσμός του, ακόμα και όσοι προσφέρονται περισσότερ, δεν έχουν δείξει κάποια ιδιαίτερη τάση πρόκλησης ή έστω συμμετοχής σε εξεγέρσεις. Η εξέγερση του Πάσχα (Easter Rising) έλαβε χώρα εκεί επειδή εκεί ήταν η πρωτεύουσα, όπου υποτίθεται ότι λαμβάνονται οι βασικές εθνικές αποφάσεις, και παρόλο που απέτυχε πολύ γρήγορα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της ιρλανδικής ανεξαρτησίας, επειδή ήταν τέτοια η κατάσταση στην Ιρλανδία το 1917-21 που επέτρεψε κάτι τέτοιο. Η Αγία Πετρούπολη, που χτίστηκε απ’ το μηδέν βάσει ενός γιγαντιαίου και γεωμετρικού σχεδιασμού, είναι χαρακτηριστικά αποτρεπτική για κάθε είδους οδοφράγματων ή οδομαχιών, ωστόσο η Ρωσσική Επανάσταση ξεκίνησε και πέτυχε εκεί. Αντίθετα, το παροιμιώδες οικιστικό χάος της Βαρκελώνης, με τα παλιότερα κομμάτια της πόλης που φαίνονται ιδανικά για ταραχές, σπάνια παρήγαγε εξεγέρσεις. Ο καταλανικός αναρχισμός, με όλους τους βομβιστές τους, τους πιστολέρος, τους ενθουσιώδεις οπαδούς της άμεσης δράσης, μέχρι το 1936 δεν ήταν παρά ένα σύνηθες πρόβλημα δημόσιας τάξης για τις αρχές, τόσο περιορισμένο που οι ιστορικοί εκπλήσσονται όταν βλέπουν πόσο λίγοι αστυνομικοί υποτίθεται ότι (μάλλον αναποτελεσματικά) διασφάλιζαν την προστασία τους.

Οι επαναστάσεις προκύπτουν από πολιτικές καταστάσεις, κι όχι επειδή από κάποια πολεοδομική ευκολία για εξέγερση. Παρολαυτά, μια αστική ταραχή, ή ένας αυθόρμητος ξεσηκωμός μπορεί να η φωτιά που θα κάνει τον κινητήρα της επανάστασης να πάρει μπρος. Μια φωτιά που είναι πιθανότερο ν’ ανάψει σε πόλεις που ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν την εξέγερση. Ένας φίλος μου, που έτυχε να ηγηθεί της εξέγερσης του 1944 ενάντια στους Γερμανούς στο Quartier Latin του Παρισιού, περπάτησε στην περιοχή το ξημέρωμα μετά την Νύχτα των Οδοφραγμάτων το 1968, αντικρύζοντας με συγκίνηση ότι οι νεαροί που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1944 είχαν στήσει αρκετά απ’ τα οδοφράγματά τους στα ίδια ακριβώς σημεία με τότε. Κι ακόμα, θα προσέθετε ένας ιστορικός, στα ίδια μέρη που είχαν στηθεί τα οδοφράγματα του 1830, του 1848 και του 1871. Δεν προσφέρεται κάθε πόλη τόσο φυσικά σ’ αυτήν την εξάσκηση, όπου κάθε γενιά εξεγερμένων θυμάται ή ανακαλύπτει εκ νέου τα πεδία των μαχών των προγόνων της. Έτσι τον Μάη του 1968 οι πιο σφοδρές συγκρούσεις συνέβησαν γύρω απ’ τα οδοφράγματα της οδού Gay Lussac και πίσω απ’ την οδό Soufflot. Σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, στην Κομμούνα του 1871, ο ηρωικός Raoul Rigault που διέταξε το στήσιμο οδοφραγμάτων στην ίδια εκείνη περιοχή, συνελήφθη και σκοτώθηκε – την ίδια εκείνη μέρα του Μάη – απ’ τους Βερσαγιέζους. Δεν είναι κάθε πόλη σαν το Παρίσι. Η ιδιαιτερότητά του μπορεί να μην είναι πια αρκετή να επαναστατικοποιήσει τη Γαλλία, όμως η παράδοση και το περιβάλλον είναι ακόμα αρκετά ισχυρά για να παράγουν ότι πιο κοντινό σε μια επανάσταση, σε μια ανεπτυγμένη δυτική χώρα.

Σημειώσεις:

[1] Το κατά πόσο αυτά τα προάστια της εργατικής τάξης μπορούν να απομονωθούν απ’ το κέντρο της πόλης και να παραμείνουν άμεσος παράγοντας των εξεγέρσεων είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Το Sans στη Βαρκελώνη, το μεγάλο οχυρό του αναρχισμού, δεν έπαιξε κάποιον σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1936, ενώ το Floridsdorf στη Βιέννη, ένας εξίσου ισχυρός θύλακας του σοσιαλισμού, δεν κατάφερε πολύ περισσότερα απ’ το να μείνει σε απομόνωση αφότου οι εξεγέρσεις στην υπόλοιπη πόλη ηττήθηκαν το 1934.

Πολεοδομική ανάπλαση και βιοτική υποβάθμιση – Remap/Rethink Athens

Τριστάν Τζαρά: «Ιδού ένας κλονιζόμενος κόσμος και οι καλλιτέχνες ψευδογιατροί που ανησυχούν για τον καλλωπισμό του». 

7Αναδημοσίευση από το μπλογκ valuewhatworths

Αναπλάσεις, υποβαθμίσεις, εξευγενισμός, πολεοδομία, realestate, σύγχρονη τέχνη, γκαλερίστες, επιμελητές, εγκληματικότητα, μπάτσοι. Ας προσπαθήσουμε να συνδέσουμε κάποιες έννοιες που από μακριά δείχνουν ασυσχέτιστες αλλά τελικά τις ενώνουν πάρα πολλά.

Όταν η ανάπλαση φοράει το κουστούμι της τέχνης – Bienalle& Remap

Στην αρχή ήταν η 1η Mπιενάλε της Αθήνας, που με τις ανάλογες τυμπανοκρουσίες και φανφάρες που αρμόζουν σε ανάλογα καλλιτεχνικά γεγονότα από την ελίτ των απολιτίκ σάπιων καλλιτεχνικών κύκλων, άνοιξε τις πύλες της τον Σεπτέμβριο του 2007. Οι επιμελητές (Αυγουστίνος Ζενάκος, πρώην τεχνοκριτικός στο Βήμα, η διευθύντρια του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, Ξένια Καλπακτσόγλου, ιδιοκτησίας Δάκη Ιωάννου κι ο καλλιτέχνης Poka Yio, Πολύδωρος Καρυοφύλης) ξεκίνησαν, προεξοφλώντας φυσικά την στήριξη του συγκροτήματος Λαμπράκη και του Δάκη Ιωάννου (ιδιοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές της χώρας, της J&P Αβαξ).

Η Μπιενάλε μαζί με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, συμμετέχουν ενεργά και στην διεξαγωγή του Remap KM. Το RemapKM ξεκίνησε επίσης το 2007 και είναι μια διεθνής διοργάνωση σύγχρονης τέχνης. Η συνεργασία είναι εμφανής στα εξής σημεία: Πρώτον στην παραχώρηση χώρων για εκθέσεις και μουσικές εκδηλώσεις. Δεύτερον, η Μπιενάλε επικοινωνεί το RemapKM ως καλλιτεχνικό γεγονός που συμβαίνει στην Αθήνα, όπως κάνει και με πολλά άλλα.

Το μοντέλο της υποβάθμισης περιοχών για να μειωθεί η αξία των ακινήτων και να αγοραστούν από μεγαλοεπενδυτές αντί ενός πινακίου φακής, και μετά αναβαθμίζοντας και πάλι την περιοχή να τα μοσχοπουλήσουν στις 10πλάσιες τιμές είναι γνωστή πρακτική που εφαρμόζεται παγκοσμίως. Υποκινώντας αρχικά το στοίβαγμα μεταναστών 10-10 σε ετοιμόρροπες γκαρσονιέρες, μετακινώντας την πιάτσα της πρέζας με την συνδρομή των μπάτσων και προωθώντας την μικροπαραβατικότητα, το κράτος καταφέρνει να υποβαθμίσει συγκεκριμένες περιοχές για να τις αγοράσουν τα φιλαράκια του, οι επενδυτές, σε εξευτελιστικές τιμές. Μετά, αναγγέλοντας μια υποτιθέμενη ανάπλαση, είτε διώχνει τους μετανάστες από τα σπίτια τους καθώς ανεβαίνουν και πάλι οι τιμές, είτε τους απομακρύνει από κατειλημμένους χώρους και πάλι με τη συνδρομή των μπάτσων.

5

Αυτό έγινε και στην περίπτωση του Κεραμεικού-Μεταξουργείου όπου και λαμβάνει χώρα η Μπιεναλε και το Remap. Hκ. Ελένη Τζιρτζηλάκη (αρχιτέκτονας) αναφέρει: Μέσα από το ΔΝΑ (Δίκτυο Νομαδικής Αρχιτεκτονικής) είχαμε αντιμετωπίσει εδώ και χρόνια το ζήτημα του εκτοπισμού των κατοίκων από επενδυτές στην περιοχή. Οι κάτοικοι των κτηρίων αναγκάζονται να φύγουν όπως όπως για να πάνε να ζήσουν σε άλλες περιοχές στην περιφέρεια της Αθήνας ή ακόμη κάποιοι μουσουλμάνοι να επιστρέψουν στην Κομοτηνή ή αν πρόκειται για άστεγους μετανάστες να βγουν στον δρόμο. Επίσης ξέραμε ότι σε πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο μετανάστες (και όχι μόνο) και υπήρχε και μια γνωστή κατάληψη.

Όπως μετά έμαθα πρόκειται για επενδυτικό σχέδιο στην περιοχή Κεραμεικός – Μεταξουργείο, τα κτίρια έχουν αγοραστεί από έναν επενδυτή, και ο εκτοπισμός των κατοίκων ήταν γεγονός για να μπορέσουν τα κτίρια να είναι άδεια στην έναρξη της Μπιενάλε της Αθήνας.Τι έκαναν οι κάτοικοι; Δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν γιατί απ’ ό,τι μάθαμε τους έκοψαν το ρεύμα και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν και να βρεθούν στο δρόμο, στην περίπτωση αυτή εκτοπίστηκαν βίαια για να εισβάλει η Τέχνη στους χώρους.

Αυτό που γινόταν στις περιοχές γύρω από το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό, την Ομόνοια, την Αχαρνών, αλλά και τον Άγιο Παντελεήμονα, υπακούει πιστά στους κανόνες ενός πρότζεκτ που λέγεται «εξευγενισμός» και έχει ήδη εφαρμοστεί σε αμερικάνικες και ευρωπαϊκές πόλεις. Είναι ένας όρος που αποτελεί μετάφραση του αγγλικού «gentrification». Προέρχεται από τη λέξη «gentry» και σημαίνει «η αριστοκρατία των γαιοκτημόνων». Ο «εξευγενισμός» στην πράξη παραπέμπει στη διαδικασία με την οποία φτωχές εργατικές γειτονιές στο ιστορικό κέντρο της πόλης «ξεσκουριάζονται» (φρεσκάρονται) μέσω της εισροής ιδιωτικών κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να εισέρχονται σε αυτές αγοραστές και ενοικιαστές κατοικίας από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα.

1

Το παράδειγμα της κατεδάφισης των Halles – της κεντρικής αγοράς – στο Παρίσι, με την ταυτόχρονη εγκατάσταση του κέντρου Πομπιντού (μουσείο σύγχρονης τέχνης) στην περιοχή, είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα έναρξης της διαδικασίας εξευγενισμού, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στο Μαραί. Άλλα παραδείγματα εξευγενισμού ανά τον κόσμο συναντώνται σε Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Βαλτιμόρη, Καλιφόρνια, Σίδνευ, Παρίσι, Λονδίνο, Λάνκαστερ, Γλασκόβη, Βρέμη,
Βουδαπέστη, Άμστερνταμ, Κοπεγχάγη και ούτω καθεξής.

Το παράδειγμα του Μεταξουργείου χρησιμοποιεί ως εργαλείο εξευγενισμού την υποτιθέμενη τέχνη, που καλείται να διανθίσει τις ψυχές μας και να πετάξει στον δρόμο τους παρίες που οι εκπρόσωποι της κατ’ επίφαση τέχνης αποφάσισαν ότι δεν ταιριάζουν στο συνεκτικό πλαίσιο που θέλουν να προωθήσουν. Την πλειονότητα των “εκθεσιακών χώρων” αποτέλεσαν εγκαταλελειμμένοι βιομηχανικοί χώροι ή εργαστήρια στα οποία είχαν βρει στέγη άστεγοι και μετανάστες  και οι οποίοι εκτοπίστηκαν βίαια για χάρη της Τέχνης.

Όταν μπαίνουν οι μπάτσοι στο παιχνίδι

2

Διαβάζουμε σε ανακοίνωση της ΚΜ ΠΡΟΤΥΠΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ : Την Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010 στις 18:30 θα πραγματοποιηθεί συνάντηση ανάμεσα στους κατοίκους και εργαζομένους στην περιοχή Κεραμεικού – Μεταξουργείου και του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής με σκοπό τον διάλογο για τα προβλήματα της περιοχής ΚΜ και την επίλυσή τους. Η συζήτηση θα λάβει χώρα στην αίθουσα New York του Classical Imperial Hotel .

Τη συνάντηση την οργάνωσε ο Τσάκωνας, επενδυτής real estate που λυμαίνεται την περιοχή και ήθελε σώνει και καλά να την κάνει γκέτο για τους φραγκάτους φίλους του. Δημιούργησε την ΜΚΟ “ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά” μετά από διάφορες άλλες προσπάθειες με εκδηλώσεις σύγχρονης τέχνης  που δεν του βγήκαν. Ο Τσάκωνας, ένας ανεκδιήγητος τύπος που έβγαλε φράγκα στο Αζερμπαιτζάν στην περίοδο του εμφύλιου, εξαγόρασε ολόκληρη περιοχή στην Αντίπαρο και τη γέμισε με βίλες για το διεθνές τζετ σετ (βλ. Τομ Χανκς, Μαντόνα, κ.α.) και μετά θέλησε να κάνει κουμάντο στο πως θα γίνει το Μεταξουργείο.

Παρατηρούμε βέβαια ότι, όπως και η Χρυσή Αυγή, έτσι και οι επιχειρηματίες προσπαθούν να παρουσιαστούν ως απλοί κάτοικοι και πολίτες. Εξάλλου η κοινωνική συναίνεση επιτυγχάνεται ευκολότερα με “εξευγενισμένες λέξεις”.

Διάφοροι λοιπόν μαγαζάτορες, γκαλερίστες, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και θεατρικοί επιχειρηματίες συναντήθηκαν με το ΓΑΔΑρχη Μπαλάκο, τον ταξίαρχο Λουκά και τον αστυνομικό διευθυντή Δροσάκη (πρώην Α.Τ. Εξαρχείων) και συμφώνησαν να γίνουν εκτεταμένες επιχειρήσεις “σκούπα” από την ΕΛ.ΑΣ. σε Μεταξουργείο, Κεραμεικό, Πατησίων, Κολωνό και Ομόνοια.

Όταν η ανάπλαση φοράει το κουστούμι της κοινωνικής πολεοδομικής προσέγγισης – RethinkAthens

6

Το παραμυθάκι στην Ελλάδα άρχισε από το διάταγμα για την προστασία της Πλάκας (1982) το οποίο είχε σκοπό να απομακρύνει τα θορυβώδη κέντρα διασκέδασης, να μειώσει δραστικά την κυκλοφορία αυτοκινήτων, να περιορίσει τις επεμβάσεις στα κτήρια και να συγκρατήσει την κατοικία και άλλες παραδοσιακές χρήσεις. Απέδωσε σχετικά ως προς αυτούς τους στόχους, άλλαξε όμως  η κοινωνική σύνθεση της περιοχής καθώς παλιοί κάτοικοι χαμηλών εισοδημάτων δεν ήταν δυνατόν να παρακολουθήσουν την άνοδο των τιμών των ακινήτων και την εγκατέλειψαν.

Συνεχίστηκε με τον εξευγενισμό του Ψυρρή, μιας λαϊκής συνοικίας ιστορικά, με μικρές παραγωγικές επιχειρήσεις και εμπόριο σιδηρικών, δερμάτων κ.λ.π. Ο εξευγενισμός επιτεύχθηκε χωρίς ειδικές ρυθμίσεις με την είσοδο στο χώρο επενδυτών που προέβλεπαν και διαμόρφωναν τις αναδιατάξεις στο ιστορικό κέντρο και οι οποίοι αγόρασαν φτηνά ακίνητα, ασυντήρητα μεν αλλά υψηλής αρχιτεκτονικής αξίας, για να τα εκμεταλλευτούν με τεράστια κέρδη στη συνέχεια.

Και ερχόμαστε στο σήμερα όπου αναμένουμε μέσα στο 2014 την έναρξη των διαδικασιών για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και της Πατησίων (μέχρι το Μουσείο). Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. To 2012, μαζί με την αναγγελία του δείκτη ανεργίας στο 28%, είχαμε και την αναγγελία έργων αστικού εξωραϊσμού στην Πανεπιστημίου. Στις 21 Μαρτίου 2012 ο Τουρνικιώτης, ο οποίος ήταν επικεφαλής καθηγητής στο ερευνητικό πρόγραμμα του Μετσόβιου Πολυτεχνείου «Μεταλλασσόμενοι χαρακτήρες και πολιτικές στα κέντρα πόλης Αθήνας και Πειραιά», με κάθε τιμή και επισημότητα (συμπεριλαμβανόμενης της παρουσίας του τότε πρωθυπουργού  Παπαδήμου, του Σαμαρά, του Βορίδη, του Καμίνη και άλλων εξέχουσων προσωπικότητων), και με κάθε φλυαρία, παρουσίασε το σχέδιο μαζί με τον πρόεδρο του ιδρύματος Ωνάση.

1981-slum-clearance-burgoyne-rd_jbphotos

Το σχέδιο λέγεται Re-think Athens”, και χρηματοδοτείται από το ίδρυμα Ωνάση με 3 εκατομμύρια ευρώ. Το γιατί το ίδρυμα Ωνάση ενδιαφέρεται για μια τέτοια πολεοδομική επέμβαση είναι κάτι το οποίο παρουσιάζει ενδιαφέρον. Τα επιχειρήματα του κράτους και του συρφετού του είναι γνωστά και είναι αυτά που σερβίρει κάθε φορά που θέλει να εξαγνίσει το οτιδήποτε επιδέχεται αμφισβήτηση: ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη. Για ποιον όμως πράγματι γίνονται όλα αυτά; Η συζήτηση για το «γενικό καλό» εμπεριέχει μια υπεραπλούστευση της πραγματικότητας, που ισοπεδώνει διαφορές και συγκρούσεις.

Ποια ανακούφιση ακριβώς θα προσφέρει στους άνεργους και στα φαλιρισμένα καταστήματα αυτή η αστική ανάπλαση; Μήπως ο κόσμος αποφεύγει να ψωνίσει γιατί οι δρόμοι είναι ασφυκτικά αποπνικτικοί ή μήπως πολύ απλά γιατί η καπιταλιστική κρίση τον έχει οδηγήσει να μην έχει φράγκο στην τσέπη του;

Στο άλλο επιχείρημα του κράτους περί επιστροφής της κατοικίας στο κέντρο απαντάμε ότι το κέντρο ποτέ δεν έμεινε ακατοίκητο. Απλά οι κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, λούμπεν, εργάτες, πολιτικές καταλήψεις) που βρίσκονται σε αυτό είναι ανεπιθύμητες από την εξουσία. Από κοινωνικές ομάδες που το κράτος δεν μπορεί να βασιστεί σαν καταναλωτές και δεν συνάδουν με την εικόνα που θέλει να προωθήσει για την ευρωπαική ευθυγράμμιση του κέντρου του με τα αντίστοιχα κέντρα της Ευρώπης. Μια ευθυγράμμιση που δεν χωράει ούτε άστεγους, ούτε μικροπωλητές, ούτε μετανάστες, ούτε φτωχούς, ούτε οροθετικούς, ούτε κουτσούς, ούτε αλήτες.

bladerunnersketch-01

Όσον αφορά το επιχείρημα περί κυκλοφοριακής αναδιάρθρωσης, από την οπτική μας δεν μοιάζουν με οφέλη οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι στην Ακαδημίας και την Σταδίου που αναγκαστικά θα μετατοπισθεί η κινητικότητα των ΙΧ. Όσον αφορά την περιβαλλοντική αναβάθμιση που ευαγγελίζεται το κράτος η προαναφερθείσα συνέπεια και το καυσαέριο από το σταμάτα-ξεκίνα των γύρω δρόμων όπως και η ηχορύπανση δεν μοιάζουν και τόσο με περιβαλλοντική αναβάθμιση.

Άρα γιατί γίνονται όλα αυτά; Γιατί οι καθηγητές Alfredo Brillembourg και Hubert Klumpne, επιδοτούμενοι απ’ το ίδρυμα Ωνάση, αποφάσισαν (από επαγγελματική και ακαδημαϊκή άποψη) να οργανώσουν ένα εξάμηνο μάθημα στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης με θέμα την “αναβάθμιση του κέντρου της Αθήνας” . Ξέχασα να το αναφέρω αλλά μια ομάδα ειδικών  θα εκπονεί λύσεις που θα αντιμετωπίζουν προβλήματα καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές θα είναι οι πολίτες, που καλούνται να συμβάλλουν με την εμπειρία τους στην τελική διατύπωση των προτάσεων. Ο λόγος για το “Reactivate Athens”, που “κουμπώνει” με τη μεγάλη παρέμβαση για την Πανεπιστημίου, το “Rethink Athens”.

Είναι μια πολύ συνηθισμένη πρακτική που ακολουθεί το κράτος, η εντύπωση στην συλλογική συνείδηση ότι όλοι μαζί δημιουργήσαμε κάτι, όλοι μαζί βάλαμε πλάτες για τον “εξευγενισμό” του κέντρου, όλοι μαζί τα “φάγαμε”. Το κράτος χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που διαθέτει στην φαρέτρα του για την συλλογική αφομοίωση μιας κατευθυνόμενης ανάγκης για εξευγενισμό.

Το όλο εγχείρημα καταλήγει να γίνει και μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του Καμίνη, ερήμην του μάλιστα (ο καθηγητής Α. Μπρίλεμπουργκ  παρότρυνε ευθέως στη διάλεξή του να ψηφίσουμε τον Καμίνη), ο οποίος Καμίνης είχε αρχίσει την ανάπλαση και τον εξευγενισμό απο το 2012 με το να διώχνει τους άστεγους από την πλατεία Κλαυθμώνος ξηλώνοντας τα παγκάκια που κοιμόντουσαν.

Το rethinkAthens δεν είναι όμως απλά και μόνο μια περίπτωση gentrification(εξευγενισμός). Δεν υποβοηθάει μόνο το κτηματομεσιτικό κεφάλαιο να αντλήσει υπερκέρδη από την άνοδο των τιμών των ακινήτων που επιφέρει μια ενδεχόμενη ανάπλαση. Διαδραματίζει και έναν ιδεολογικό ρόλο που πραγματώνεται πάνω σε αυτό που τόσο εύστοχα είχε περιγράψει ο Νοαμ Τσόμσκι μιλώντας για την τεχνική της δημιουργίας προβλημάτων, και στη συνέχεια παροχής των λύσεων. Η συνταγή είναι η ίδια.

3

Πρώτα δημιουργείς ένα πρόβλημα, μια «έκτακτη κατάσταση» για την οποία μπορείς να προβλέψεις ότι θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού, ώστε το ίδιο να αποδεχθεί τα μέτρα που θα προτείνεις άκριτα. Για παράδειγμα αφήνεις να κλιμακωθεί η μικροπαραβατικότητα όπως η μετατόπιση της εμπορίας ναρκωτικών απο περιοχή σε περιοχή, ώστε το κοινό να ζητήσει τη λήψη μέτρων ασφαλείας.  Ή, ακόμη δημιουργείς την ΧΑ, την προωθείς με κάθε τρόπο, μετά την αφήνεις να σκοτώνει μετανάστες και μετά τους βάζεις φυλακή για να φανείς ο σωτήρας της υπόθεσης ακόμα και αν εσύ ζέσταινες το αυγό πριν εκκολαφθεί.

Η υπόδειξη του κράτους σαν τον μόνο εγγυητή της σταθερότητας έρχεται μέσα από μια σειρά πολλών παράλογων ερμηνειών που το ίδιο το κράτος δίνει υπερθεματίζοντας για την ανάπλαση του κέντρου όπως για παράδειγμα ότι: Το κλείσιμο των μαγαζιών δεν θα ερχόταν έτσι και αλλιώς λόγω της οικονομικής κρίσης άρα μάλλον φταίνε οι μετανάστες και οι πορείες. Μ’ ένα σμπάρο 2 τρυγόνια. Καταστέλλεις και πιο εύκολα τα μαχητικά κομμάτια της κοινωνίας που “καταστρέφουν” το κέντρο που όλοι μαζί εμείς οι φιλήσυχοι πολίτες (re-activate) δημιουργήσαμε. Εξαφανίζεις και τους μετανάστες μικροπωλητές  και τους αστέγους, απαγορεύεις και τις πορείες για το καλό της εθνικής οικονομίας! Πάντα μπορεί να παίξει και το ότι οι καημένοι οι τουρίστες δεν έρχονται στην Ελλάδα όχι επειδή υπάρχει κρίση και τα ελληνικά νησιά είναι πανάκριβα αλλά επειδή νιώθουν ανασφάλεια στην Αθήνα.

Μια ακόμα κρατική επιδίωξη είναι η προσπάθεια ορισμού του κέντρου με καταναλωτικούς όρους και με αποκλειστική αφετηρία κάθε κοινωνικού ζητήματος την καταναλωτική ευμάρεια. Πλούτος για τα αφεντικά, θέαμα, εμπορεύματα και αναψυχή για τις ορδές των φιλήσυχων πολιτών. Καταστολή για τα εξεγερμένα κομμάτια της κοινωνίας, τους μετανάστες και τους απόκληρους. Η συνταγή είναι γνωστή. Απλά αυτή την φορά στολίζεται με πεζόδρομους, τραπεζοκαθίσματα, ποδηλατόδρομους και σουβενίρς.

Τέλος ο μύθος περί μη οικονομικής αξιοποίησης του κέντρου που τόσο απροκάλυπτα το κράτος αναφέρει στα τηλεδελτία, ακολουθείται πάντα από την ύπαρξη μεταναστών που παρανομούν, την ύπαρξη κυκλωμάτων ναρκωτικών, του εγκλήματος και την απουσία του κράτους. Αν πάμε όμως πίσω στο 2004 θα δούμε ότι ενόψει των ολυμπιακών αγώνων και της μεγάλης πελατείας που θα έφερνε, εγκαταστάθηκαν κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών και πορνείας για την εξυπηρέτηση των τουριστών. Κάτι που τελικά αποδείχθηκε πολύ κερδοφόρο. Όπως κερδοφόρα αποδείχθηκε και η ενοικίαση διαμερισμάτων σε μετανάστες χρεώνοντάς τους με το κεφάλι και στεγάζοντας τους 10-10 μέσα σε τρώγλες, κάτι που συνεχίζεται έως σήμερα. Το κράτος λοιπόν ήταν πάντα παρόν όταν κάτω από την ανοχή του γινόντουσαν και γίνονται όλα αυτά όπως και γίνεται το κάθετι το οποίο εξυπηρετεί το κεφάλαιο και τα αφεντικά. Το κέντρο αξιοποιήθηκε καπιταλιστικά μέσω της υποβάθμισης αποκομίζοντας πολλαπλά κέρδη για τους κεφαλαιοκράτες και τα πάσης είδους τσιράκια του κράτους . Όμως ο καπιταλισμός από την φύση του ήταν και είναι αδηφάγος. Τα θέλει όλα. Το κράτος προετοιμάζεται για την “αναβάθμιση” της καταστολής, τον εξευγενισμό της εκμετάλλευσης. Είναι σειρά μας λοιπόν να υποβαθμίσουμε την βαρβαρότητα και να αναβαθμίσουμε τις πρακτικές μας.

Value Valuer

Πολλές ευχαριστίες στα παιδιά απο το στέκι Αρχιτεκτονικής για την βοήθεια που πήραμε από τη μπροσούρα τους  “RethinkAthens και η ιδεολογική/συμβολική σημασία του αθηναικού κέντρου”.

Άλλες πηγές : Indymedia ,Περιοδικό Σαράγεβο.

( Tο κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα ‘Απατρις στο τεύχος Απριλίου 2014 )

Gregor Ashworth – Αστικές Ταραχές

paris_1871Αναδημοσίευση από το κομπρεσέρ

Απόσπασμα από το βιβλίο του Gregor Ashworth: War and the City, Routledge, 1991.

κατεβάστε το pdf  εδώ

βρείτε το πρωτότυπο εδώ

Η συλλογική διατάραξη της δημόσιας τάξης μέσω ταραχών και διαδηλώσεων δεν χρειάζεται να είναι αποκλειστικά αστική, παρόλο που ακόμα και η Εξέγερση των Χωρικών του 1381 αποκορυφώθηκε με μια πορεία στο Λονδίνο. Οι ίδιες οι συγκεντρώσεις του πληθυσμού, βέβαια, καθιστούν πιο πιθανό ένα αστικό περιβάλλον, επίσης η συμβολική σημασία πολλών αστικών τόπων, καθώς και η εγγύτητα με τις κυβερνήσεις, παρέχουν περισσότερες ευκαιρίες. Οι δημόσιες ταραχές δεν αποτελούν ένα σύγχρονο φαινόμενο, αν και οι σύγχρονες τεχνικές των τηλεπικοινωνιών μπορεί να τις καταστήσουν πιο αποτελεσματικές ως πολιτικές διαδηλώσεις και να εξαπλώσουν την είδηση αντίστοιχων συμβάντων σε άλλους πιθανούς ταραξίες, δημιουργώντας έτσι μια μιμητική ακολουθία. Οι αστικές ταραχές υπήρξαν αρκετά αναμενόμενο και συχνό φαινόμενο του αστικού σκηνικού, έτσι ώστε οι περισσότερες πόλεις να έχουν γνωστά σημεία συνάθροισης για την οργάνωση τέτοιων διαδηλώσεων, τα οποία εντοπίζονται σε χώρους όπως η πλατεία Trafalgar του Λονδίνου ή το «Malieveld» της Χάγης.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ νόμιμης και παράνομης διαδήλωσης είναι δύσκολο να τραβηχτεί, και είναι τόσο θέμα επικρατούσας παράδοσης και συμβιβασμού, όσο και του νόμου. Αντίστοιχη είναι και η διάκριση μεταξύ εγκλήματος (και ειδικά του εγκλήματος δρόμου) και ταραχής, άλλωστε πολλές από τις αμυντικές τακτικές που περιγράφηκαν προηγουμένως (ενν. σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου) έχουν την προέλευσή τους τόσο στον μακροχρόνιο φόβο του όχλου[1], που επιβίωσε σε σημαντικό βαθμό το δέκατο ένατο αιώνα σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις, όσο και στο φόβο ατομικών εγκληματικών πράξεων.

Παρομοίως, η σχέση μεταξύ αστικών ταραχών, αστικής τρομοκρατίας και αντάρτικης εξέγερσης είναι περίπλοκη. Πολλές συλλογικές αναταραχές δεν έχουν καθόλου πολιτικές συνέπειες. Ο Jarowitz (1969) διέκρινε τις «κοινοτικές» από τις «εμπορευματικές» ταραχές στη βάση όχι του κινήτρου, αλλά του στόχου τους, που στην πρώτη περίπτωση είναι μια εθνική ή κοινωνική ομάδα και στη δεύτερη η ιδιοκτησία. Σε αυτές θα μπορούσε να προστεθεί ο γενικευμένος χουλιγκανισμός –που σχετίστηκε συγκεκριμένα με τους ποδοσφαρικούς αγώνες στη δυτική Ευρώπη στα ‘80ς– κατά τον οποίο οι στόχοι φαίνεται να επιλέγονται τυχαία. Οι αναταραχές, εντός κάποιων σαφών ορίων, μπορεί ακόμα να είναι ανεκτές. Για παράδειγμα, και σήμερα και στο παρελθόν, πολλές κοινωνίες έχουν ορίσει χρόνους αποδεκτής «οχλοκρατίας» ή «καρναβαλιού». Ωστόσο, πολλές ταραχές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητες και ακαθοδήγητες εκρήξεις οργής και απογοήτευσης για πραγματικές ή φανταστικές αδικίες.

Σε αυτό που ονομάστηκε το «μακρύ θερμό καλοκαίρι» των μέσων της δεκαετίας του ’60, όπου οι κάτοικοι των μαύρων γκέτο των αμερικανικών πόλεων προσέφυγαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εμπρησμούς, οι υποκείμενες αδικίες μπορεί να είχαν μια λογική, στα χρόνια των διακρίσεων ή της εγκατάλειψης, αλλά η επιλογή του χρόνου και των πόλεων φαινόταν να είναι απρόβλεπτη και ανοργάνωτη (Βutton 1978). Παρομοίως, η μελέτη του Georges (1978) για τις ταραχές του Newark το 1975, βρήκε δύσκολο να συσχετίσει την επιλογή του χρόνου ή της τοποθεσίας με συγκεκριμένες αδικίες. Σε μια λεπτομερή ανάλυση αυτού που ο Lewis (1976) ισχυρίζεται πως είναι μια συνεχής, 200-ετής παράδοση βίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταλήγει πως το πιο σημαντικό γεωγραφικό χαρακτηριστικό είναι απλά το πληθυσμιακό μέγεθος των πόλεων. Κατά τη διάρκεια της περιόδου του μεγαλύτερου ενδιαφέροντος των μέσων μαζικής ενημέρωσης (1964-8), το 80 τοις εκατό όλων των καταστροφών επί της ιδιοκτησίας και το 60 τοις εκατό όλων των τραυματισμών συνέβησαν σε μόνο πέντε πόλεις (Λος Άντζελες, Newark, Ντιτρόιτ, Ουάσιγκτον και Σικάγο). Οι πολύ λιγότερο σοβαρές αλλά από μερικές απόψεις παρόμοιες αναταραχές στις βρετανικές πόλεις το 1981 και το 1983 αποδείχθηκαν ξανά δύσκολο να προβλεφθούν ή να εξηγηθούν με βάση κοινωνικά, οικονομικά ή χαρακτηριστικά μεγέθους των σχετικών πόλεων (Peach 1985).

Μαζικές διαδηλώσεις που οργανώνονται για πολιτικούς σκοπούς, η επιδίωξη των οποίων είναι να αντιπαρατεθούν με τις αρχές μέσω πράξεων συλλογικής παραβίασης του νόμου, έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια ένα αποδεκτό, θεμιτό κομμάτι της πολιτικής σκηνής, ακόμα και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Η εμπειρία, μάλιστα, του annusmirabilis το 1989 στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη αποδεικνύει πως ίσως έχουν γίνει μια αναγκαία προπαρασκευή για την εγκαθίδρυση μιας τέτοιας δημοκρατίας. Επιπρόσθετα, η μαζική αστική ταραχή μπορεί να αποτελεί μέρος ενός πιο εκτεταμένου φάσματος στασιαστικών δραστηριοτήτων: για παράδειγμα, κάλυψη για τρομοκρατικές και αντάρτικες δολοφονικές πράξεις, ή μέρος της προπαγάνδας και της προετοιμασίας για μια επανάσταση πλήρους κλίμακας –αφού οι αδικίες δημοσιοποιούνται, προκαλείται υπερβολική αντίδραση των δυνάμεων ασφαλείας που αυξάνει την αδικία, και στρατολογούνται πιθανοί ακτιβιστές για τα επόμενα στάδια. Οι αναταραχές μεγάλης κλίμακας το 1986/87 του μαύρου πληθυσμού των Νοτιοαφρικανικών πόλων, και η παλαιστινιακή «εξέγερση» από το 1987 (Intifada) στις πόλεις της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας (παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις η λογοκρισία το έκανε δύσκολο να εξακριβωθεί), φαίνεται να είναι παραδείγματα ενός τέτοιου μίγματος λαϊκού αυθορμητισμού και πολιτικής ενορχήστρωσης, του οποίου ο σκοπός είναι να εδραιώσει τη νομιμότητα ενός αντάρτικου οργανισμού στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Μια τέτοια εδραίωση μπορεί να προκύψει σαν αποτέλεσμα των δράσεων των δυνάμεων ασφαλείας σε μια υπάρχουσα ταραχή. Το 1990 μέχρι και 20.000 σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων χρειάστηκε να μπουν δια της βίας στην κεντρική περιοχή του Baku, το οποίο είχε ήδη οχυρωθεί με οδοφράγματα από αντάρτες, ώστε να προστατεύσουν κυβερνητικά, κομματικά κτίρια και τον σιδηροδρομικό σταθμό του Subunchinsky. Οι απώλειες που ακολούθησαν ήταν αρκετές για να νομιμοποιήσουν τις αυτονομιστικές τάσεις του Αζερμπαϊτζάν.

Οι αντιδράσεις των αρχών στις ταραχές ή, μακροπρόθεσμα, στον φόβο της πιθανότητας ταραχών, ήταν κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους της αστικής ιστορίας είτε να οχυρώνουν θέσεις μέσα στην πόλη (η «λύση του κάστρου»[2]) είτε να απομακρύνονται από την πόλη, ή από μέρη της όπου οι δράσεις του όχλου ήταν πιο εξαπλωμένες (η «λύση των Βερσαλλιών»). Η πρώτη επιλογή υιοθετήθηκε από τους Νορμανδούς κατακτητές της Αγγλίας του ενδέκατου αιώνα, όπου το κάστρο στο ανάχωμά σχεδιάστηκε για να προστατέψει τη νέα κυβέρνηση από τους υπάρχοντες κατοίκους και να τους υποτάξει εκφοβίζοντας τους, παρά να τους προστατέψει από εξωτερική επίθεση. Για μεγάλο μέρος του Μεσαίωνα, μια τέτοια χρήση του κάστρου ήταν τόσο ο κανόνας όσο και η εξαίρεση. Ο Πύργος του Λονδίνου, η Βαστίλη του Παρισιού, το Vredenburg της Ουτρέχτης, και πολλά άλλα κάστρα, πρόσφεραν καταφύγιο στην αστική[3] κυβέρνηση από τους εξοργισμένους πολίτες, των οποίων η ανομία αφηνόταν να σβήσει στο εξωτερικό της πόλης.

Το πόσο τρωτές ήταν οι εθνικές κυβερνήσεις, ή ακόμα και οι αυτοκρατορικες, στην περίπτωση της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, μπροστά στον αστικό όχλο της πρωτεύουσας –του οποίου οι απαιτήσεις έπρεπε να κατευναστούν σε βάρος εθνικών πολιτικών– ήταν ένα επιχείρημα που προέτρεπε τη μετακίνηση των ανακτόρων και του κυβερνητικού μηχανισμού ώστε να μην είναι φυσικά προσιτά, στην πιο ειρηνική ύπαιθρο, έξω από την πόλη. Οι Βερσαλλίες του Bourbon του δέκατου έβδομου αιώνα ήταν μόνο μια νεότερη και μεγαλύτερης κλίμακας εκδοχή του αγγλικού Westminster που προηγήθηκε κατά 600 χρόνια. Στην ακραία της μορφή, αυτή η επιλογή ήταν ένας καθόλου ασήμαντος παράγοντας για τη δημιουργία νέων κυβερνητικών πόλεων που ιδρύονταν πέρα από την ενοχλητική επιρροή της μητρόπολης. Η Χάγη ήταν ένας τόπος διαφυγής μακριά από τον αναβρασμό των ολλανδικών πόλεων, των οποίων ο όχλος είχε ήδη δολοφονήσει την κυβέρνηση του Witt˙ Η Ουάσιγκτον μετακινήθηκε από τη Φιλαδέλφεια και τη Βοστόνη των οποίων οι ανυπότακτοι πολίτες είχαν ήδη καθοδηγήσει μια επιτυχημένη επανάσταση˙ και, στις πιο σύγχρονες εποχές, η ίδρυση πόλεων όπως η Μπραζίλια και το Ισλαμαμπάντ, έχει πολλά περισσότερα κοινά πέρα από την απλόχωρη και επιβλητική αρχιτεκτονική, με τις Βερσαλλίες του δέκατου έβδομου αιώνα.

Στην πιο μικρή κλίμακα, έχει γίνει από καιρό κατανοητό ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ των στοιχείων του πλέγματος των δρόμων και των οικοδομικών τετραγώνων, και της αποτελεσματικής ανάπτυξης των στρατιωτικών μέσων των δυνάμεων ασφαλείας, αν και αυτή η σχέση μπορεί να είναι υπεραπλουστευμένη. Είναι αλήθεια ότι οι στενοί, ακανόνιστοι δρόμοι και χώροι, στερούν από τις δυνάμεις ασφαλείας κάποια από τα εγγενή τους πλεονεκτήματα –ειδικά την ικανότητά τους να ελίσσονται και να παρατάσσουν τις μονάδες τους ασκώντας τη μεγαλύτερη δύναμη πυρός στα κρίσιμα σημεία. Μια τέτοια αστική μορφολογία είναι, σε στρατιωτικούς όρους, μια τυπική «κλειστή χώρα[4]», κάνοντας λιγότερο αποτελεσματική τη χρήση κινητών δυνάμεων (είτε του ιππικού ή των τανκς, είτε τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού). Στα πεδία πυρός γίνοναι περικοπές λόγω των κτιρίων, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα του πυροβολικού, και αυξάνοντας την εξάρτηση από όπλα μικρής εμβέλειας και πυκνής τάξης, όπου το συγκριτικό μειονέκτημα των πολιτών είναι πιθανό να είναι ελάχιστο.

Παρόλα αυτά, πολλά από αυτά τα μειονεκτήματα ισχύουν και για τους ταραχοποιούς -οι οποίοι αν πρόκειται να εκμεταλλευτούν το αριθμητικό τους μέγεθος, έχουν την ίδια ανάγκη για ανοιχτό χώρο και ευρείες γραμμές κίνησης. Επιπλέον, η ψυχολογία του όχλου απαιτεί την οπτική παρουσία μιας κρίσιμης μάζας συμμετεχόντων ώστε να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα ενός ασταμάτητου κύματος διαμαρτυρίας το οποίο θα συντρίψει την αντίδραση. Η Πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου μπορεί να υπήρξε ιδανικός, ανοιχτός και συμβολικός χώρος για μαζική αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης, αλλά ήταν εξίσου ιδανική το 1989 για εκκαθάριση μέσω των στρατιωτικών δυνάμεων.

Οι συνήθεις τακτικές της αστυνομίας –γνωστές ως «τεχνική του κοπαδιού[5]» σύμφωνα με τον Methvin (1970)– είναι, κατά σειρά προτεραιότητας: να αποκλείει ευάλωτες περιοχές˙ να περιορίζει τις ταραχές εντός συγκεκριμένων περιοχών της πόλης˙ και τρίτο, να εισδύει στην περιοχή των ταραχών και να διασκορπίζει τους ταραχοποιούς. Η λεπτομερής αστική μορφολογία παίζει ένα σημαντικό ρόλο και στα τρία στάδια. Το σώμα των ταραχοποιών και των διαδηλωτών διασπάται διώχνοντάς τους διά της βίας από τους ανοιχτούς χώρους των πλατειών και των λεωφόρων, διοχετεύοντάς τους σε στενότερους δρόμους και σοκάκια. Αυτό μπορεί να επιχειρηθεί είτε με το σωματικό σπρώξιμο από μεγάλο αριθμό άοπλων αστυνομικών, όπως στη Βρετανία (όπως περιγράφηκε με λεπτομέρεια από τον Deanne-Drummond (1975:108), είτε καταφεύγοντας σε χρήση βλημάτων εναντίον προσωπικού[6]. Είναι σημαντικό και στις δύο περιπτώσεις, ότι η διάταξη των δρόμων όχι μόνο επιτρέπει τη διαφυγή αλλά είναι και ακριβώς τέτοιου είδους «κλειστή χώρα» της οποίας η μορφολογία από μόνη της χωρίζει τους ταραχοποιούς σε μικρότερες πιο διαχειρίσιμες ομάδες, των οποίων η ορμή θα χαθεί από τη διασπορά. Πολλές από τις περιπτώσεις στις οποίες τέτοιες τακτικές αποτυγχάνουν, και καταλήγουν είτε σε κατάρρευση των δυνάμεων ασφαλείας είτε σε υπερβολική αντίδραση «αστυνομικών ταραχών» μπορούν να σχετιστούν με αποτυχίες στο σωστό χειρισμό της μορφολογικής διάταξης: για παράδειγμα, οδηγώντας τους ταραχοποιούς σε μια περιοχή από την οποία δεν μπορούν να διαφύγουν –η περίπτωση «καζάνι που σκάει» (Methvin 1970).

Το εγχειρίδιο του επανασχεδιασμού μιας πόλης με σκοπό να καταστεί περισσότερο ασφαλής σε ενδεχόμενη αστική ταραχή, είναι έργο του Βαρόνου Haussmann, διοικητή του Παρισιού κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία με τη βοήθεια του Παρισινού όχλου, και για το λόγο αυτό, εκτιμούσε τη σημασία του. Τα οδοφράγματα είχαν ανεγερθεί το λιγότερο οχτώ φορές ανάμεσα στο 1827 και το 1849 στους δρόμους του Παρισιού. Οι νέες φαρδιές λεωφόροι, όπως η Rue de Rivoli, Boulevard Sevastopol και Boulevard Voltaire, οι οποίες διανοίχτηκαν μέσα σε κάποιες από τις εναπομείνασες πυκνοκατοικημένες συνοικίες της εργατικής τάξης εντός των τειχών, βελτίωσαν δραματικά την προσβασιμότητα και τα πεδία πυρός. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης μπορούσε τώρα να έρθει υπό έλεγχο «με το φύσημα ενός κανονιού[7]», όπως είχε δείξει πρώτος ο Ναπολέοντας το 1974. Τέτοιες λεωφόροι μέσα στην καρδιά της πόλης συχνά συνδέονταν με νέους στρατώνες (όπως την Caserne Vitrine στη Rue de la Republique) ώστε να διευκολυνθέί η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνάμεων μέσα στις περιοχές της εργατικής τάξης. Η διπλή ειρωνεία ήταν ότι, πρώτον, αυτά τα προληπτικά μέτρα, τα οποία σκόπευαν να αποτρέψουν έναν αστικό ξεσηκωμό, πάρθηκαν αμέσως πριν την, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πιο σοβαρή εξέγερση σε μεγάλη πρωτεύουσα (την Παρισινή Κομμούνα του 1871), και δεύτερον, ότι η κατεδάφιση και η μεταστέγαση που χρειάστηκε για να δημιουργηθούν αυτές οι προφυλάξεις πρέπει να συνέβαλλαν σημαντικά στην αίσθηση αδικίας η οποία πυροδότησε την ίδια την εξέγερση την οποία είχαν σχεδιαστεί να εμποδίσουν.

Οι πολεοδομικές ιδέες που μπήκαν σε εφαρμογή από τον Haussmann στο Παρίσι είχαν πολυάριθμους μιμητές στις επαρχιακές γαλλικές πόλεις στο τρίτο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα (Sutcliffe 1970). Ήταν μοντέρνες αντιλήψεις για το πώς μια «σύγχρονη» πόλη έπρεπε να σχεδιάζεται, παρά συνειδητές προσπάθειες να δημιουργηθεί μια αστική μορφολογία ανθεκτική στις ταραχές, και τα όποια πλεονεκτήματα ασφάλειας θεωρούνταν ευπρόσδεκτα ως τυχαίες παρενέργειες. Σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ εύκολο να συνδεθούν τέτοιες εξελίξεις με μια ξεχωριστή πόλη και έναν ξεχωριστό εμπνευστή. Όπως εξακρίβωθηκε για κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ένα σημαντικό κίνητρο για το ξαναχτίσιμο της πόλης μετά το 1850 ήταν «να απομακρυνθούν οι χώροι που ενθάρρυναν την πολιτική αναταραχή» (Hall 1986:28). Μια γενιά νωρίτερα, οι ανοικοδομημένες περιφερειακές λεωφόροι της Βιέννης των Αψβούργων βοήθησαν στην καταστολή των αναταραχών στους δρόμους του 1848-49 (μέσω ενός συνδυασμού κανονικού πυροβολικού και ιππικού) αφότου είχαν φτάσει κοντά στην ανατροπή μιας αυτοκρατορικής δυναστείας. Οι πρώτες προτάσεις για την «περιφερειακή» ζώνη ήταν να αφεθεί ακάλυπτη σαν «cordonesanitaire[8]» ανάμεσα στις κυβερνώσες και τις κυβερνώμενες τάξεις. Το σχέδιο που υιοθετήθηκε τελικά, περιλάμβανε κάποιους νέους στρατώνες, ιδιαιτέρως το Franz Josef Kaserne, για τη στέγαση μιας «δύναμης ταχείας αντίδρασης» που θα χρησιμοποιούνταν στα προάστια της εργατικής τάξης. Παρόμοια ανάπτυξη ενός νέου συστήματος δρόμων, μαζί με την κατασκευή στρατώνων για τις στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσαν να αναπτυχθούν κατά μήκος τους, διαπιστώθηκε σε πόλεις τόσο διαφορετικές όπως η Βαρκελώνη και η Στοκχόλμη (Hall 1986).

Εκατό ακόμη χρόνια νωρίτερα, το μπαρόκ residenzstadte[9] μιας σειράς από Γερμανούς κυρίαρχους βασιλιάδες, πρίγκιπες, δούκες και επισκόπους είχε αναδομήσει τις μεσαιωνικές τους πρωτεύουσες με πομπώδεις οδούς, κεντρικές πλατείες και ροτόντες, και μια αυστηρή, γεωμετρική διάταξη των δρόμων (Mumford 1961). Θα ήταν παρατραβηγμένο να εισηγηθούμε πως τέτοιες προσπάθειες πήγασαν πλήρως, ή έστω κυρίως, από τον φόβο των ηγεμόνων του ασταθούς όχλου που κατέκλυζε τους μεσαιωνικούς δρόμους και τα σοκάκια της παλιάς πόλης. Μια επιθυμία για αρχιτεκτονική επίδειξη και για δημόσια εκδήλωση των συμβόλων της εξουσίας, ήταν ισχυρότερα κίνητρα από τη δημιουργία πεδίων πυρός για το πυροβολικό ή χώρου για τους ελιγμούς της τακτικής βασιλικής φρουράς. Στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο ακόμα και να συσχετιστούν αυτές οι μορφές σχεδιασμού με ένα πολιτικό ολοκληρωτισμό ο οποίος ενθαρρύνει τη λαϊκή ανταρσία, όταν σχεδιασμένες πόλεις από την Ουάσιγκτον ως την Canberra έτειναν να υιοθετούν τέτοια στυλ ως τα πιο κατάλληλα για την κυβέρνηση.

Είναι επίσης ωφέλιμο να θυμόμαστε, σαν ένα αντιστάθμισμα σε μια υπερ-ντετερμινιστική άποψη της σχέσης του αστικού σχεδιασμού και του επιτυχημένου ελέγχου των ταραχών, ότι μερικές από τις πιο επιρρεπείς σε ταραχές πόλεις της Ευρώπης έχουν τα ίδια τα χαρακτηριστικά που ευνοούν έναν τέτοιο έλεγχο. Η Βαρκελώνη, η πόλη της οποίας η φήμη για διαδοχικές πολιτικές ταραχές, στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα, ήταν τέτοια που οι αρχές είχαν αριθμήσει τις πέτρες της πλακόστρωσης ώστε να αντικαθίστανται εύκολα μετά από κάθε κακομεταχείρισή τους ως δομικά υλικά για οδοφράγματα, είχε ξαναχτιστεί με το σχέδιο αραιού καννάβου του Cerda. Ομοίως, ένας αμερόληπτος αντάρτης που ψάχνει για μια κατάλληλη αστική διάταξη για μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις συμβατικές δυνάμεις, θα τοποθετούσε το St. Petersburg πολύ χαμηλά στη λίστα προτίμησης πόλεων. Μια και όχι μόνο κυριαρχείται από φαρδιές λεωφόρους, αλλά επίσης, τα περάσματα του ποταμού του ελέγχονται εύκολα από έναν περιορισμένο αριθμό γεφυρών, κάποιες από τις οποίες ήταν στην πραγματικότητα κινητές. Το γεγονός ότι διαδοχικές κυβερνήσεις ανατράπηκαν με τη βοήθεια ακριβώς τέτοιας μαζικής ανταρσίας το 1917, αλλά αντιστάθηκαν επιτυχώς στην ίδια πόλη το 1905 και το 1920, δείχνει πως η χωρική διάρθρωση είναι μόνο ένας ενισχυτικός παράγοντας –δευτερεύουσας σημασίας όταν συγκρίνεται με το επίπεδο της ικανότητας και της αποφασιστικότητας των δυνάμεων ασφαλείας και αυτών που τις ελέγχουν.


[1] ΣτΜ. Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον «όχλο του Λονδίνου» και τον «φόβο του όχλου» στο άρθρο των JOHN REES και LINDSEY GERMAN, Η Σύντομη Ιστορία των Εξεγέρσεων του Λονδίνου στο blog του //Παραλληλογράφου//: http://parallhlografos.wordpress.com/η-σύντομη-ιστορία-των-εξεγέρσεων-του-λ/

[2] ΣτΜ.Citadel στο πρωτότυπο. Με την έννοια της οχυρωματικής θέσης που δεσπόζει μέσα σε μια πόλη, μιας ακρόπολης-οχυρού.

[3]  ΣτΜ. Urban στο πρωτότυπο.

[4] ΣτΜ. Close country στο πρωτότυπο: στη στρατιωτική ορολογία σημαίνει μια πυκνόφυτη περιοχή γεμάτη θάμνους, από το Charles James, A New and Enlarged Military Dictionary, London, 1802.

[5] ΣτΜ. Herding sheep technique στο πρωτότυπο: η τεχνική της βόσκησης προβάτων αν μεταφραστεί κυριολεκτικά.

[6] ΣτΜ. Στη στρατιωτική ορολογία είναι τα βλήματα (οτιδήποτε εκτοξεύεται δηλαδή) που χρησιμοποιείται ενάντια σε ανθρώπους (και όχι κτίρια για παράδειγμα).

[7] ΣτΜ. «Α whiff of grapeshot» στο πρωτότυπο: έκφραση που σχετίζεται με το Ναπολέοντα ο οποίος σε μια μάχη στις 5 Οκτωβρίου του 1795 (και όχι το 1974) κατάφερε να διαλύσει έναν όχλο που υπερασπιζόταν το βασιλιά «με τον πυροβολισμό ενός κανονιού». Grapeshot είναι ένα παλιό είδος πυρομαχικού για κανόνια το οποίο όμως λειτουργεί με διασπορά, κάνει περίπου την ίδια δουλειά που κάνει το βλήμα της καραμπίνας με τα σκάγια, αλλά σε κλίμακα κανονιού.

[8] ΣτΜ. Υγειονομική ζώνη, γαλλική έκφραση για τη ζώνη που εκκενώνεται γύρω από μια περιοχή που έχει τεθεί σε καραντίνα

[9] ΣτΜ. Πόλη-κατοικία ενός βασιλιά ή μιας δυναστείας. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η Απαγορευμένη Πόλη στο Πεκίνο.

Βιβλιογραφία

Jarowitz, M. (1969) ‘Patterns of collective racial violence’, in H.D.Graham and T.R.

Gunn (eds) Violence in America: Historical and Comparative Perspectives, New York: Bantam.

Button, J.W. (1978) Black Violence: The Political Importance of the 1960’s Riots, Princeton, N.J.: Princeton University Press.

Georges, D.E. (1978) Geography of Crime and Violence: A Spatial and Ecological Perspective, Research papers 78.1, Albany: State University of New York.

Lewis, G.M. (1976) ‘Geographical aspects of race-related violence in the United States’, in J.Wreford Watson and T.O’Riordan (eds) The American Environment: Perceptions and Policies, New York.

Peach, C. (1985) ‘Immigrants and the 1981 urban riots in Britain’, in P.E.White and B.van der Knaap (eds) Contemporary Studies in Migration, Norwich: Geobooks.

Methuin, E.H. (1970) The Riot Makers, New Rochelle, N.Y.: Burlington House.

Deane-Drummond, A. (1975) Riot Control, London: Thornton Cox.

Sutcliffe, A. (1970) The Autumn of Central Paris: The Defeat of Town Planning, London: Edward Arnold.

Hall, T. (1986) Planting Europaischer Hauptstadte, Stockholm: Almquist & Wiksell.

Mumford, L. (1961) The City in History, Harmonsworth: Penguin Books.

Ποιος είναι ο εχθρός του Μουντιάλ;

Αναδημοσίευση από το μπλογκ Στάχτη και Burberry
Ο εχθρός κάποτε ήταν τα διπλανά έθνη. Οι πόλεμοι εναντίον τους διεξάγονταν σε μεγάλες πεδιάδες, υψίπεδα και κάμπους καθώς και στις ανοιχτές θάλασσες. Στη συνέχεια εχθρός έγιναν οι τρομοκρατικές οργανώσεις. Οι πόλεμοι εναντίον τους έγιναν πιο στοχευμένοι, με μικρότερο εύρος και με σκηνικό κυρίως το αστικό πεδίο. Η Καμπούλ, η Βαγδάτη, το Τελ Αβίβ, μερικές από τις στρατιωτικοποιημένες πόλεις όπου οι δυνάμεις καταστολής πολεμούν έναν εχθρό χωρίς πρόσωπο.

Και όσο οι πόλεις μεγαλώνουν (ήδη ο συνολικός πληθυσμός των πόλεων για πρώτη φορά υπερβαίνει τον συνολικό πληθυσμό της υπαίθρου) τόσο το πρόσωπο του εχθρού θα γίνεται πιο ασαφές. Και είναι αυτή η ασάφεια του εχθρού εντός των πόλεων που κάνει ολόκληρο τον πληθυσμό τους ύποπτο και εν δυνάμει εχθρό. Ο πληθυσμός στις πόλεις του Ιράκ, της Παλαιστίνης και της Συρίας βάλλεται αδιάκριτα στο κυνήγι των απρόσωπων ανταρτών ή τρομοκρατών (ανάλογα ποια ρητορική ακολουθεί κανείς). Και σταδιακά στις πόλεις αυτές, ο εχθρός έπαυσε να είναι εκείνο το κομμάτι του πληθυσμού που εξεγέρθηκε και έγινε ολόκληρος ο πληθυσμός. Ο οποίος βέβαια χρειάζεται να ηττηθεί.

Το επίκεντρο της νέας μορφής πολεμικών συρράξεων έχει μετακινηθεί στο κέντρο των πόλεων, στους δρόμους και τις πλατείες αυτών, στους ουρανοξύστες, στα τεράστια μπλοκ διαμερισμάτων, στις φαβέλες, στις παραγκουπόλεις, στα γκέτο, στις βιομηχανικές περιοχές, στις σήραγγες των μετρό, κάτω από τις γέφυρες, στις λαϊκές αγορές και τα σούπερ μάρκετ, σε κάθε μορφή αστικής μητροπολιτικής γεωγραφίας. Ένας πόλεμος που δεν κηρύσσεται, που δεν ολοκληρώνεται, που μπορεί να διαρκεί στο διηνεκές.

Στη Βραζιλία, με αφορμή τη διοργάνωση του Μουντιάλ καταδεικνύεται χαρακτηριστικά τι σημαίνει ο εχθρός να είναι ολόκληρος ο πληθυσμός των πόλεων. Οι παγκοσμιοποιημένες ελίτ, είτε αυτές εκφράζονται από διεθνοποιημένα κεφάλαια και κερδοσκοπικούς οργανισμούς (εταιρίες και τράπεζες) είτε από φαινομενικά αθώους ή δημοφιλείς υπερεθνικούς οργανισμούς (πχ FIFA) πλέον χτυπούν τους κατοίκους των βραζιλιάνικων πόλεων ευθέως. Τους εκτοπίζουν, παίρνουν βίαια τη γη και τα σπίτια τους, μολύνουν το περιβάλλον τους, καταλαμβάνουν τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές, καταστρέφουν τις δουλειές τους ή μεταχειρίζονται το εργατικό δυναμικό ως σκλάβους, σε μια νέα, εξελιγμένη μορφή αποικιοκρατίας, σε μια προχωρημένη μορφή ιμπεριαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα.

Για να το κάνουν αυτό έχουν μετατρέψει τις δυνάμεις αστικής καταστολής, την αστυνομία δηλαδή, σε στρατό: Υπερσύγχρονος οπλισμός, βαρύς ενδυματολογικός εξοπλισμός, στρατιωτικές επιχειρήσεις, ειδικές δυνάμεις, φρουρές, τεθωρακισμένα, πύραυλοι σε ταράτσες. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε μητροπολιτικό κέντρο. Κάμερες, παρακολούθηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, βιομετρική καταγραφή προσωπικών δεδομένων, παρακολούθηση μέσω δορυφόρων και GPS, παρακολούθηση και καταστολή μέσω droids. Για την αντιμετώπιση του εχθρού, του ίδιου του πληθυσμού. Με το πρόσχημα της αστικής τρομοκρατίας, ο πυροβολισμός έγινε δικαίωμα. Ο Μενέζες (νεαρός, μετανάστης, φτωχός και συμπτωματικά Βραζιλιάνος) ήταν ένα από τα πρώτα θύματα σε αυτή τη νέα μορφή σύρραξης σε μεγαλούπολη στη δύση.

Οι τεράστιες πόλεις της Βραζιλίας, το Ρίο και το Σάο Πάολο, δείχνουν πώς θα είναι η ζωή στις μεγαλουπόλεις του μέλλοντος. Πόλεις κατειλημμένες από την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες. Πάνοπλοι αστυνομικοί παντού. Η εικόνα τους να σπέρνει τον τρόμο και να επιβεβαιώνει την επιβολή, μετατρέποντας τον κινηματογραφικό ρόμποκοπ σε μια ευχάριστη δυστοπική ανάμνηση. 

Δεν ξεχνώ, πως και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Σαμάρας έχει δηλώσει με σαφήνεια: “Να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας”. Παίρνω τη δήλωση αυτή εξαιρετικά σοβαρά. Η τοποθέτησή της δήλωσης στο παραπάνω πλαίσιο, σε συνδυασμό με το σχεδόν στρατιωτικοποιημένο κέντρο της Αθήνας, την εξαθλιωτική φτωχοποίηση του πληθυσμού και την ανεπίσημη μετατροπή της Ελλάδας από αστική δημοκρατία σε οικονομική αποικία, φτιάχνουν ένα μέλλον για όλους μας που το βλέπουμε τώρα αλλού. 

Λάγκος, Βαγδάτη, Μουμπάϊ, Καμπούλ, Μογκαντίσου.
Ρίο, Σάο Πάολο
Κωνσταντινούπολη, Κίεβο,  Λονδίνο, Αθήνα.
Σύντομα και στην πόλη σου. 
Οι παλιοί στο Στάχτη και Burberry ίσως να θυμάστε, στο μακρινό 2008, τότε που η στρατικοποίηση της Αθήνας βρισκόταν στα αρχικά της βήματα, είχαμε παρουσιάσει αναλυτικά τη νέα κολλεξιόν, την τελευταία λέξη της τότε μόδας στην αστυνομική στολή. Αν και ελαφρά ντεμοντέ πια: “Κομψότητα και στυλ για τον αστυνόμο που ξέρει τι θέλει“. 

Σημειώσεις:
Ο Stephen Graham έχει κάνει εξαιρετική ανάλυση στο ζήτημα των αστικών συρράξεων. Το βιβλίο του Cities Under Siege μπορείτε να το βρείτε με τη μορφή PDF ελεύθερο με μια απλή αναζήτηση στο Google. Έβαλε σε τάξη τις σκέψεις μου σε αυτήν την ανάρτηση. 

Σχετικά με την αναδιάρθρωση της ποινικής καταστολής

Abstract-Art-Painting-Mirza-Zuplijanin
Αναδημοσίευση από Υστερόγραφα μιας σκευωρίας του Τάσου Θεοφίλου

Η αναδιάρθρωση της ποινικής καταστολής και της φυλακής έχει πολλές προεκτάσεις. Μια από αυτές είναι η οικονομική της διάσταση, που μπορεί να μην είναι η κεντρική, όμως η σημασία της δεν πρέπει να υποτιμάται. Στις ΗΠΑ η αντιμετώπιση της καταστολής ως πεδίου κέρδους έχει πάρα πολύ μεγάλες διαστάσεις και το φαινόμενο ονομάζεται φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Οι ΗΠΑ έχουν το μεγαλύτερο πληθυσμό φυλακισμένων στον κόσμο μετά την Κίνα. Η φυλάκιση και η καταστολή στις ΗΠΑ δεν έχουν ενδιαφέρον μόνο επειδή παρέχουν το μοντέλο διαχείρισης πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, που σταδιακά εξάγεται σε άλλες χώρες  όπως η Ελλάδα, αλλά ότι αυτό το μοντέλο πέρα από διαχειριστικό είναι και κερδοφόρο. Οι ΗΠΑ πάντα είχαν ιδιαιτερότητες σε σχέση με το ποινικό τους σύστημα, την τιμώριση και τη φυλάκιση, όμως είναι οι τελευταίες δεκαετίες που αυτά επιβάλλονται με νέους όρους.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αντιστοιχούσαν 110 κρατούμενοι ανά 100.000 κατοίκους, δηλαδή ένα ποσοστό της τάξης του 0,1%. Από τότε το ποσοστό αυτό ξεκίνησε να ανεβαίνει για να διπλασιαστεί τη δεκαετία του 1980 και να ξαναδιπλασιαστεί τη δεκαετία του 1990. Το 1998 η αναλογία ήταν 445 ανά 100.000 κάτοικους (ποσοστό 0,45%), ενώ για τους ενήλικες άντρες έφτανε τους 1100 ανά 100.000 (1,1%). Παρατηρείται επίσης και μια ποιοτική αλλαγή της σύνθεσης των κρατουμένων, καθώς οι κρατούμενοι που το 1998 σχετίζονταν με ναρκωτικά έγιναν υπερδιπλάσιοι από το συνολικό αριθμό κρατουμένων το 1978. Από το 1980 μέχρι το 1997 οι κρατούμενοι από 500.000 εκτινάχθηκαν στο 1,8 εκατομμύρια. Μετά την εικοσαετία 1970-1990 χτίσθηκαν περίπου χίλιες φυλακές, ενώ 150 χτίστηκαν μόνο το 1995.

Σήμερα 2.266.832 άτομα, κάτι λιγότερο του 1% του συνολικού πληθυσμού των ΗΠΑ, βρίσκονται στη φυλακή. Ένας στους τριάντα έναν ενήλικες είναι στη φυλακή ή έχει κάποιου είδους περιοριστικούς όρους, οι περισσότεροι για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά.

Το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και γενικότερα η αυστηροποίηση και η ιδιωτικοποίηση της ποινικής καταστολής, συνδέονται με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970, τη μεταφορά κεφαλαίου σε χώρες του τρίτου κόσμου, τις αλλαγές στις σχέσεις μισθωτής εργασίας- κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα και την ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας των ναρκωτικών. Είναι κατ’ επέκταση συνδεδεμένο με τον “πόλεμο κατά των ναρκωτικών” που διεξάγουν οι ΗΠΑ σε διεθνές και εσωτερικό επίπεδο. Ένας πόλεμος που στηρίχτηκε από το δόγμα Νόμος και Τάξη.

Το πρώτο κύμα μεταφοράς κεφαλαίου παρουσιάστηκε τη δεκαετία του 1970 με εργοστάσια να μεταφέρονται στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, όπως η Νότια Καρολίνα, το Τέννεση και η Αλαμπάμα, όπου δεν υπήρχε οργανωμένος συνδικαλισμός και οι μισθοί ήταν χαμηλότεροι. Τη δεκαετία του 1980 με τις κυβερνήσεις Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου, από τη μια η εργατική τάξη δέχθηκε ακόμα μια επίθεση με την επιβολή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, αλλά το κυριότερο με τη μεταφορά των κεφαλαίων σε αγορές με φθηνότερο εργατικό δυναμικό, όπως το Μεξικό, η Βραζιλία και η Ταϊβάν. Αυτοί που δέχτηκαν το χειρότερο πλήγμα ήταν οι Αφροαμερικάνοι κι άλλοι ημι-ειδικευμένοι εργάτες που έχασαν τη θέση τους στη βιομηχανία. Συγχρόνως, μέσα στην οικονομική παρακμή άρχισε να αναδύεται η οικονομία των ναρκωτικών.

Ως αρχή του φυλακοβιομηχανικού συμπλέγματος μπορεί να θεωρηθεί ο Γενάρης του 1973, όταν άρχισε η αυστηροποίηση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Πλέον όσοι σχετίζονταν με αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά αντιμετώπιζαν ποινές από 25ετή κάθειρξη ως και ισόβια χωρίς αναστολή. Από αυτήν την αυστηροποίηση δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι ανήλικοι παραβάτες. Έτσι, η κατοχή 120gr ναρκωτικών για προσωπική χρήση ή 60gr για πώληση μπορούσαν πια να επισύρουν ακόμα και την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Λίγα χρόνια αργότερα ο πρόεδρος Ρέιγκαν κήρυξε τον “πόλεμο κατά των ναρκωτικών” ανοίγοντας ένα διεθνές μέτωπο. Ο “πόλεμος κατά των ναρκωτικών” ήταν από τη μία ένας κυνικός τρόπος για την κυβέρνηση των ΗΠΑ να συγκαλύψει την εμπλοκή της στο διεθνές εμπόριο ναρκωτικών και να αιτιολογήσει την στρατιωτική της εμπλοκή για τον έλεγχο του Τρίτου Κόσμου. Από την άλλη εκτός από την διάσταση της εξωτερικής πολιτικής, εξυπηρετούσε και την πολιτική της ατζέντα στο εσωτερικό. Την επιβολή κατάστασης ηθικού πανικού και την προπαγάνδιση του δόγματος Νόμος και Τάξη.

Το δόγμα Νόμος και Τάξη δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι μια στοχευμένη και μακροχρόνια σχεδιασμένη πολιτική καμπάνια. Ένας πολιτικός σχεδιασμός κερδοφόρας διαχείρισης και καταστολής των αποκλεισμένων. Το εισηγήθηκε ο Reagan το 1960 ως κυβερνήτης της Καλιφόρνια και ο Nixon το 1968 ως υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ. Χρησιμοποιήθηκε για να συντηρητικοποιήσει τη λευκή μεσοαστική κοινωνία και να την ενώσει γύρω από τον φόβο των συμμοριών και των ναρκωτικών ώστε να χτυπήσει εκλογικά και πολιτικά το Δημοκρατικό Κόμμα, κατηγορώντας το ότι είναι επιεικές απέναντι στο έγκλημα και τις ταραχές.

Η πρακτική εφαρμογή του ξεκινάει με την εκλογική νίκη του Ρέιγκαν το 1981 παράλληλα με την κήρυξη του “πολέμου κατά των ναρκωτικών”, που άρχισαν να διορίζονται συντηρητικοί αυστηροί δικαστές μετατρέποντας την ποινική δικαιοσύνη σε ένα υπερόπλο κατά των αποκλεισμένων. Η καμπάνια Νόμος και Τάξη είναι η πρώτη συντεταγμένη προσπάθεια να τοποθετηθούν τόσο οι αποκλεισμένοι όσο και τα διάφορα πολιτικά κινήματα που ανθούσαν τις δεκαετίες  60’ και 70’ αγκαλιάζοντας εργάτες, νεολαίας και λούμπεν, κάτω από τον κοινό παρανομαστή της εγκληματικότητας και να γίνουν έτσι πιο εύκολα διαχειρίσιμοι.

Έτσι χάρη στο Δόγμα Νόμος και Τάξη, ο “πόλεμος κατά των ναρκωτικών” σε εσωτερικό- εθνικό επίπεδο έγινε πόλεμος κατά των αποκλεισμένων, κατά βάση φτωχών Αφροαμερικάνων των αστικών κέντρων, αφού οι αστυνομικές επιχειρήσεις στόχευαν στους μικροδιακινητές και τους χρήστες των κοινοτήτων των Μαύρων. Οι συνέπειες ήταν πέρα από την εκτίναξη του πληθυσμού των φυλακών και η διεθνοποίησή του, με ένα 25% να είναι υπό απέλαση μετά την έκτιση της ποινής του, αφού οι συλλήψεις πέρα από τις κοινότητες των Μαύρων γινόταν επίσης και σε βάρος αναλώσιμων χαμηλόβαθμων διακινητών από χώρες τις Λατινικής Αμερικής που προσπαθούσαν να εισάγουν ναρκωτικά στη χώρα.

Καθώς το δόγμα Νόμος και Τάξη βάθαινε την επιβολή του, οι δικαστές άρχισαν να στέλνουν περισσότερο κόσμο στη φυλακή για περισσότερο καιρό. Ο πληθυσμός των κρατουμένων άρχισε να μεγαλώνει. Οι δικαστικές αποφάσεις άρχισαν να έχουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό των πολιτειών, όπου επέτρεπε να συντηρούν τους κρατούμενους και αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν. Εκατοντάδες νόμοι ψηφίζονταν που αυστηροποιούσαν τη νομοθεσία χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για το πώς θα συντηρηθεί αυτός ο πληθυσμός που επηρεαζόταν από την αυστηροποίηση.

Έτσι άρχισε να προωθείται η ιδέα της ιδιωτικοποίησης των φυλακών από τις κυβερνήσεις Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου, στη λογική της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών. Με την γνωστή επιχειρηματολογία ότι τα κρατικά μονοπώλια είναι δυσλειτουργικά και ζημιογόνα οικονομικά ενώ ο ιδιωτικός τομέας είναι πιο αποτελεσματικός λόγω ανταγωνισμού και μπορεί να παρέχει καλύτερες υπηρεσίες με λιγότερο κόστος. Στη λογική, λοιπόν, της άντλησης κέρδους και από τον τομέα της καταστολής, στα μέσα της δεκαετίας του 1980  άνοιξαν οι πρώτες ιδιωτικές φυλακές. Η κυβέρνηση Κλίντον το προχώρησε ένα βήμα ακόμη ενθαρρύνοντας το Υπουργείο Δικαιοσύνης να τοποθετεί παράνομους μετανάστες και κρατούμενους για ελαφριά αδικήματα σε ιδιωτικές φυλακές με την δικαιολογία ότι ανακουφίζεται  η ομοσπονδιακή αστυνομία από το φόρτο εργασίας. Σήμερα τουλάχιστον 27 πολιτείες έχουν ιδιωτικές φυλακές με 95.000 κρατούμενους περίπου.

Αυτή η αλλαγή, το πέρασμα της φυλακής στον ιδιωτικό τομέα άλλαξε το τοπίο καθώς τα διάφορα λόμπυ που έχουν κέρδος από αυτήν την κατάσταση πιέζουν για αυστηροποίηση της νομοθεσίας ώστε να αυξάνονται οι κρατούμενοι και κατ’ επέκταση τα κέρδη τους. Η αυστηροποίηση δηλαδή της καταστολής έφερε την  “ανάγκη” για ιδιωτικοποίησή της και η ιδιωτικοποίηση με τη σειρά της άνοιξε τον δρόμο για εκ νέου αυστηροποίηση.

Λόμπι

Οι φορείς που έχουν συμφέροντα από το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα αποτελούν ένα λόμπι που πιέζει για χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής που αυστηροποιεί την νομοθεσία. Παράδειγμα η CCPOA, το σωματείο των σωφρονιστικών υπαλλήλων της Καλιφόρνια, αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας της Πολιτείας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η CCA (correction corporation of America) και η GEO Group, οι δυο μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρείες των ΗΠΑ, οι οποίες προωθούν την αυστηροποίηση της ποινικής δικαιοσύνης και πολιτικές που στοχεύουν στη συνέχιση του “πολέμου κατά των ναρκωτικών”.

Αυτές οι επιχειρήσεις ξοδεύουν μεγάλη χρηματικά ποσά προς τα λόμπι που επηρεάζουν τη νομοθεσία σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο. Η CCA ξόδεψε 17,4 εκατομμύρια δολάρια σε χορηγίες προς τα σχετικά λόμπι από το 2002 ως το 2012, ενώ η GEO Group ξόδεψε 2,5 εκ. δολάρια από το 2004 ως το 2012. Επίσης, η CCA ξόδεψε 1,9 εκ. δολάρια για να υποστηρίξει πολιτικούς που προωθούν την ατζέντα της, ενώ η GEO Group 2,9 εκ. κατά την ίδια περίοδο.

Η CCA ισχυρίζεται ότι οι ιδιωτικές φυλακές είναι ένα μοναδικό επενδυτικό πεδίο με μικρό ανταγωνισμό και σίγουρα κέρδη. Το να φυλακίζεις ανθρώπους για κέρδος είναι ένα σίγουρο στοίχημα καθώς ο αριθμός των φυλακισμένων συνεχώς αυξάνεται και όταν αυξάνονται οι φυλακισμένοι, αυξάνονται και τα κέρδη. Με το να είναι κανείς αυστηρός απέναντι στο έγκλημα, είναι ένας τρόπος να βγάλει κέρδος. Η CCA καταλαβαίνει ότι δεν έχει όφελος από την πτώση της εγκληματικότητας και προειδοποιεί τους επενδυτές ότι ενδεχομένη αποποινικοποίηση δραστηριοτήτων όπως η χρήση μαριχουάνας μπορεί να έχει επιπτώσεις στα έσοδα.

Το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα μπορεί να μεγεθύνεται μόνο αν αυξάνονται οι κρατούμενοι, ανεξάρτητα εάν τα ποσοστά της εγκληματικότητας ανεβαίνουν ή πέφτουν. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ψηφιστεί εκατοντάδες νόμοι που αυστηροποιούν τις ποινές για κακουργήματα και πλημμελήματα, οι οποίοι δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα στην μείωση της εγκληματικότητας, αλλά προσέφεραν μια τόνωση στην βιομηχανία του εγκλεισμού. Κυριότερο παράδειγμα νομικής υποδομής που εγγυάται ότι ο πληθυσμός των φυλακών  θα αυξάνεται συνεχώς είναι ο three strikes out.

 Ο Three Strikes out είναι ένας δρακόντειος νόμος που εφαρμόστηκε πρώτη φορά στην Ουάσιγκτον το 1993, στην Καλιφόρνια το 1994 και σήμερα εφαρμόζεται σε 26 πολιτείες των ΗΠΑ και προβλέπει πως αν κάποιος καταδικαστεί για τρίτη φορά, ακόμα και αν η τρίτη είναι για πλημμελήματα, θα πρέπει να εκτίσει ποινή από 25 χρόνια ως πραγματική ποινή ισόβιας  χωρίς αναστολή.

Φυσικά δε λείπει και η διάσταση της παραοικονομίας και της διαφθοράς. Το 2009 αποκαλύφθηκε ένα σκάνδαλο. Δύο δικαστές ανηλίκων είχαν στείλει πολλά από τα 500 άτομα που δίκαζαν σε ιδιωτικές φυλακές για ασήμαντα αδικήματα, όπως κλοπές DVD. Όπως αποκαλύφθηκε οι δικαστές αυτοί είχαν πάρει το προηγούμενο διάστημα μίζες ύψους 2,6 εκατομμυρίων δολαρίων από ιδιωτικές φυλακές προκειμένου να τις προμηθεύουν με πελάτες. Για την ιστορία πέσανε στον λάκκο που σκάβανε, αφού καταδικάστηκαν σε 17,5 χρόνια ο ένας και σε 28 ο άλλος.

Ταξικότητα- ρατσισμός

Η ποινική καταστολή, η επιτήρηση, η αστυνόμευση, η φυλάκιση εμφανίζονται ως βάση σε προβλήματα που στην πραγματικότητα είναι κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά.

Ένα εργαλείο για να εμφανιστεί αυτή η λύση ως πειστική είναι η εγκληματοποίηση των χαμηλόβαθμων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων. Η εγκληματικοποίηση είναι ένα εργαλείο που κάνει εφικτό για την αστυνομία και την δικαιοσύνη να στοχεύουν όχι σε συγκεκριμένες πράξεις, αλλά σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες που εγκληματοποιώντας τες δημιουργούν την εικόνα της κοινωνικής απειλής.

Η εγκληματοποίηση συντηρεί το μύθο ότι τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα είναι προβλήματα ελλιπούς εφαρμογής του νόμου κι ότι μπορούν να λυθούν με την εντονότερη επιτήρηση και φυλάκιση των κοινωνικών ομάδων που στενάζουν κάτω από το ζυγό της οικονομικής εξαθλίωσης και του ρατσισμού.

Εγκαθιδρύοντας την εικόνα του εγκληματία μέσω των μίντια και των κυβερνητικών πολιτικών, το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα πετυχαίνει κοινωνικό και φυσικό έλεγχο απέναντι στους ανθρώπους που ορίζονται ως εγκληματίες, τους φτωχούς, τους έγχρωμους, γενικά τους μη πολίτες. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή και 6,6 είναι συνολικά  φυλακισμένοι ή υπό καθεστώς δικαστικής επιτήρησης. Κράτος και μίντια δημιουργούν την εικόνα ότι σε κάθε γωνία παραμονεύει ένας κίνδυνος ώστε να δικαιολογήσουν την κατασπατάληση δημόσιου χρήματος προκειμένου να καταπιεστεί και να φυλακιστεί ένα μεγάλος μέρος των χαμηλότερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων.

Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι από τους “εγκληματίες” που κλειδώνονται στη φυλακή είναι φτωχοί που έχουν διαπράξει μη βίαια αδικήματα, όπως κατοχή και μικροδιακίνηση ναρκωτικών. Ενδεικτικά τα βίαια αδικήματα αντιπροσωπεύουν ένα 14% των συνολικών, ενώ οι ανθρωποκτονίες και οι βαριές σωματικές βλάβες δεν είναι καν στα πρώτα δέκα.

Έτσι ο μαζικός εγκλεισμός έχει πάρει στις ΗΠΑ πρωτοφανείς διαστάσεις. Είναι το αντίστοιχο πρόβλημα για την εποχή μ’ αυτό που ήταν η δουλεία στα μέσα του 19 αιώνα. Οι Αφροαμερικάνοι που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της ποινικής καταστολή είναι περισσότεροι από ότι οι σκλάβοι.

Το υλικό της βιομηχανίας της καταστολής είναι οι κρατούμενοι. Οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι αλκοολικοί, οι μικροδιακινητές ναρκωτικών, οι τοξικομανείς, οι αποκλεισμένοι. Περίπου το 70% είναι αναλφάβητοι. Οι συλλήψεις για ναρκωτικά είναι πενταπλάσιες στους μαύρους από ότι στους λευκούς, παρότι μαύροι και λευκοί κάνουν χρήση ναρκωτικών σε ίδιο επίπεδο. Επιπλέον οι Αφροαμερικάνοι φυλακίζονται σε μεγαλύτερα ποσοστά αναλογικά με τις συλλήψεις τους από ότι οι λευκοί. Ως αποτέλεσμα, πάνω από τους μισούς κρατούμενους είναι οι αφροαμερικάνοι,  περίπου 1 στους 14 μαύρους βρίσκεται στη φυλακή και 1 στους 4 είναι πιθανόν να φυλακιστεί μια φορά στη ζωή του.

Η διαφοροποίηση στην επιβολή ποινών για την κοκαΐνη και το κρακ είναι ενδεικτική του δομικού ρατσισμού της ποινικής δικαιοσύνης στις ΗΠΑ. Περίπου το 90% των συλλήψεων για κρακ είναι μαύροι ενώ το 75% για κανονική κοκαΐνη είναι λευκοί. Η ομοσπονδιακή νομοθεσία χρειάζεται 5 γραμμάρια κρακ για να επιβάλλει μια μίνιμούμ ποινή 5 ετών, ενώ χρειάζεται 500 γραμμάρια κανονικής κόκας για την επιβολή της ίδιας ποινής! Νομοθεσία που δεν άλλαξε ακόμα και μετά από διαπολιτειακή στάση σε ομοσπονδιακές φυλακές με αίτημα την εξισορρόπηση των ποινών.

Η ταξικότητα   της αμερικάνικης δικαιοσύνης γίνεται έτσι εντελώς απροκάλυπτη. Ενδεικτικό είναι ότι ανά τους καταδικασθέντες σε θάνατο, το 95% δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει δικηγόρο. Είναι λοιπόν πιο πιθανό για κάποιον φτωχό να καταλήξει στη φυλακή, γεγονός που επηρεάζει την ταξικής της σύνθεση.

Από τη μια πλευρά η παραβατική οικονομία γίνεται η μόνη λύση των αποκλεισμένων για να επιβιώσουν και από την άλλη εντείνεται η καταστολή που στοχεύει στις οικονομικά και κοινωνικά χαμηλότερες τάξεις. Καθώς το κεϋνσιανικό μοντέλο εγκαταλείπεται η καταστολή και η φυλακή αντικαθιστούν το ρόλο του κοινωνικού κράτους.

Πεδίο κέρδους

Ένας από τους λόγους που νομιμοποιήθηκε κοινωνικά το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ είναι ότι διάφορες απελπισμένες οικονομικά περιοχές της αμερικάνικης υπαίθρου είδαν στις φυλακές μια ευκαιρία για ανάπτυξη.

Στην αμερικάνικη ύπαιθρο η φυλακή παίζει σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη απ’ ότι η αγροτική οικονομία. Με την παραδοσιακή αγροτική οικονομία να παρακμάζει λόγω των μεγάλων επιχειρήσεων, πολλοί αγρότες πέρασαν δύσκολες οικονομικές στιγμές. Οικονομικά καταπιεσμένες περιοχές ανταγωνίζονται για το ποια θα λειτουργήσει κάποια φυλακή. Οι φυλακές αντιμετωπίζονται ως πηγές θέσεων εργασίας, τόσο για την κατασκευή τους, όσο και για τη λειτουργία τους. Μια μέση φυλακή έχει προσωπικό εκατοντάδες υπαλλήλους και ετήσιες πληρωμές μερικά εκατομμύρια δολάρια. Η φυλακή θεωρείται μια επένδυση που δε μολύνει το περιβάλλον, σημαντική προϋπόθεση για τις αγροτικές περιοχές. Μια καθαρή βιομηχανία που φέρνει προνόμια, ανάπτυξη και θέσεις εργασίας στις απελπισμένες οικονομικά περιοχές. Μια ευκαιρία για άντρες και γυναίκες της επαρχίας να εξασφαλίσουν μια μεσοαστική ζωή.

Ωστόσο αυτή η ανάπτυξη περισσότερο φαινομενική είναι. Για παράδειγμα ο μικρός δήμος της Καλιπάτρια στην Καλιφόρνια. Το 1993 έφερε 1100 θέσεις εργασίας για την φύλαξη χιλίων κρατουμένων, μετατρέποντας τη φυλακή στο μεγαλύτερο εργοδότη της περιοχής. Η φυλακή έφερε μια φαινομενική ανάπτυξη στην περιοχή καθώς άνοιξαν καινούρια καταστήματα και ανακαινίστηκαν κάποια σημεία της πόλης. Όμως τις περισσότερες υψηλόβαθμες θέσεις τις κάλυψαν εργαζόμενοι εκτός περιοχής με αποτέλεσμα να ανέβει η αξία των ακινήτων κατά 2/3, κάτι που συμφέρει τους μεσίτες και τους ιδιοκτήτες, όχι όμως τις ντόπιες φτωχιές οικογένειες.

Η φυλάκιση είναι μια μεγάλη επιχείρηση. Όπως και το στρατιωτικό- βιομηχανικό σύμπλεγμα, έτσι και το φυλακο-βιομηχανικό παραπαίει ανάμεσα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και κυβερνητικό συμφέρον. Ο διπλός σκοπός του είναι το κέρδος και ο κοινωνικός έλεγχος. Η δημόσια αιτιολόγηση είναι η μάχη κατά του εγκλήματος.

Κάποτε το αμερικάνικο ποινικό σύστημα εμφανίζονταν κάτω από την ιδέα ότι οι επικίνδυνοι κακοποιοί πρέπει να κλειδώνονται πίσω από τα κάγκελα για να προστατευτεί η κοινωνία. Σήμερα στην προσπάθεια του κράτους να κερδίσει χρήματα μετατρέποντας τις φυλακές σε ιδιωτικές εταιρείες, η αμερικάνικη ποινική δικαιοσύνη γίνεται πεδίο κέρδους.

Είναι δύσκολο να φανταστούμε μεγαλύτερη αναντιστοιχία μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ιδιωτικού κέρδους. Η σημασία των ιδιωτικών φυλακών εγγυάται στο ότι καταργείται το προφανές. Το να προσπαθεί δηλαδή μια κοινωνία να διατηρεί τον χαμηλότερο αναγκαίο αριθμό κρατουμένων, αλλά αντίθετα λειτουργώντας ως επιχείρηση να επιδιώκει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό κρατουμένων με τα λιγότερα δυνατά έξοδα.

Είναι ενδεικτικό επίσης ότι κάποιες εταιρίες ιδιωτικών φυλακών έχουν συνάψει συμβόλαιο με κάποιες πολιτείες, όπως η Αριζόνα, όπου ορίζεται ότι  η πολιτεία δεσμεύεται να διατηρεί ένα ποσοστό πληρότητας από 90 ως 100% και σε αντίθετη περίπτωση να αποζημιώνει τις εταιρίες για κάθε αχρησιμοποίητο κρεβάτι. Αυτές οι συμφωνίες είναι κοστοβόρες για τις πολιτειακές και τις τοπικές κυβερνήσεις. Ουσιαστικά οι πολιτείες πληρώνοντας πρόστιμο για τα αχρησιμοποίητα κρεβάτια είναι σα να τιμωρούνται για τα χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Έτσι για να ανταπεξέλθουν πρέπει συνεχώς να αυστηροποιούν τη νομοθεσία και να εντείνουν την καταστολή.

Οι ιδιωτικές εταιρίες βλέπουν το ζήτημα του υπερπληθυσμού των φυλακών ως μια επενδυτική ευκαιρία. Η CCA χτίζει φυλακές πριν κάνει συμβόλαια. Είναι βέβαιη πως αν τις χτίσει στο κατάλληλο μέρος θα βρεθεί τρόπος να γεμίσει με κρατούμενους. Τα άδεια κρεβάτια των φυλακών είναι ένας πειρασμός στον οποίον οι νομοθέτες δύσκολα θα μπορέσουν να αντισταθούν.

Το χτίσιμο και η λειτουργία φυλακών είναι κερδοφόρες δουλειές. Ένας από τους πιο αναπτυσσόμενους τομείς του φυλακοβιομηχανικού συμπλέγματος είναι οι ιδιωτικές σωφρονιστικές εταιρίες. Κατασκευαστικές, αρχιτεκτονικές, τράπεζες που δανειοδοτούν σχετικές επενδύσεις,, υποστηρικτικές (όπως επισιτισμού, ιατρικές, επίπλων), όλοι μπορούν να κερδίσουν από την επέκταση των φυλακών. Μια ακόμα εξειδικευμένη βιομηχανία που εμπορεύεται χειροπέδες, ναρκοτέστ, αλεξίσφαιρα γιλέκα, αλεξίσφαιρες κάμερες σε διάφορα χρώματα και πολυθρόνες καθήλωσης και συρματόπλεγμα με ξυράφια για τα πιο σαδομαζοχιστικά γούστα.

Εξοπλισμός που κάποτε πουλιόταν μόνο στο στρατό, όπως γυαλιά νυχτερινής όρασης, ηλεκτροφόρους φράχτες και γενικά η τεχνογνωσία που ξέμεινε από τον πόλεμο του Κόλπου, τώρα χρησιμοποιείται από την ποινική καταστολή. Στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό πως διαφημίστηκε αυτός ο εξοπλισμός από τα δελτία των ειδήσεων στην καταδίωξη του δραπέτη Μαριόν Κόλα το καλοκαίρι του 2013.

Από το 1980 οι επενδύσεις στον τομέα των φυλακών έχουν πενταπλασιαστεί σε τεχνικό, πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο. Αυτό που ήταν κάποτε ζήτημα κάποιων εξειδικευμένων εταιριών έχει γίνει τώρα μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων με  εκθέσεις σε επίσημα sites στο διαδίκτυο, καταλόγους προϊόντων και στρατηγική μάρκετινγκ. Το 1994 εκδίδεται το Correctional Building News , μια εφημερίδα που ασχολείται με τη βιομηχανία του σωφρονισμού και τις γύρω απ΄ αυτήν εξελίξεις, τόσο τις τεχνολογικές όσο και τις επενδυτικές.

Εταιρίες τηλεπικοινωνιών, όπως η ΑΤ&Τ, η Sprint και η MCA, μπαίνουν στο παιχνίδι χρεώνοντας τους κρατούμενους με εξωφρενικά ποσά για τις υπερπολύτιμες τηλεφωνικές κλήσεις, πολλές φορές μέχρι και με εξαπλάσια χρέωση.  Κάθε payphone στη φυλακή μπορεί να φέρει μέχρι και 15.000 δολάρια κέρδος κάθε χρόνο, πενταπλάσιο δηλαδή από ενός αντίστοιχου στο δρόμο. Οι δουλειές πηγαίνουν τόσο καλά που οι εταιρίες αναλαμβάνουν δωρεάν την εγκατάσταση υποδομών. Πολλοί κρατούμενοι μη μπορώντας να ανταπεξέλθουν στο οικονομικό βάρος παραιτούνται από την επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

Μικρότερες εταιρίες, όπως η Correctional Communication Corporation, εξειδικεύονται αποκλειστικά στις τηλεφωνικές επικοινωνίες εντός των φυλακών παρέχοντας και τον πλήρη εξοπλισμό για τη συστηματική παρακολούθηση των κλήσεων των κρατουμένων. Η American Express και η General Electrics έχουν επενδύσει στην κατασκευή ιδιωτικών φυλακών στην Οκλαχόμα και το Τέννεση. Η CCA έχει 48 εγκαταστάσεις φυλακών σε έντεκα πολιτείες των ΗΠΑ , στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Πόρτο Ρίκο και στην Αυστραλία.

Οι ιδιωτικές φυλακές κόβουν τη μια παροχές από τους κρατούμενους προκειμένου να περιορίσουν το κόστος και να αυξήσουν τα καθαρά κέρδη τους, με αποτέλεσμα τον υπερπληθυσμό και τον υποσιτισμό. Από την άλλη η οικονομική λειτουργία τους θυμίζει ξενοδοχείο, αφού στην ουσία ενθαρρύνουν τους πελάτες τους να καθίσουν το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα. Το μεγαλύτερο ποσοστό πληρότητας, το μεγαλύτερο κέρδος. Ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρει κάποια ιδιωτική φυλακή ο κρατούμενος πληρώνει κάποιο ποσό, παράδειγμα ποσό διαφορετικό για μονόκλινο, δίκλινο ή τρίκλινο κελί. Στην ουσία θεσμοθετείται η ταξική διαίρεση των κρατουμένων, που στις ελληνικές φυλακές υπάρχει μέσω των υπογείων διαδρομών της διαφθοράς.

Καθώς κάποιες φυλακές χρεώνουν όχι μόνο την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τα είδη πρώτης ανάγκης, αλλά ακόμα και την πρόσβαση στη βιβλιοθήκη, οι κρατούμενοι είναι αναγκασμένοι να εργάζονται περίπου για 20 σεντς την ώρα. Στις κρατικές είναι 50 σεντς την ώρα και μπορεί να φτάσει τα 2 δολάρια για τις high shill jobs …

Πολλές επιχειρήσεις έχουν καταλάβει ότι η εργατική δύναμη των κρατούμενων μπορεί να είναι τόσο κερδοφόρα όσο η εργατική δύναμη του τρίτου κόσμου. Πολλές γνωστές εταιρείες όπως η Motorola, η Compaq, η Microsoft, η Boeing  και η Victoria secrete χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη των φυλακισμένων.

Η εργατική δύναμη τω ν κρατουμένων είναι πολύ συμφέρουσα αφού δεν υπάρχει κανένα εργασιακό δικαίωμα, δεν υπάρχει συνδικαλισμός, δεν υπάρχουν απεργίες, δεν υπάρχουν αποζημιώσεις. Επιπλέον οι κρατούμενοι γίνονται μία τάξη σκλάβων ανταγωνιστική στην εργατική, η οποία με αυτόν τον τρόπο χάνει ακόμη περισσότερο την διαπραγματευτική της ισχύ. Η εργατική τάξη μετατρέπεται σε κάστα κρατούμενων σκλάβων.

Εκπαίδευση- φυλακές

Ενδεικτική αυτής της καστοποίησης είναι η μετατόπιση του βάρους στο επίπεδο του κρατικού προϋπολογισμού από την εκπαίδευση στον σωφρονισμό. Είναι κοινός τόπος ότι ο ρόλος τόσο των σχολείων όσο και της φυλακής είναι η πειθάρχηση των ατόμων στην καπιταλιστική λειτουργία. Τα ποσά που διατίθενται στο σωφρονισμό από την πολιτεία της Καλιφόρνια, για παράδειγμα, αφαιρούνται από τα χρήματα που θα επενδύονταν στην εκπαίδευση. Ενδεικτικό είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες χτίστηκαν στην Καλιφόρνια 19 φυλακές και μόνο ένα πανεπιστήμιο, ενώ οι προσλήψεις για το υπουργείο σωφρονισμού είναι περίπου τριπλάσιες τω προσλήψεων που σχετίζονται με την εκπαίδευση. Η μαύρη νεολαία του Λος Άτζελες και του Όκλαντ έχει διπλάσιες πιθανότητες να καταλήξει στη φυλακή απ’ ότι στο πανεπιστήμιο.

Είναι προφανές ότι η καστοποίηση δίνει τη θέση της στην ταξική κινητικότητα και ως εκ τούτου τα ιδρύματα πειθάρχησης για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα παύουν να είναι τα σχολεία, τα κολέγια και τα πανεπιστήμια και γίνονται οι φυλακές.

Αυστηροποίηση εντός

Όμως πέρα από τους κρατούμενους-σκλάβους υπάρχουν και κρατούμενοι που είναι καταδικασμένοι στην απόλυτη απραγία.

Η αυστηροποίηση της ποινικής καταστολής και η διεύρυνσή της δε θα μπορούσε παρά να αντανακλάται και στην εσωτερική λειτουργία της φυλακής. Υπάρχει έτσι μια διαβάθμιση της φυλάκισης προς το αυστηρότερο. Το πρώτο βήμα έγιανε το 1989 με τις πτέρυγες SHU (Security House Units), οι οποίες είχαν καταργηθεί το 1963 μαζί με το κλείσιμο του Αλκατράζ. Στην αρχή επανήλθαν στις φυλακές του Pelican Bay για χίλιους κρατούμενους, ενώ σήμερα είναι αρκετά διευρυμένες. Ενδεικτικά το καλοκαίρι του 2013 30.000 κρατούμενοι έκαναν απεργία πείνας για την κατάργησή τους.

Οι πτέρυγες SHU είναι πτέρυγες πλήρους απομόνωσης, όπου επιτρέπεται μόνο μια ώρα προαυλισμού σε ένα προαύλιο το οποίο είναι κλειστό από παντού. Ουσιαστικά είναι κι αυτό μέρος της αισθητηριακής απομόνωσης. Οι κρατούμενοι δεν έχουν πρόσβαση σε καμιά δραστηριότητα. Τα αναγνώσματα είναι εξαιρετικά περιορισμένα και δεν επιτρέπεται καμιά φυσική επαφή με τους επισκέπτες.

Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση εξόδου από τη SHU καθώς τα κριτήρια εισόδου κι εξόδου είναι ρευστά και βασίζονται στη “καλή θέληση” της διεύθυνσης. Ο μέσος χρόνος παραμονής είναι τα 7,5 χρόνια, ενώ συχνά ξεπερνά και τα 10.

Οι πτέρυγες SHU είναι Αλκατράζ υψηλής τεχνολογίας κι έχουν δεχθεί κριτική ακόμα και από ομοσπονδιακό δικαστή. Θεωρούνται από τους υποστηρικτές τους το αναγκαίο κακό προκειμένου να απομονωθούν από το σύνολο του πληθυσμού οι αρχηγοί των συμμοριών και οι υποκινητές ταραχών (η “ένταξη σε συμμορία” είναι στην ουσία ένας σωφρονιστικός τρομονόμος. Ένα πολύ ελαστικό και εσωτερικό ιδιώνυμο).  Είναι σχεδιασμένες για να απομονώσουν και να μινιμάρουν κατά το δυνατόν την επαφή μεταξύ κρατουμένων, ώστε να μην αλληλεπιδρούν με άλλους ανθρώπους. Αυτό έχει ως συνέπεια την απανθρωποποίηση των κρατουμένων. Αυτές οι συνθήκες συνεχώς διευρύνονται σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των κρατουμένων.

Η ύπαρξή τους έχει επηρεάσει και τις κανονικές φυλακές προς το αυστηρότερο. Η ριζική κατάργηση της ιδιωτικότητας είναι σαφής στόχος των περισσότερων φυλακών νέας γενιάς. Στόχος είναι η συνεχής παρακολούθηση της συμπεριφοράς των κρατουμένων. Ένα μοντέλο πανοπτισμού υποβοηθούμενο από την τεχνολογία.

*

Στην Ελλάδα η αντιεγκληματική ρητορική ξεκινάει να συστηματοποιείται στα μέσα της δεκαετίας του 90’, με αιχμή την αντιαλβανική – αντιμεταναστευτική υστερία. Η καμπάνια Νόμος και Τάξη σε γενικές γραμμές ακολουθεί παρόμοια διαδρομή μ’ αυτήν που ακολούθησε στις ΗΠΑ αλλά με τρεις δεκαετίες καθυστέρηση. Τα πρώτα βήματα, όμως, για την ιδιωτικοποίηση της ποινικής καταστολής στην ουσία γίνονται το 2008.

Το 2008 ψηφίζεται ο νόμος 3707/2008 βάσει του οποίου για να έχει κάποιος το δικαίωμα να δουλέψει ως σεκιούριτι σε κάποια πιστοποιημένη εταιρεία θα πρέπει να έχει αποφοιτήσει από κάποια σχετική σχολή και να έχει περάσει με επιτυχία τις αντίστοιχες εξετάσεις. Με 105 ώρες διδασκαλίας ακόμα και μέσω skype και κόστος 350-480 ευρώ συν 150 ευρώ για εξέταστρα, μπορεί κάποιος να λάβει το πιστοποιητικό ΚΕΜΕΑ (κέντρο μελετών ασφάλειας) του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, που του εξασφαλίζει τα εργασιακά του δικαιώματα ως σεκιούριτι.

Στόχος είναι η δημιουργία ενός θεσμού βοηθητικού της ΕΛΑΣ και ελεγχόμενου απ’ αυτή, με πολύ φθηνότερο προσωπικό. Σε αυτά τα πλαίσια η ΕΛΑΣ για τα δύο επόμενα χρόνια δε θα κάνει προσλήψεις, ώστε να ρίξει το προσωπικό της από τους 60.000 στους 40.000. Στην πραγματικότητα όμως το προσωπικό που θα ελέγχεται από την ΕΛΑΣ μέσω ιδιωτικών εταιρειών σεκιούριτι προβλέπεται να ξεπεράσει τους 100.000, δεδομένου επίσης ότι είναι κοντά στο να επιτραπεί η άδεια οπλοφορίας- οπλοχρησίας από σεκιούριτι.

Έτσι στις 20 Μαρτίου του 2010 ο Χρυσοχοΐδης ως υπουργός Δημόσιας Τάξης εισήγαγε σχέδιο νόμου με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, βάσει του οποίου εκτός από τη δημιουργία κέντρων κράτησης για μετανάστες ρυθμίζεται και η παράμετρος ότι η φύλαξη τους μπορεί να ανατίθεται σε ιδιώτες. Συγκεκριμένα  προβλέπεται ότι την ευθύνη φύλαξης την έχει η αστυνομία ενώ με απόφαση του υπουργού δημόσιας τάξης “η φύλαξη μπορεί να ανατίθεται και σε κατάλληλο εκπαιδευμένο προσωπικό ιδιωτικής εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας”. Με την ίδια απόφαση “καθορίζεται το είδος ,το περιεχόμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης καθώς και οι υπηρεσίες της Ελληνικής αστυνομίας”.

Στις 13 Ιανουαρίου 2014 διεξήχθη  ο ανοιχτός διαγωνισμός για την ανάθεση και την φύλαξη των προαναχωρησιακών κέντρων κράτησης αλλοδαπών ,στην Κόρινθο, το Παρανέστι Δράμας και την Ορεστιάδα. Είναι φυσικά το πρώτο βήμα προς την ιδιωτικοποίηση των φυλακών να γίνει στο πιο ευάλωτο τμήμα τους, αυτό των κέντρων κράτησης, όμως αυτή η προσπάθεια αφορά και τα καταστήματα κράτησης.

 Όπως γίνεται μετά από κάθε απόδραση τα τελευταία χρόνια, έτσι και μετά από την δεύτερη απόδραση Παλαιόκωστα -Ριτζάι από τα πειθαρχεία της Γ πτέρυγας Κορυδαλλού, ο Δένδιας άνοιξε το θέμα της ιδιωτικοποίησης των φυλακών ως υπουργός δικαιοσύνης εκείνη την περίοδο. Σύμφωνα με την εφημερίδα  Ημερησία στις 24/2/2009 ανάμεσα στα μέτρα που θα έπαιρνε η κυβέρνηση για να αποτρέψει αποδράσεις θα ήταν και μια “νομοθετική ρύθμιση για πρόσληψη διευθυντών φυλακής με ειδικά προσόντα εντός του υπάρχοντος πλαισίου. Η κυβέρνηση προχωράει στο σχεδιασμό αποκρατικοποίησης και των φυλακών με ιδιώτες μάνατζερς”. Για άγνωστους λόγους αυτοί οι σχεδιασμοί προσωρινά πάγωσαν.

Συγχρόνως προχωράει στην εφαρμογή του μέτρου του βραχιολιού -GPS με πρόσχημα την αποσυμφόρηση. Βέβαια δεν υπάρχει κάποιος τόσο αφελής ώστε να πιστέψει πως αυτή η κυβέρνηση μπορεί να κάνει έστω και μισό βήμα προς την επιεικέστερη αντιμετώπιση των φυλακισμένων. Το βραχιολάκι -GPS έχει πολλές προεκτάσεις

και η κυβέρνηση πολλούς λόγους να επιδιώκει την εφαρμογή του. Καταρχήν είναι ένα ακόμη βήμα προς την ιδιωτικοποίηση της φυλακής ή γενικότερα της τιμωρίας και της καταστολής, καθώς τον έλεγχο των φορέων θα αναλαμβάνουν ιδιωτικές εταιρείες security με έξοδα του ίδιου του φορέα του (με 2000-3000ευρώ).Δεύτερον, δίνει τη δυνατότητα διερεύνησης της γκάμας των ανθρώπων που μπαίνουν στον έλεγχο της δικαστικής επιτήρησης, καθώς αν μέχρι τώρα ήταν σχεδόν αδύνατον να φυλακίζεται κάποιος για πλημμελήματα, δεν θα είναι καθόλου υπερβολικό να μπαίνει υπό ηλεκτρονική-αστυνομικοδικαστική επιτήρηση. Τρίτον, αν συνδυαστεί με την εναλλακτική ποινή της κοινωφελούς -άμισθης εργασίας που τα τελευταία χρόνια προωθούν τα μίντια, θα ανοίξει τον δρόμο για νια νέα τάξη σκλάβων, στα πρότυπα των Η.Π.Α, ανταγωνιστική στην τάξη των εργαζόμενων μειώνοντας ακόμα περισσότερο τους μισθούς και την διαπραγματευτική της δύναμη. Με λίγα λόγια όσοι χρωστάνε σε τράπεζες και στο δημόσιο επειδή απολύθηκαν ως πλεονάζον εργατικό δυναμικό είναι πιθανόν να συλλαμβάνονται, να τους επιβάλλεται η ποινή της κοινωφελούς εργασίας και να δουλεύουν αμισθί υπό την μορφή τιμωρίας, ενδεχομένως ακόμη και στις θέσεις από τις οποίες απολύθηκαν ως πλεονάζοντες.

*

Ο ρόλος της φυλακής είναι πολύ σημαντικός για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Από την μία είναι ο τρόπος για να ελέγχει και να παροπλίζει τους αγωνιστές και τους κολασμένους και από την άλλη ο τρόπος να πειθαρχεί το προλεταριάτο. Είναι συγχρόνως ο χώρος που η παραβατική οικονομία οργανώνεται κάθετα και με τρόπο τέτοιο ώστε να εξυπηρετεί κοινωνικά και οικονομικά τα συμφέροντα του Κεφαλαίου. Η φυλακή ως βασικός θεσμός για την λειτουργία του καπιταλισμού συντονίζεται με την μισθωτή εργασία και την οικονομία. Στα πλαίσια της συνολικότερης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης η φυλακή δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός αυτής. Έτσι η φυλακή και η καταστολή αναδιαρθρώνονται με προοπτική τόση την αυστηροποίηση και την διεύρυνση των κοινωνικών πεδίων που απευθύνονται όσο και την ιδιωτικοποίηση τους.

Το ζήτημα της αναδιάρθρωσης -ιδιωτικοποίησης των φυλακών δεν αφορά μόνο τους κρατούμενους ή μόνο τους αναρχικούς. Δεν αφορά μόνο αυτούς που ως τώρα ήταν το υποκείμενο της καταστολής, ακτιβιστές και παραβατικούς. Αφορά όλους (τους αποκλεισμένους, τους απεργούς, τους επισφαλείς εργαζόμενους) όσους δεν έχουν να χάσουν τίποτα παρά τις αλυσίδες τους: σιδερένιες, πλαστικές ή με GPS.

 

Κείμενο του 98fm/Ραδ. Ανατρ. Έκφρασης για την κατασταλτική μεθόδευση στον 105fm

sima2_0

Στις 28 Aπριλίου η Eθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), σε συνεργασία με τις πρυτανικές αρχές του πανεπιστημίου Αιγαίου, έριξε χωρίς προειδοποίηση την κεραία του αυτοοργανωμένου ραδιοσταθμού της Μυτιλήνης 105fm επιβάλλοντας τη φίμωση σε μία ακόμα κατειλλημένη ραδιοφωνική συχνότητα.

Ο 105fm εκπέμπει αδιαμεσολάβητα και αντιεραρχικά από το 2009 μέσα σε ενα ραδιοφωνικό τοπίο, το οποίο δεν διαφέρει ιδιαίτερα από αυτό της Αττικής: αποχαύνωση και καθεστωτική προπαγάνδα μέσα στον πόλεμο του κέρδους.

Ο ρόλος της ΕΕΤΤ μας είναι πλέον γνωστός καθώς αποτελεί το μακρύ χέρι του κράτους και των νταβατζήδων των μίντια από την αρχή της λειτουργίας της. Ο ρόλος της είναι να προστατεύει τα συμφέροντα των μεγαλομετόχων, των λακέδων της δημοσιογραφίας και φυσικά του κράτους. Προσπαθεί να διαχειριστεί ένα κοινωνικό αγαθό ‒ το φάσμα των συχνοτήτων, το οποίο δυστυχώς αποτελεί στην πλειονότητά του προνόμιο των ολίγων και έχει επιτυχώς αποκλείσει την κοινωνία από την πρόσβαση σε αυτό διαμεσολαβώντας παράλληλα σε ένα νταλαβέρι εκατομμυρίων ευρώ. Για αυτόν τον λόγο οποιαδήποτε φωνή αντίστασης, κάθε κατειλλημένη συχνότητα και κάθε αυτοδιαχειριζόμενος ραδιοφωνικός σταθμός πρέπει να εξουδετερώνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καθώς δεν συμβαδίζουν με το δόγμα του ολοκληρωτισμού που προστατεύει η ΕΕΤΤ και το ΕΣΡ.

Οι επιθέσεις του κράτους απέναντι στην κοινωνία δεν περιορίζονται στα εργασιακά ζητήματα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις εκκενώσεις καταλήψεων, αλλά επεκτείνονται, εδώ και καιρό, στα μέσα αντιπληροφόρησης. Δεν ξεχνάμε τις φασιστικές επιθέσεις στο radio revolt, την κατάσχεση των μηχανημάτων μας για την συχνότητα των 98fm στην ΑΣΟΕΕ, τη διακοπή παροχής ίντερνετ τόσο σε εμάς όσο και στο athens indymedia, αλλά και την εκκένωση της κατάληψης Παράρτημα στην Πάτρα όπου στεγαζόταν το Ράδιο Κατάληψη. Η επέμβαση της ΕΕΤΤ στο αντιεραρχικό ραδιόφωνο της Μυτιλήνης 105fm αποτελεί ακόμα μία κατασταλτική ενέργεια εναντίον των απελευθερομένων συχνοτήτων.

Η θέση μας παραμένει αμετακίνητη: με όπλο μας την αντιπληροφόρηση να σταθούμε εμπόδιο στα σχέδια του κράτους. Καταλαμβάνουμε τις συχνότητές μας και λειτουργούμε με οριζόντιες δομές χωρίς διευθυντές προγράμματος, χωρίς χορηγούς ή άδειες. Η ελεύθερη έκφραση δεν φιμώνεται, δεν καταστέλλεται.

Είναι η μελωδία της οργής που μας ενώνει!
Αλληλεγγύη στο αυτοοργανωμένο ραδιόφωνο της Μυτιλήνης 105fm

Ραδιοζώνες Ανατρεπτικής ¨Εκφρασης 93,8fm

www.radio98fm.org

Πολιτική Οικονομία του Διαδικτυακού Ολιγοπωλίου : από την ψηφιακή επανάσταση στον γνωσιακό καπιταλισμό

google

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ephemeron

Εισαγωγή

Στις 20 Δεκεμβρίου 2013, μια ομάδα διαδηλωτών στο Oakland επιτέθηκε με πέτρες και συνθήματα σε ένα Google Bus. Το λεωφορείο αυτό μετέφερε υπαλλήλους της Google στα πλαίσια του ιδιόκτητου δικτύου μεταφορών της εταιρείας που καλύπτει όλη σχεδόν τη βόρεια Καλιφόρνια και συνδέει τις κύριες πόλεις με το Googleplex στο Mountainview. Σκοπός του δικτύου των Google Buses είναι να εξασφάλισει ξεκούραστη και δωρεάν μετακίνηση στα χρυσοπληρωμένα στελέχη της εταιρείας που προτιμούν να μένουν στο Oakley και το San Francisco, αρκετά μακριά δηλαδή από τα γραφεία της Google στη Silicon Valley.

Για τους διαδηλωτές, η μαζική εγκατάσταση στα αστικά κέντρα της Βόρειας Καλιφόρνια αυτής της νέας τάξης τεχνο-καπιταλιστών, φορτωμένων με ηλεκτρονικά γκάντζετ και stock options, δημιουργεί τεράστια προβλήματα στις εργαζόμενες και λαϊκές τάξεις κατοίκων: κατακόρυφη αύξηση τιμών στα καταναλωτικά αγαθά λόγω της τεράστιας αγοραστικής δύναμης που έχουν οι νεοφερμένοι· μαζικές εξώσεις εργαζόμενων οικογενειών από ενοικιαζόμενα διαμερίσματα που προορίζονται για πολυτελείς κατοικίες· υποβάθμιση των δημόσιων μεταφορών με πρόσχημα την ύπαρξη ιδιωτικών λεωφορείων· gentrification του κέντρου των πόλεων· επιτήρηση και αστυνομοκρατία.

Λίγες μέρες μετά την επίθεση στο Google Bus, ομάδα ακτιβιστών με το όνομα The Counterforce κατασκήνωσε μπροστά στο σπίτι του Anthony Levandowski, αρχιμηχανικού της Google στο Berkeley. Στο κείμενο που μοίρασαν στη γειτονιά οι διαδηλωτές στηλίτευαν τη συνεργασία του Levandowski με την αμυντική βιομηχανία στα πλαίσια του πρότζεκτ Google Car, του αυτοκίνητου χωρίς οδηγό. Στο San Francisco όλο και περισσότερα μπαρ και εστιατόρια απαγορεύουν πλέον την είσοδο σε άτομα με Google Glasses με ενσωματωμένη κάμερα και σύνδεση στο διαδίκτυο. Αυτό γιατί η υποψία ότι όσοι φορούν τα πανάκριβα αυτά δίοπτρα καταγράφουν σε βίντεο όσους και ό,τι βλέπουν οδηγεί συχνά σε τσακωμούς και επεισόδια. Όπως γράφει η Susie Cagle, δεν είναι μόνο η υποψία καταγραφής και επιτήρησης που δημιουργεί πρόβλημα, αλλά και το γεγονός ότι η κατοχή των Google Glasses λειτουργεί ως ταξική σήμανση: από τη μία πλευρά η νέα τεχνολογική ελίτ που απολαμβάνει επιδεικτικά τα ανάλογα προνόμια κι από την άλλη η μάζα των κανονικών ανθρώπων.

Το ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι το εξής: τι συνέβη κι η Google, εταιρεία με σύνθημα το Don’t be evil, με φιλικό προφίλ και πασίγνωστες υπηρεσίας έγινε ξαφνικά στόχος αυτών των επιθέσεων; Πως προέκυψε η κριτική που ασκείται πλέον όλο και συχνότερα στην Silicon Valley ; Ποιας νόσου σύμπτωμα είναι το Google Bus;

Παρακάτω θα προσπαθήσω να δείξω ότι εταιρείες όπως η Google, η Facebook, η Apple, η Amazon κι η Microsoft, μεταξύ άλλων, αποτελούν πλέον ένα διαδικτυακό ολιγοπώλιο, δηλαδή μια μορφή αγοράς συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων παντοδύναμων παικτών, που κυριαρχεί σε κάθε πτυχή των ψηφιακών δραστηριοτήτων μας. Ως τέτοιο το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι προϊόν της ανάδυσης ενός μεταφορντικού γνωσιακού καπιταλισμού με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η κριτική των εταιρειών αυτών αποτελεί λοιπόν κριτική του νέου καπιταλιστικού παραδείγματος του 21ου αιώνα.

Ιστορικές και ιδεολογικές ρίζες

Όπως δείχνει ο Fred Turner στο βιβλίο του From Counterculture to Cyberculture, οι ιδεολογικές ρίζες της Silicon Valley πηγάζουν από δύο αμερικανικές παραδόσεις: την Κυβερνητική (Cybernetics) και το κίνημα των New Communalists. Η Κυβερνητική είναι μια γενική θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Norbert Wiener τη δεκαετία του 40 και του 50, βασισμένη στην ιδέα ότι οι κοινωνία όπως και η φύση αποτελούν συστήματα. Για να λειτουργήσουν σωστά αυτά τα συστήματα και να αποφευχθεί η εντροπία, δηλαδή η αταξία και το χάος που μπορεί να οδηγήσουν σε δραματικά γεγονότα όπως ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, πρέπει να εξασφαλισθεί η ελεύθερη ροή της πληροφορίας. Η μηχανιστική αυτή προσέγγιση των κοινωνικών σχέσεων είχε τεράστια επιρροή στους δημιουργούς τους διαδικτύου και αποτελεί ακόμα, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά μια από τις ιδεολογικές του βάσεις.

Οι New Communalists αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι του κινήματος των χίπις και της πολιτιστικής επανάστασης που επέφεραν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 60 και του 70. Σε αντίθεση με τη ριζοσπαστική Νέα Αριστερά (New Left) που μετουσιώθηκε την ίδια εποχή σε οργανώσεις με παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές (διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ακτιβιστικές καμπάνιες ακόμη και βίαιες δράσεις), οι New Communalists απέρριπταν γενικά και απόλυτα οποιουδήποτε τύπου οργάνωση με σαφή πολιτικό περιεχόμενο και στόχο. Για αυτούς ο μόνος τρόπος καταστροφής του συγκεντρωτικού καπιταλισμού της εποχής ήταν να αποτραβηχτούν σε κοινόβια χωρίς ιεραρχικές δομές. Αυτή η επιστροφή στη φύση ελευθεριακού τύπου συνοδεύτηκε από βαθιά πίστη στις χειραφετικές δυνατότητες της τεχνολογίας η οποία εκφράστηκε εμβληματικά από την έκδοση του Whole Earth Catalog.

Όπως εξηγεί ο Turner, τη δεκαετία του 80, όταν το όραμα των χίπις για μια εναλλακτική κοινωνία είχε πια πεθάνει, οι παραπάνω ιδεολογικές ρίζες μπολιάστηκαν με δυο φαινόμενα της εποχής: την ανάδυση του προσωπικού υπολογιστή ως νέα deus ex machina και την ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Σταδιακά η παραδοσιακή προς το κράτος επιφυλακτικότητα των πρώην χίπις, που εντωμεταξύ αγκάλιασαν την πληροφορική και τα δίκτυα, εξελίχθηκε σε πραγματική εχθρότητα. Η ελευθεριακός τρόπος ζωής τους σε συνδυασμό με τα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού που θριάμβευε, εξελίχθηκε σε ένα νέο δεξιόστροφο πολιτικό ιδίωμα τον Ελευθερισμό (Libertarianism).

Τη δεκαετία του 90 άτομα και δίκτυα αυτού του χώρου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εμπορευματοποίηση τους διαδικτύου. Πρώην χίπις με κομβική θέση μεταξύ της τεχνολογικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ όπως οι Stewart Brand και John Perry Barlow, καθώς και τα δίκτυα που δημιούργησαν (Global Business Network, The Well, Electronic Frontier Foundation), έδωσαν το έναυσμα της μετάλλαξης του διαδικτύου από αποκεντρωμένο και μη εμπορικό σύστημα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών, στο γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ προϊόντων και υπηρεσιών που γνωρίζουμε σήμερα.

Η μετάλλαξη αυτή βασίστηκε στο εξής επιχείρημα: τα παραδοσιακά πολιτικά υποκείμενα όπως το κράτος, η κυβέρνηση αλλά και οι μεγάλες συγκεντρωτικές και ιεραρχικές επιχειρήσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού έχουν πια ξεπεραστεί. Μαζί με αυτές έρχεται το τέλος όλων των παλαιού τύπου αντιπροσωπευτικών δομών (κόμματα, συνδικάτα, οργανώσεις κλπ.). Πλέον, με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, ενδυναμώνεται ο ρόλος των ατόμων (empowerement) που συνδέονται και συντονίζονται μέσω πληροφοριακών δικτύων δημιουργώντας έτσι ενός νέου τύπου κοινωνική (απορ)ρύθμιση που θυμίζει έντονα την Κυβερνητική ουτοπία του Wiener υπό τη σκέπη του αόρατου χεριού της Αγοράς του Adam Smith. Το προϊόν αυτής της μετάλλαξης ήταν αυτό που οι Barbrook και Cameron – αναφερόμενοι στη Γερμανική ιδεολογία του Μαρξ – ονομάζουν « Californian Ideology (…) a contradictory mix of technological determinism and libertarian individualism (that) would (become) the hybrid orthodoxy of the information age».

Οι ιδρυτές των εταιρειών που κυριαρχούν σήμερα στο διαδίκτυο ενστερνίστηκαν αμέσως αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Steve Jobs, συμμετείχαν αυτοπροσώπως στη μετεξέλιξη της ελευθεριακής καλιφορνέζικης κουλτούρας. Άλλοι πιο νέοι όπως o Mark Zuckerberg κι ο Eric Schmidt έγιναν φανατικοί ευαγγελιστές του μέσω βιβλίων και δημόσιων τοποθετήσεων τους. Ίσως κάποιοι να πιστεύουν ειλικρινά ότι η τεχνολογία και η ελεύθερη αγορά θα σώσει την ανθρωπότητα. Καταλαβαίνουν όμως πολύ καλά επίσης ότι η συγκεκριμένη ιδεολογία εξυπηρετεί επίσης το ταξικό τους συμφέρον.

Γνωσιακός καπιταλισμός και εργασία

Από τις αρχές της δεκαετίας του 90 έχει αρχίσει μια συζήτηση για το πως μπορεί να χαρακτηριστεί το καπιταλιστικό παράδειγμα του 21ου αιώνα. Η έννοια του Γνωσιακού Καπιταλισμού (Cognitive Capitalism) πηγάζει από αυτές τις συζητήσεις. Η κεντρική ιδέα είναι ότι ενώ οι βασικές αρχές της οικονομίας παραμένουν άθικτες (συσσώρευση κεφαλαίου, ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας για το μοίρασμα της παραγόμενης υπεραξίας, εκμετάλλευση και αλλοτρίωση), η λειτουργία του καπιταλισμού στην εποχή μας έχει σημαντικές διαφοροποιήσεις από το βιομηχανικό μοντέλο που αναπτύχθηκε και κυριάρχησε στον 20ο αιώνα.

Η εργασία στα πλαίσια του γνωσιακού καπιταλισμού είναι σε μεγάλο μέρος άυλη. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζόμενων δεν καταπιάνεται με την παραγωγή και εμπορία υλικών αγαθών, αλλά με πληροφορίες και υπηρεσίες. Η άυλη εργασία προϋποθέτει διαφορετικές ικανότητες και δεξιότητες από την παραγωγή σε φορντικού τύπου βιομηχανίες. Ο γνωσιακός καπιταλισμός χρειάζεται εργαζόμενους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ικανούς για αυτόνομη εργασία, ευέλικτους και μετακινήσιμους σύμφωνα με τις ανάγκες του εργοδότη. Ταυτόχρονα, αντίθετα με τη βιομηχανική εργασία, η άυλη εργασία στα πλαίσια του γνωσιακού καπιταλισμού περικλείει το σύνολο της συναισθηματικής και κοινωνικής δραστηριότητας των εργαζομένων. Για παράδειγμα, η παρουσία ενός γνωσιακού εργαζόμενου στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις σχέσεις του εκεί μπορεί να έχει έμμεσες θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις στη φήμη ή την εικόνα της εταιρείας για την οποία δουλεύει. Για το λόγο αυτό τα όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου, επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής για ένα γνωσιακό εργαζόμενο είναι πολύ πιο δυσδιάκριτα συγκριτικά με έναν βιομηχανικό εργάτη.

Παράλληλα, η άυλη εργασία με ψηφιακά εργαλεία παράγει μεγάλο όγκο δεδομένων σε σχέση με το χρόνο εργασίας, τις ακριβείς δραστηριότητες του κατά τη διάρκεια της ημέρας κλπ. Με άλλα λόγια ο γνωσιακός εργαζόμενος χαμηλής ιεραρχίας, όπως για παράδειγμα οι υπάλληλοι στα τηλεφωνικά κέντρα, υπόκεινται σε συνεχή επιτήρηση από τον εργοδότη με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας του.

Από οικονομικής άποψης το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της γνωσιακής εργασίας είναι ότι παράγει μεγαλύτερη υπεραξία από την υλική εργασία. Με άλλα λόγια τα περιθώρια κέρδους της διαδικτυακής βιομηχανίας είναι σημαντικότερα και επιτυγχάνονται πολύ γρηγορότερα από αυτά μιας παραδοσιακής βιομηχανικής δραστηριότητας. Έτσι εξηγούνται τα δυσθεώρητα κέρδη των προαναφερθέντων εταιρειών. Για παράδειγμα η Apple έκανε τον απίστευτο τζίρο των 697.000 δολαρίων ανά εργαζόμενο για το 2012. Συγκριτικά, η McDonalds έβγαλε μόνο 18.000 ανά εργαζόμενο. Η Apple είναι σήμερα η πλουσιότερη αμερικανική εταιρεία με αποθεματικά 145 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ετήσιο τζίρο για το 2013 πάνω από 57 δισεκατομμύρια. Τα οικονομικά μεγέθη των υπόλοιπων, Google, Facebook, Microsoft, eBay, Amazon κλπ. είναι μικρότερα αλλά της ίδιας τάξης.

Πως καταφέρνουν αυτές οι εταιρείες να εξάγουν τόση υπεραξία από τους εργαζόμενους τους; Χωρίζοντας τους σε δύο κατηγορίες: από τη μια πλευρά η μειοψηφία των γνωσιακών εργαζόμενων υψηλής στάθμης (προγραμματιστές, μηχανικοί, ειδικοί στο μάρκετινγκ κλπ.), οι οποίοι απολαμβάνουν υπέρογκους μισθούς και ιδανικές συνθήκες εργασίας. Από την άλλη η πλειοψηφία της παραγωγικής δύναμης η οποία τις περισσότερες φορές ενοικιάζεται μέσω εργολάβων με χαμηλούς μισθούς. Έτσι μπορεί η Apple να είναι σήμερα η πρώτη εταιρεία σε πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών, smartphones και tablets στο κόσμο χωρίς να έχει ούτε ένα ιδιόκτητο εργοστάσιο. Η παραγωγή γίνεται στην Κίνα από κολοσσούς όπως η Foxconn (1,5 εκατομμύρια εργάτες) σε συνθήκες εκμετάλλευσης τέτοιες που δεκάδες εργαζόμενοι αυτοκτονούν μην αντέχοντας τις συνθήκες διαβίωσης τους. Παρόμοιες σκληρές συνθήκες εργασίας υπάρχουν και στα κέντρα διανομής της Amazon ακόμη και στην Ευρώπη, όπου οι εργαζόμενοι, επισφαλείς σε μεγάλο ποσοστό, τελούν υπό συνεχή επιτήρηση και ψυχολογική πίεση. Φαίνεται λοιπόν ότι η εκμετάλλευση που προϋποθέτει η συσσώρευση κεφαλαίου δεν εξαφανίζεται στα πλαίσια του γνωσιακού καπιταλισμού αλλά έχει νέα χαρακτηριστικά και επιμερίζεται διαφορετικά μεταξύ των εργαζομένων.

Η ολιγοπωλιακή δομή της διαδικτυακής οικονομίας

Τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής τεχνολογίας, βασικό συστατικό του γνωσιακού καπιταλισμού, εξηγούν επίσης της μονοπωλιακή φύση της διαδικτυακής οικονομίας. Η ψηφιακή επανάσταση σταδιακά κατάργησε τα παραδοσιακά σύνορα μεταξύ αγορών όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι ψηφιακές υπηρεσίες και το hardware δημιουργώντας έτσι συνθήκες κάθετης συγκέντρωσης και ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ ενός μικρού αριθμού πολυεθνικών κολοσσών. Ενώ οι δραστηριότητες τους περιορίζονταν αρχικά σε συγκεκριμένους τομείς σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς δραστηριοποιούνται στο σύνολο της διαδικτυακής οικονομίας.

Για παράδειγμα, ενώ η αρχική αγορά της Apple ήταν οι υπολογιστές και το λειτουργικό σύστημα OS, πλέον η εταιρεία παράγει κάθε τύπου λογισμικό (Final Cut, Pages, iMovie, iPhoto, GarageBand, iWork κλπ.), φορητές συσκευές με ιδιόκτητο λειτουργικό (iPhone, iPad, iOS) αλλά και παντοδύναμες πλατφόρμες διανομής περιεχομένου (AppStore, iTunes). Η Amazon έκανε την αντίθετη διαδρομή, αφού από τις διαδικτυακές υπηρεσίες και τη διανομή βιβλίων έφτασε σήμερα να παράγει την πιο δημοφιλή συσκευή ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων στον πλανήτη, το Kindle, καθώς και το κλειστό, λειτουργικό του σύστημα. Επίσης η Amazon είναι ο μεγαλύτερος πάροχος υπηρεσιών επιγραμμικής αποθήκευσης (cloud services, hosting) στον κόσμο. Η Microsoft εκτός από τα Windows προσφέρει κάθε είδους λογισμικό, μερικά εκ των οποίων τείνουν να γίνουν μονοπώλια (πχ. Microsoft Office), διαδικτυακές υπηρεσίες (Hotmail, Skype) ακόμη και κινητές συσκευές (Nokia). Η Google εκτός από την απόλυτη κυριαρχία της σε διαδικτυακές υπηρεσίες όπως η μηχανή αναζήτησης (πάνω από 80% μερίδιο αγοράς παγκόσμια), το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Gmail), οι χάρτες (Google Maps), η επιγραμμική αποθήκευση (Drive), τα κοινωνικά δίκτυα (Google+) κλπ. ελέγχει επίσης το πιο διαδεδομένο λειτουργικό για κινητά (Android) αλλά ακόμη και την κατασκευή συσκευών (Motorola). Οι παραπάνω εταιρείες διαθέτουν επίσης τεράστια ιδιόκτητα δίκτυα τηλεπικοινωνιών, όπως για παράδειγμα υπερατλαντικά καλώδια, και πειραματίζονται με την παροχή ασύρματης σύνδεσης σε περιοχές του πλανήτη όπου τα σταθερά δίκτυα δεν λειτουργούν (κυρίως Αφρική και Ασία). Προσθέτοντας τηλεπικοινωνιακούς και πληροφοριακούς γίγαντες τύπου Verizon, Cisco, IBM, Deutsche Telekom και Comcast, έχει κανείς σαφή εικόνα ενός ολιγοπωλίου αποτελούμενου από δύο δεκάδες αλληλοσυνδεδεμένες πολυεθνικές το οποίο ελέγχει απόλυτα το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κομμάτι του σύγχρονου διαδικτύου.

Οι παίκτες αυτοί έχουν τη δυνατότητα να θέτουν υψηλά τεχνολογικά και οικονομικά εμπόδια στους εν δυνάμει ανταγωνιστές τους μικρότερης κλίμακας. Για παράδειγμα η Google διαθέτει άγνωστο αριθμό data centers με πάνω από ένα εκατομμύριο σέρβερς. Η λειτουργία της βαριάς αυτής βιομηχανίας του διαδικτύου προϋποθέτει τεχνολογίες αιχμής αλλά κυρίως τεράστια κεφάλαια απαραίτητα για να καλυφθούν τα υψηλά έξοδα λειτουργίας (συσκευές, ενέργεια, ψύξη κλπ.). Γίνεται λοιπόν εύκολα κατανοητό ότι οποιοσδήποτε νεοεισερχόμενος παίκτης που δεν διαθέτει τέτοιους πόρους αδυνατεί να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό. Επίσης το διαδικτυακό ολιγοπώλιο διατηρεί το προβάδισμα του εξαγοράζοντας συνεχώς καινοτόμες υπηρεσίες (start-ups), είτε για να τις εντάξει στη στρατηγική του, είτε για να εξαφανίσει εν δυνάμει ανταγωνιστές. Πρόσφατα παραδείγματα η εξαγορά του Whatsapp από τη Facebook και του Topsy από την Apple. Από το 2001 μέχρι σήμερα η Google έχει εξαγοράσει 150 μικρότερες εταιρείες.

Τέλος, οι μεγάλοι παίκτες παρόλο που ανταγωνίζονται μεταξύ τους στο σύνολο των ψηφιακών αγορών, δημιουργούν και στρατηγικές συμμαχίες σε συγκεκριμένους τομείς. Πρόσφατα παραδείγματα η απόφαση της Nokia να χρησιμοποιεί πλέον στα κινητά που παράγει το λειτουργικό Android της Google και αυτή της Apple να εγκαταστήσει στο iOS 7 τη μηχανή αναζήτησης Bing της Microsoft. Ενώ η υψηλή οικονομική συγκέντρωση είναι χαρακτηριστικό κι άλλων αγορών, όπως για παράδειγμα της πολιτιστικής βιομηχανίας, στην περίπτωση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου η κλίμακα είναι παγκόσμια και οι εξελίξεις ταχύτερες γιατί οι συγκεντρωτικές τάσεις εντείνονται από ένα κλασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας δικτύων το network effect. Αυτό το χαρακτηριστικό αυξάνει τη χρησιμότητα μια υπηρεσίας για κάθε χρήστη ξεχωριστά, όσο ο συνολικός τους αριθμός μεγαλώνει. Τελικά οι διαδικτυακές πολυεθνικές, οι οποίες υπήρξαν κάποτε φορείς καινοτομίας, έχουν πλέον εξελιχθεί σε εμπόδια για την ανάπτυξη μη εμπορικών υπηρεσιών και μικρής κλίμακας επιχειρηματικότητα, οι οποίες παραδοσιακά αποτελούν τον κύριο παράγοντα εμπλουτισμού του διαδικτύου.

Ο ρόλος των πληροφοριακών ενδιάμεσων

Ο ζωτικός ρόλος που καταλαμβάνει το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι αυτός του πληροφοριακού ενδιάμεσου (infomediary). Σκοπός των προαναφερόμενων εταιρειών είναι να καλύψουν όλο το φάσμα υπηρεσιών, συσκευών, λογισμικών και τηλεπικοινωνιακών δομών που απαιτείται ούτως ώστε να συνδεθεί η ζήτηση πληροφοριακών και πολιτιστικών αγαθών με την προσφορά. Αυτό δηλαδή που ο Yochai Benkler αποκαλεί physical infrastructure layer και logical layer του διαδικτύου. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι γενικά το διαδικτυακό ολιγοπώλιο απέχει από τις δραστηριότητες παραγωγής περιεχομένου και πληροφορίας (ΜΜΕ, στούντιο μουσικής ή κινηματογράφου κλπ.) και επικεντρώνεται στα κανάλια διανομής όπου η παραγόμενη υπεραξία είναι υψηλότερη και η δυνατότητα ελέγχου της παραγωγικής αλυσίδας πιο εύκολη.

Πράγματι, οποιοσδήποτε χρήστης θελήσει να έχει πρόσβαση σε περιεχόμενα μέσω διαδικτύου είναι πλέον αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει τα κανάλια που ελέγχονται από το διαδικτυακό ολιγοπώλιο. Έτσι ο εκδημοκρατισμός των ψηφιακών μέσων παραγωγής, που όντως υφίστανται, υποσκελίζεται από τη συγκέντρωση των μέσων διανομής. Την ίδια στιγμή που το διαδικτυακό ολιγοπώλιο γίνεται απαραίτητο στους χρήστες, επιβάλλει τους κανόνες του και στους παραγωγούς περιεχομένου ή υπηρεσιών οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να υπακούσουν στις επιταγές του αν δεν θέλουν να εξαφανιστούν. Για παράδειγμα το Search Engine Optimization, του οποίου οι κανόνες επιβάλλονται από την Google, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για εκατομμύρια μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις η οικονομία των οποίων εξαρτάται άμεσα από τη θέση που καταλαμβάνουν στα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησης. Κατά τον ίδιο τρόπο οι εκατοντάδες χιλιάδες προγραμματιστές που παράγουν εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα εξαρτώνται άμεσα από τις δύο κυρίαρχες πλατφόμες AppStore και Android Market. Η επιτυχία πολλών συγγραφέων εξαρτάται από τις διαθέσεις της Amazon, η επισκεψιμότητα ενημερωτικών ιστότοπων από τους αλγόριθμους των Google News και Facebook και ούτως καθεξής. Η αδιαφάνεια και η πολυπλοκότητα των αλγόριθμων δε τους θέτει έξω από κάθε δυνατότητα δημοκρατικού ελέγχου αφού ακόμη κι η νομοθετική και δικαστική εξουσία αδυνατεί να καταλάβει το πως ακριβώς λειτουργούν.

Το διαδικτυακό ολιγοπώλιο σαφώς και προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα όμως παρακρατεί υπέρογκο κομμάτι της παραγόμενης υπεραξίας, είτε μέσω προμηθειών επί των πωλήσεων (Apple, Amazon), είτε κυριαρχώντας στη διαφημιστική αγορά (Google, Facebook). Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, όπως αυτή της Apple, οι ολιγοπωλιακοί παίκτες « φυλακίζουν» τους χρήστες σε κλειστά συστήματα περιορίζοντας δραστικά τις επιλογές τους. Για παράδειγμα ένας ιδιοκτήτης iPhone δεν μπορεί παρά να επιλέξει ανάμεσα στις εφαρμογές που η εταιρεία δέχεται να διανείμει μέσω του AppStore. Αυτή η δυνατότητα δεν έχει μόνο οικονομικές αλλά και πολιτικές επιπτώσεις αφού η Apple δεν διστάζει ακόμη και να λογοκρίνει περιεχόμενα που δεν είναι της αρεσκείας της. Σε άλλες περιπτώσεις όπως αυτή της Google η στρατηγική που εφαρμόζεται είναι πιο ανοιχτή με σκοπό να κεφαλαιοποιήσει τις θετικές εξωτερικότητες που προσφέρουν κοινότητες ανοιχτού λογισμικού. Αυτός είναι ο λόγος που η συγκεκριμένη εταιρεία χρησιμοποιεί εν μέρει προγράμματα ανοιχτού κώδικα για τα προϊόντα της (πχ. Android και Chrome) ή χρηματοδοτεί ανάλογα πρότζεκτ όπως το Mozilla Foundation. Έστω όμως κι αν οι στρατηγικές των εταιρειών αυτών διαφέρουν ο στόχος τους είναι κοινός: ο πλήρης έλεγχος της πρόσβασης του κοινού σε πολιτισμικά και πληροφοριακά αγαθά καθώς και σε διαδικτυακές υπηρεσίες.

Συλλογική νοημοσύνη, προσωπικά δεδομένα και επιτήρηση

Ένα καίριο χαρακτηριστικό της διαδικτυακής οικονομίας είναι το γεγονός ότι εξαρτάται από έμμεση χρηματοδότηση. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσβαση σε μεγάλο κομμάτι των περιεχομένων και των υπηρεσιών που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο είναι δωρεάν για τον τελικό χρήστη. Οι δύο πηγές της έμμεσης χρηματοδότησης είναι η άμισθη εργασία των ίδιων των χρηστών (free labor) οι οποίοι παράγουν περιεχόμενο και τα προσωπικά τους δεδομένα που πωλούνται στους διαφημιστές.

Πράγματι μια από τις βάσεις των υπηρεσιών που προσφέρει το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι η συμμετοχή του κοινού στην δημιουργία και την διάδοση περιεχομένου (κείμενο, εικόνες, βίντεο, ήχος) και μετά-περιεχομένου κάθε μορφής (οδηγίες, απαντήσεις, εξηγήσεις, ψήφοι, κριτικές). Σε γενικές γραμμές το χαρακτηριστικό αυτό εκλαμβάνεται θετικά από τους χρήστες των συμμετοχικών εφαρμογών λόγω του ενεργού ρόλου που καλούνται να παίξουν, κάτι που εκ πρώτης όψεως αντιτίθεται στο παθητικό μοντέλο του εξαρτημένου και ετερόνομου τηλεθεατή. Όπως αναφέρει ο Nick Dyer Witheford, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο Μαρξ στο βιβλίο του Grundrisse (The Fragment on Machines) υποστήριζε ότι σε τελική ανάλυση η γνώση, με την έννοια της συσσωρευμένης εμπειρίας, αποτελεί την κινητήρια δύναμη του παραγωγικού συστήματος, κάτι που ονόμασε « general intellect» ή συλλογική νοημοσύνη.

Η ιδέα αυτή του Μαρξ υιοθετήθηκε και εμπλουτίστηκε στην συνέχεια από διανοητές του Ιταλικού αυτονομιστικού μαρξισμού (Virno, Negri, Lazzarato, Hardt) και τα γραπτά τους στο περιοδικό Futur Interieur. Οι τελευταίοι, προσπαθώντας να ενσωματώσουν στην ανάλυση του Μαρξ τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου παραγωγικού συστήματος, θεώρησαν τη συλλογική νοημοσύνη – δηλαδή το σύνολο των επικοινωνιακών, πολιτιστικών, διαλογικών, γλωσσικών ή ηθικών χαρακτηριστικών, που αναπτύσσουν οι άνθρωποι στις σχέσεις τους μ’ άλλους ανθρώπους, μέσω του διαλόγου κι οποιωνδήποτε άλλων σχέσεων κι αλληλεπιδράσεων έχουν μεταξύ τους – ως βασική συνιστώσα του μεταφορντικού καπιταλισμού. Ως αποτέλεσμα εργοστάσιο και κοινωνία ταυτίζονται δημιουργώντας το social factory.

Εάν μεταφέρουμε την ιδέα της συλλογικής νοημοσύνης στο πεδίο της διαδικτυακής οικονομίας καταλαβαίνουμε ότι ο βασικός πόρος που διαθέτουμε εμείς οι απλοί χρήστες του διαδικτύου για το οικονομικό σύστημα είναι η ίδια η δυνητική μας ύπαρξη και οι τρόποι με τους οποίους αυτή μετουσιώνεται σε υπεραξία: οι μουσικές που ακούμε και που παράγουμε, τα βιβλία που διαβάζουμε, οι φωτογραφίες που βγάζουμε, οι ιδέες και απόψεις που εκφράζουμε δημόσια και ιδιωτικά, οι προτιμήσεις μας, οι φίλοι μας, οι λιγότεροι φίλοι, οι πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις που συνάπτουμε καθημερινά και βέβαια η τεχνογνωσία που ο καθένας μας διαθέτει σε ότι αφορά τους τρόπους διασποράς αυτών των πληροφοριών. Σε μια τέτοια διάρθρωση, οι διαδικτυακές υπηρεσίες είναι πρωταρχικής σημασίας για το σύγχρονο παραγωγικό σύστημα αφού αποτελούν ουσιαστικά « μηχανές συγκομιδής » της συλλογικής νοημοσύνης.

Όταν η Facebook αγοράζει το Instagram στην ουσία το αντικείμενο της αγοραπωλησίας δεν είναι τόσο η τεχνολογία αλλά η «κοινότητα», με την έννοια ενός συνόλου πληροφοριών που αφορούν τους χρήστες, τις τεχνικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους αλλά και τις δεξιότητες που κομίζουν. Οι δραστηριότητες των χρηστών μέσα σε αυτές τις πλατφόρμες αποτελούν λοιπόν μια νέου είδους άμισθη εργασία που ουσιαστικά χρηματοδοτεί τις υποτίθεται « δωρεάν» υπηρεσίες μέσω της παραγωγής περιεχομένων.

Ταυτόχρονα με τη εκμετάλλευση της άμισθης εργασίας των χρηστών, οι πλατφόρμες του διαδικτυακού ολιγοπωλίου έχουν σαν στόχο την παρακολούθηση και καταγραφή όλων των πτυχών της δυνητικής μας ύπαρξης υλοποιώντας έτσι την απόλυτη διαφάνεια του υποκειμένου. Η εγκαθίδρυση της διαφάνειας ως υπέρτατη αξία βρίσκει τις ιδεολογικές ρίζες της σε αυτό που ο Φουκώ ονομάζει Πανοπτισμό: « το μείζον αποτέλεσμα του πανοπτικού είναι το ακόλουθο: να υποβάλλει στον κρατούμενο μια συνειδητή και μόνιμη, σε βάρος του, κατάσταση ορατότητας που εξασφαλίζει την αυτόματη λειτουργία της εξουσίας. Να μονιμοποιεί τα αποτελέσματα της επιτήρησης, ακόμη κι αν αυτή είναι ασυνεχής στην άσκησή της. Το αρχιτεκτονικό τούτο συγκρότημα να είναι μια μηχανή για την εγκαθίδρυση και τη στήριξη ενός είδους εξουσίας ανεξάρτητης από εκείνον που την ασκεί. Κοντολογίς, οι κρατούμενοι να παγιδεύονται και να υφίστανται μια εξουσία της οποίας οι ίδιοι είναι οι φορείς». (Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, Αθήνα, Ράππας, 1989, σελ. 266).

Στην περίπτωση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου διαφαινόταν ότι ο λογική του Πανοπτισμού δεν θα έμπαινε στην υπηρεσία ενός σωφρονιστικού ή κατασταλτικού μηχανισμού αλλά θα συμμετείχε απλά και μόνο στην άντληση διαφημιστικής υπεραξίας. Όμως οι αποκαλύψεις του Edward Snowden έδειξαν μια σύμπτωση συμφερόντων μεταξύ του διαδικτυακού ολιγοπωλίου και των υπηρεσιών ασφαλείας. Οι τελευταίες ευνόησαν την ανεξέλεγκτη συσσώρευση προσωπικών δεδομένων με την προϋπόθεση ότι θα έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά όποτε το θελήσουν. Δεν έχει σημασία αν οι Google, Facebook κλπ. συνεργάστηκαν συνειδητά με την NSA ή παγιδεύτηκαν από αυτή. Σημασία έχει η αντικειμενική σύγκλιση και το αποτέλεσμα: οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας διαθέτουν απεριόριστη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στα δεδομένα των κυριότερων πάροχων διαδικτυακών υπηρεσιών στον κόσμο. Μέηλ, τσάτ, κοινωνικά δίκτυα, VoIP, αναζητήσεις, αγορές, προτιμήσεις αλλά και τηλεφωνικές επαφές, γεωεντοπισμός και οτιδήποτε άλλο παράγουμε και μοιραζόμαστε στο διαδίκτυο και στα κινητά τηλέφωνα καθημερινά μέσω των πιο γνωστών υπηρεσιών αποτελούν έτσι δυνητικό πεδίο ανεξέλεγκτης μαζικής παρακολούθησης. Το διαδίκτυο από εργαλείο στην υπηρεσία της δημοκρατίας μετατρέπεται έτσι στη μεγαλύτερη μηχανή επιτήρησης της ανθρώπινης ιστορίας,

Διαδικτυακό ολιγοπώλιο και οικονομικό-πολιτικό κατεστημένο

Τα παραπάνω δείχνουν ξεκάθαρα τη θέση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου στο κέντρο του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτό επιβεβαιώνεται επίσης και από τις ιδιαίτερες σχέσεις που οι πολυεθνικές του διαδικτύου διατηρούν με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες του πλανήτη (Morgan Stanley, Goldman Sachs κλπ.), οι σημαντικότεροι ολιγάρχες (Ρωσία, Σαουδική Αραβία) και τα πιο δραστήρια hedge funds έχουν μεγάλο αριθμό μετοχών όλων των εταιρειών του διαδικτυακού ολιγοπωλίου. Τα συμφέροντα αυτών των εταιρειών ταυτίζονται έτσι εν πολλοίς με αυτά της καρδιάς του παγκόσμιου κεφαλαίου. Επίσης το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι αυτό που προσφέρει την υλική και λογισμική βάση για τη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφού το τελευταίο δεν νοείται στη σημερινή του μορφή χωρίς ψηφιακές τεχνολογίες και δίκτυα.

Ταυτόχρονα οι συγκεκριμένες εταιρείες ασκούν οργανωμένη και μαζική φοροδιαφυγή χρησιμοποιώντας φορολογικούς παραδείσους και πολύπλοκα σχήματα με off shore εταιρείες ώστε να ελαχιστοποιούν τους φόρους που πληρώνουν στις χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται. Πρόσφατα οι γαλλικές φορολογικές υπηρεσίας επέβαλλαν πρόστιμο ενός δισεκατομμυρίου ευρώ στη Google για αυτό το λόγο. Το ίδιο συμβαίνει και στη Μεγάλη Βρετανία. Σήμερα μόνο τέσσερις εταιρείες του χώρου οι Apple, Microsoft, Google και Cisco Systems διαθέτουν ένα κρυμμένο θησαυρό 331 δισεκατομμυρίων δολαρίων εκ των οποίων τα 255 βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους και δεν φορολογούνται ούτε από το αμερικανικό κράτος. Σε μια επίδειξη κυνικότητας, οι συγκεκριμένες εταιρείες αγοράζουν κρατικό χρέος των ΗΠΑ με αυτά τα χρήματα με αποτέλεσμα όχι μόνο μην πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν αλλά να βγάζουν κέρδη δανείζοντας το κράτος.

Η σύνδεση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου με το οικονομικό κατεστημένο συμπληρώνεται από στενές σχέσεις με ισχυρούς πολιτικούς. Είναι γνωστό ότι οι Microsoft και Google μαζί με τα πανεπιστήμια της Καλιφόρνια ήταν οι σημαντικότεροι χρηματοδότες της προεκλογικής καμπάνιας του Ομπάμα το 2012. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Silicon Valley μπήκαν στην κυβέρνηση και το αντίστροφο. Η καμπάνια του Ομπάμα το 2012 χαρακτηρίστηκε από την πιο πολύπλοκη και αποτελεσματική χρήση big data στην ιστορία. Για παράδειγμα οι σύμβουλοι του Αμερικανού προέδρου είχαν ελεύθερη πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων μέσω του Facebook τα οποία τους επέτρεψαν να στοχεύσουν τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους. Οι σύμβουλοι αυτοί μετά τις εκλογές απορροφήθηκαν από την Silicon Valley.

Η πολιτική φιλοδοξία των παικτών του διαδικτυακού μονοπωλίου διαφαίνεται και από την πρόσφατη εμπλοκή τους στο χώρο των ΜΜΕ. Ο ιδρυτής της Amazon Jeff Bezos αγόρασε έτσι μια από τις σημαντικότερες αμερικανικές εφημερίδες, την Washington Post, ο ιδιοκτήτης της eBay Pierre Omidyar επένδυσε 250 εκατομμύρια δολάρια για τη δημιουργία του First Look Media, ο συνιδρυτής του Facebook Chris Hughes αγόρασε το περιοδικό New Republic. Ακόμη και στη Γαλλία η Monde και το περιοδικό Nouvel Observateur ελέγχονται από τον επιχειρηματία Xavier Niel ιδιοκτήτη ενός από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς πάροχους της Ευρώπης. Και βέβαια η Google χρηματοδοτεί αναρίθμητα πρότζεκτς γύρω από τον χώρο των ΜΜΕ. Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά στην Ελλάδα ο έλεγχος ΜΜΕ από ισχυρούς επιχειρηματίες γίνεται πάντα για ιδιοτελείς σκοπούς. Μπορεί λοιπόν να υποθέσει κανείς με αρκετή ασφάλεια ότι η στρατηγική των συγκεκριμένων επιχειρηματιών μέσω της εμπλοκής τους στο χώρο είναι η προάσπιση των συμφερόντων τους και η προώθηση της ατζέντας των θεμάτων που τους αφορούν.

Κατακλείδα

Πίσω από τη συμπαθητική φιγούρα των νέων και και ταλαντούχων ιδρυτών τους, κάτω από τα αστραφτερά περιβλήματα των πανάκριβων συσκευών που παράγουν, μέσα στον κώδικα του λογισμικού που δημιουργούν, οι τεχνολογικοί γίγαντες της Silicon Valley κρύβουν ένα πολύ διαφορετικό πρόσωπο: αυτό ενός παγκόσμιας κλίμακας ολιγοπωλίου που ελέγχει την υλική και λογισμική βάση μέσω της οποίας λειτουργεί σήμερα η οικονομία και η κοινωνία. Αυτό που προσπάθησα να δείξω σε αυτό το κείμενο δεν είναι ότι όλοι αυτοί συνωμοτούν με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία. Ούτε ότι οι υπηρεσίες και τα εργαλεία που προσφέρουν δεν έχουν χειραφετικές δυνατότητες προσωπικής ολοκλήρωσης και εκδημοκρατισμού, το αντίθετο μάλιστα. Το βασικό επιχείρημα μου είναι ότι το διαδικτυακό ολιγοπώλιο εκπροσωπεί την αβαντ γκαρντ του σύγχρονου, γνωσιακού καπιταλισμού. Ως τέτοιο λοιπόν εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και επιδιώκει τη συνέχιση, με άλλα μέσα, της συσσώρευσης κεφαλαίου από αυτές. Όσο πιο γρήγορα αυτό γίνει κατανοητό από όλους μας, τόσο πιο εύκολα θα μπορέσουμε να επιβάλλουμε τη δημοκρατική ρύθμιση του διαδικτύου και την ανάδυση εναλλακτικών τεχνολογικών και κατ’επέκταση πολιτικών μοντέλων.

Μήπως τελικά ο “ναός της γνώσης” μοιάζει περισσότερο με μπακάλικο;

Aith11
Αναδημοσίευση από   Αυτοδιαχειριζόμενο στέκι πολυτεχνείου 

 

Ανέκαθεν ο θεσμός του πανεπιστημίου είχε δύο βασικούς στόχους. Το πανεπιστήμιο είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εργασίας στο σύνολό τους, ενώ παράλληλα προωθεί την ανάλογη κουλτούρα και τις ψευδαισθήσεις που χρειάζεται για να επιβιώσει κανείς σε ένα τέτοιο περιβάλλον (ανταγωνιστικότητα, ατομισμός, βλέψεις για κοινωνική ανέλιξη, εθνική ενότητα, αμβλυνση ταξικών αντιθέσεων κλπ). Ταυτόχρονα όμως, το πανεπιστήμιο (που τόσο αρέσει σε κάποιους να το λένε δημόσιο και δωρεάν) είναι μια κανονική επιχείρηση σαν όλες τις άλλες, και μάλιστα επικερδής. Λειτουργώντας με όρους παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας παράγει και εμπορεύεται τη γνώση όχι για το “κοινό καλό”όπως ευαγγελίζονται πολλοί αλλά για το κράτος και τα αφεντικά, τους συμμάχους και τις μαφίες τους (π.χ.: Ε.Ε, Ν.Α.Τ.Ο., FRONTEX, στρατός, αστυνομία, μεγαλοαφεντικά).
Και ενώ εμείς σαν μαλάκες πιστεύαμε ότι όλα δουλεύανε ρολόι, πως τα αφεντικά αλώνιζαν στο πολυτεχνείο, τα φράγκα έρεαν και οι φοιτητές έτρεχαν από το ένα σεμινάριο επιχειρηματικότητας στο άλλο, άρχισαν να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια ανακοινώσεις που μας άνοιξαν τα μάτια.

Και τι μας λένε τα κείμενα αυτά; εν ολίγοις πως το πολυτεχνείο δεν είναι ανταγωνιστικό γιατί οι απολυμένοι διοικητικοί υπάλληλοι δεν δουλεύουν ενώ απεργούν, ότι χαλάει η εικόνα του ιδρύματος από 4 κλειστές πόρτες, ότι εμποδίζει την τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας ένα στέκι στους χημικούς, ένα αυτοδιαχειριζόμενο κυλικείο στους πολιτικούς και ένα κατειλημμένο πρώην βιβλιοπωλείο. Θέλουν να μας πείσουν δηλαδή αυτοί οι τύποι πως το πολυτεχνείο είναι άντρο αριστερών και τρομοκρατών που εμποδίζουν τους φιλήσυχους και διαλεκτικούς επιστήμονες να εργαστούν για την σωτηρία της χώρας (από την κατάσταση στην οποία την έφεραν…οι εξωγήινοι:::).

Όχι αυτά δεν τα διαβάσαμε σε κάποιο άρθρο του chill out(γνωστό in φοιτητικό περιοδικό-κωλόχαρτο), αυτά μας τα λένε διακεκριμένοι και “σοβαροί” επιστήμονες και καθηγητές μας όπως ο Θ. Λουκάκης*, ο Κ. Χατζιμπίρος** αλλά και το ίδιο το συμβούλιο ιδρύματος του ε.μ.π..
Τελικά στο πολυτεχνείο αυτό που δεν πάει καλά είναι ότι κάποιοι κοιτάζουν το ξυλαράκι στο μάτι των άλλων και δεν βλέπουν το κούτσουρο στο δικό τους. Αυτό διότι το πανεπιστήμιο σαν πυλώνας της εγχώριας οικονομικής ανάπτυξης δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από τα όρια του κεφαλαίου, ούτε την αναδιάρθρωσή του (κρίση).

Με λίγα λόγια η “πανάγαθη” μεταπολίτευση μας τελείωσε (ΚΑΙ στο πανεπιστήμιο).
Και τι σημαίνει αυτό; μεταρρυθμίσεις που προσπαθούν να συντονίσουν το πανεπιστήμιο με την ευρύτερη αναδιάρθρωση. Αυτό προσπαθούν σιγά-σιγά να επιβάλουν και τα Σ.Ι. Αποτελούμενα από ακαδημαϊκούς μανατζαρέους στην επιχείρηση που τους αναλογεί, είναι η αφρόκρεμα του συντηρητισμού, μπλεγμένοι στα πιο βρώμικα ερευνητικά***,που έρχονται για να εφαρμόσουν το νέο πανεπιστημιακό μοντέλο.
Από όσα είπαμε στην αρχή δεν αλλάζει τίποτα, πλέον όμως όλα γίνονται πιο οργανωμένα και πιο αποτελεσματικά, μα με
tact…
Η έρευνα εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένη με την αγορά, αλλάπιο άμεσα, πιο οργανωμένα και με μεγαλύτερες διασυνδέσεις με ευρωπαϊκούς και διεθνής οργανισμούς. Η λειτουργικότητα και η παραγωγικότητα του πανεπιστημίου ευθυγραμμίζεται πλήρως με την εκάστοτε κυρίαρχη πολιτική- οικονομική ανάγκη. (π.χ. Οι χρηματοδοτήσεις που κόβονται και οι καθηγητάδες που για να μας πείσουν για την αξία τους στρέφουν το διανοητικό τους έργο από ανθρωπιστικές π.χ. έρευνες σε εγκληματολογικές ή για τον στρατό και την επιχειρηματικότητα…) Οι συνθήκες εργασίας θα συνεχίσουν να υποτιμούνται μέσω της διεύρυνσης των εργολαβιών και της εισόδου της κοινωφελούς (απλήρωτης πάντα) εργασίας. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές θα συνεχίσουν να δουλεύουν τσάμπα για να τα τσεπώνουν οι καθηγητάδες. Οι ρυθμοί φοίτησης εντατικοποιούνται όλο και περισσότερο και το κόστος φοίτησης μετακυλίεται προς τους φοιτητές.

Ταυτόχρονα ότι δεν χωράει σε αυτά τα δεδομένα (πόσο μάλλον αν στρέφεται και εναντίων τους), ότι δεν παράγει παραπάνω κέρδος για το ίδρυμα(ή τα αφεντικά) εντέλει, το βλέπουνε σαν παράσιτο και θα καταστέλλεται.
Έτσι ενω μειώνεται η αυτενέργεια των ενδοιδρυματικών συλλόγων, οργάνων και συλλογικοτήτων, αυξάνεται ο έλεγχος και η επιτήρηση (έστω και επικοινωνιακά) για την πρόληψη και τον περιορισμό πιθανών πετυχημένων αντιδράσεων-αντιστάσεων. (βλέπε εισαγωγή εταιριών security στα πανεπιστήμια, μπάρες στις πύλες και στις λέσχες σίτισης, απαγορεύσεις εισόδου την νύχτα, απαγόρευση άσχετων με την εκπαιδευτική διαδικασία εκδηλώσεων, επιθέσεις σε καταλήψεις και αυτοοργανωμένους χώρους).
Λες και δεν μας έφταναν οι στρατόμπατσοι με τα αυτόματα που μας σημαδεύουν από τα κάγκελα της Κοκκινοπούλου!!!

>Ενάντια στα συμβούλια του ιδρύματος, τις νέες περιφράξεις, το brand-name και την καθαρότητά του,
συλλογικοποιούμε τις αρνήσεις μας.

Δρώντας αυτοοργανομένα, αδιαμεσολάβητα και αντιιεραρχικά μακριά από κόμματα και κάθε είδους θεσμικούς φορείς, μέσα και έξω από τις καταλήψεις μας.
>Να κάνουμε το “ναο της γνώσης” μια επικίνδυνη επένδυση για τα αφεντικά..

Αυτοδιαχειριζ όμενο στέκι πολυτεχνείου
αιθ.11, κτήριο Χημ. Μηχ
 
*Λουκάκης: γνωστός συντηρητικός κωλοδεξιός με αντικομουνιστικές τάσεις που υπερασπίζεται με μανία στις αστικές φυλλάδες (Βήμα) την πανεπιστημιακή έρευνα “απο όπου και αν προέρχεται” και δηλώνει περήφανος που τα εργαστήρια της σχολής του παρέχουν υπηρεσίες στο NATO και το πολεμικό ναυτικό.
**Χατζιμπίρος: φιλελεύθερος αριστερός, μέλος της ΔΗΜ.ΑΡ, της κίνησης των 58, αλλά και του συμβουλίου δρύματος ΕΜΠ. , που του αρέσκεται να συγχαίρει όσους ψήφισαν Ν.Δ., πρωταθλητής στο πήδημα των καγκέλων της πολυτεχνειούπολης εν καιρώ απεργίας λόγω εργασιακού ζήλου και σκεπτικιστικά υπέρμαχος των μεταλλείων στη Χαλκιδική παρ όλες τις οικολογικές ευαισθησίες του.
 
 
***ενδεικτικά αναφέρουμε τους : Αντωνιάδη Ιγνάτιο, Γρηγόρη Γρηγορόπουλο, Δημήτρη Τσαμπούλα και Ιωάννη Τσιώμη, με τους δύο πρώτους να έχουν κάνει έρευνα για το NATO. Ο δεύτερος μάλιστα ήταν μέλος της επιτροπής κατάρτισης προδιαγραφών για μικρά και μεσαία ταχύπλοα σκάφη του νατο ορισμένος από το ελληνικό πολεμικό ναυτικό.(σαν αυτά που κάναν αποβάσεις σκοτώνοντας αμάχους στα παράλια της Λιβύης).
Ο Δ. Τσαμπούλας έχει κάνει έρευνα για αντιτρομοκρατικές δραστηριότητες στα δίκτυα μεταφοράς και ενέργειας για λογαριασμό της ευρωπαϊκής επιτροπής (σα να λέμε δηλαδή κάμερες και επιτήρηση στο μετρό).
Ο Τσιώμης συνεργαζόμενος με τον Τουρνικιώτη παρουσίασε μαζί του στο ted-x(διεθνές συνέδριο επιχειρηματικότητας και καινοτομίας) το re-think Athens συμφερόντων ιδρύματος Ωνάση, για την ανάπλαση του κέντρου της Αθήνας (όπου δεν θα χωράνε πια πορείες, μετανάστες και καταλήψεις παρά μόνο “ξένιος δίας” και κατανάλωση…).

Μαϊντάν-Σύνταγμα χωρίς αντι-ιμπεριαλιστικό εισιτήριο

012414_ANR_Ukraine_640

Αναδημοσίευση από το μπλόγκ communisation

Συνειδητή σιωπή και εξίσου συνειδητός θόρυβος· να η αντιστοιχία των ταραχών στη Βοσνία και της ανατροπής του καθεστώτος Γιανουκόβιτς στην Ουκρανία στην πολιτική φιλολογία της αριστεράς. Ό,τι δε χωράει στο αντιιμπεριαλιστικό καλούπι της θεωρίας προορίζεται για θάψιμο χωρίς πολλά-πολλά. Το κόμμα και οι οπαδοί του να είναι καλά και τα υπόλοιπα ας πετιούνται στο καλάθι της ιστορίας ως «περιθωριακά συμβάντα»…Παρακάτω κατατίθενται κάποιες σκέψεις με μορφή σημειώσεων πάνω στα γεγονότα στην Ουκρανία από μια μη αντιιμπεριαλιστική σκοπιά που αναγνωρίζει την αυτάρκεια των κινημάτων που ξεσπάνε, φυσικά όχι πάντα προς την κατεύθυνση που εμείς θα επιθυμούσαμε. Γιατί η ιστορία των μέχρι σήμερα κοινωνιών παραμένει η ιστορία της πάλης των τάξεων όσο κι αν πρεσβευτές ξένων χωρών περνούν από το Μαϊντάν για δηλώσουν τη συμπόνια του χασάπη για τα πρόβατα που πρόκειται να σφαχτούν.

Από τη σκοπιά της ακρίβειας όσων πρόκειται να ειπωθούν, δηλαδή από τη σκοπιά του «ιστορικού», θα ήταν σκοπιμότερο να περιμένουμε. Για να μπορέσουν να γίνουν γνωστά πράγματα που αφορούν το κίνημα των περασμένων μηνών και παραμένουν σε εμάς άγνωστα, να αναδυθούν πιθανώς εξελίξεις που προς το παρόν παραμένουν υπόγειες και να προσδώσουν στα μέχρι τώρα τετελεσμένα άλλο νόημα. Δεν είμαστε όμως «επιστήμονες» ούτε επιδιώξαμε ποτέ κάτι τέτοιο. Η προοπτική της ένοπλης αντιπαράθεσης στην Κριμαία –και η σοβαρή πιθανότητα ενταφιασμού του κοινωνικού ζητήματος κάτω από την ταφόπλακα της εθνικής ενότητας ενόψει ενός πολέμου μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας– μας ωθεί να αναβάλλουμε για αργότερα το σχέδιο μιας πιο ολοκληρωμένης καταγραφής του κινήματος στην Ουκρανία και να καταγράψουμε όσα μέχρι τώρα σημεία προλάβαμε να εκτιμήσουμε[1] ότι χρήζουν προσοχής από μια κινηματική προοπτική.

 

автономна 1

Από θεωρητικής πλευράς, οι αναφορές των θεωριών που έχουμε κληρονομήσει από τη δεκαετία του ’70 όσον αφορά τον ρόλο του κράτους και τη σχέση του με την κοινωνία των πολιτών είναι μάλλον περιορισμένες. Αυτή η περιορισμένη θεωρητική αναφορά στο κράτος δεν είναι αυτονόητη και σε γενικές γραμμές αποτελεί ευθεία συνέπεια του προηγούμενου κύκλου αγώνων που σχετίζονταν είτε με την (κριτική ενίοτε) αποδοχή των σοσιαλιστικών κρατών είτε με την ανάδειξη του εργοστασίου ως κεντρικού άξονα περιστροφής των κοινωνικών σχέσεων. Είναι σαφές ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και ολοκληρώθηκαν τα κοινωνικά θεμέλια αυτού του κύκλου αγώνων, μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού, προγραμμάτων δομικής προσαρμογής κλπ. Ή, με μια άλλη ορολογία, πραγματικής υπαγωγής της εργασίας και της ζωής γενικότερα στο κεφάλαιο. Αν πράγματι η πραγματικότητα της ταξικής πάλης θεωρείται σημαντική για την ίδια την παραγωγή της θεωρίας, τότε αν μη τι άλλο ο κύκλος αγώνων που φαίνεται να ξεκίνησε με την αραβική άνοιξη[2] και θέτει το κράτος στο επίκεντρο της σύγκρουσης οφείλει να βρει την αντανάκλαση που του αντιστοιχεί στο επίπεδο της θεωρίας. Και συνακόλουθα της έμπρακτης αντιπαράθεσης.

автономна 2

Θα μπορούσε η ανατροπή του καθεστώτος στην Ουκρανία να χαρακτηριστεί «πραξικόπημα»; Για εμάς είναι σαφές ότι αυτό που έριξε το καθεστώς Γιανουκόβιτς ήταν οι αντιδράσεις ενάντια στην κρατική καταστολή[3] που ξεκίνησε αρχικά μετά την πρώτη εκκένωση του Μαϊντάν τη νύχτα της 30ης Νοεμβρίου και κυρίως μετά τις 16 Ιανουαρίου, οπότε και ψηφίστηκαν οι νόμοι ενάντια στις διαδηλώσεις. Σε αυτή τη χρονική στιγμή λαμβάνει χώρα μια ποσοτική και ποιοτική διαφοροποίηση στο εσωτερικό του κινήματος παρόλο που το (μικρό) κομμάτι του κόσμου, που πριν είχε εκφράσει συγκεκριμένες διεκδικήσεις σε σχέση με την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, παραμένει εκεί και συναντάει τους περισσότερους που κατεβαίνουν στον δρόμο μετά. Και είναι ακριβώς αυτή η δυναμική του κινήματος που εμποδίζει αφενός την ειδική αστυνομία να το διαλύσει και αφετέρου τον στρατό να παρέμβει[4]· όσο κι αν οι ουκρανικές σημαίες ήταν έντονα παρούσες δίνοντας στο διαταξικό Μαϊντάν την αύρα «κινήματος εθνικής σωτηρίας», το αιματοκύλισμα των κινητοποιήσεων[5] δικαίως θεωρήθηκε εμφυλιοπολεμική πράξη. Παράλληλα, πρέπει να σκεφτούμε τι είδους λαϊκή στήριξη (δεν) είχε η «δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση» που έπεσε, η οποία μόνο στην αρχή οργάνωσε αντιδιαδήλωση μερικών εκατοντάδων στο Μαϊντάν –όταν ο κόσμος εκεί δεν ξεπερνούσε τις μερικές χιλιάδες, κυρίως μέλη της μεσαίας τάξης που διαδήλωναν υπέρ της ΕΕ– και στη συνέχεια κατέφευγε στους πληρωμένους μπράβους και στην ειδική αστυνομία. Ούτε καν στην «κανονική» αστυνομία. Πώς θα μπορούσαν να κρατηθούν μετά από αλλεπάλληλες επιθέσεις της ειδικής αστυνομίας τα μόνιμα οδοφράγματα που στήθηκαν από τις αρχές Δεκεμβρίου, οι κατασκηνώσεις μέσα και γύρω από το Μαϊντάν, οι καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων αν δεν υπήρχε ευρεία αποδοχή από την πλειοψηφία του πληθυσμού;

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά του κινήματος που είναι τα πιο ενδιαφέροντα από ανατρεπτική σκοπιά. Δεν παύουν όμως να είναι και προϊόντα μιας αφαιρετικής περιγραφής που αν δε συλλάβει τη συγκεκριμένη δυναμική των κινητοποιήσεων, κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό της και να υποτιμήσει τις εσωτερικές διαδικασίες και την  κατάληξή τους.

 

автономна 3

Ο Ντωβέ, στο Quand meurent les insurrections[6], κάνει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την άνοδο του φασισμού την περίοδο του μεσοπολέμου:

«Ποια είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί η ενότητα αυτή σε χώρες –όπως η Ιταλία και η Γερμανία –όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης».

«Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού».

Υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, όμως το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι καπιταλιστικές σχέσεις έχει σαφώς μεταβληθεί. Πράγματι, η Ουκρανία ήταν η χώρα από τις 29 πρώην σοσιαλιστικές που επλήγη περισσότερο από την κρίση: ο πληθωρισμός έφτασε 22% το 2008, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος ήταν στα όρια του 60%. Τον επόμενο χρόνο, το ΑΕΠ της Ουκρανίας μειώθηκε κατά 14% ενώ ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Επίσης, η χώρα έγινε δανείστηκε πολύ από το ΔΝΤ, μιας και οι τιμές των πρώτων υλών, με τις οποίες προμηθεύει η Ουκρανία την παγκόσμια αγορά, δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν σε κάποιο ικανοποιητικό επίπεδο. Σε καθαρά οικονομικό επίπεδο, λοιπόν, υπήρχε έντονη αστάθεια λόγω της φύσης της ουκρανικής οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η εσωτερική υποτίμηση δεν προχώρησε χωρίς παλινδρομήσεις μιας και είχαμε αυξήσεις του βασικού μισθού χωρίς μείωση των κρατικών ενισχύσεων σε βασικές παροχές. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η εργατική τάξη έχει μια μη αμελητέα διαπραγματευτική ισχύ.

Η κρίση, κυρίως, και όχι τόσο η σχετικά πρόσφατη κατασκευή του ουκρανικού κράτους ως προσάρτηση ανομοιογενών εδαφών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέτμησε την αστική τάξη της χώρας σε αντιπαρατιθέμενα γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε με τη δύση και την ΕΕ, είτε με τη Ρωσία. Αυτό και μόνο το γεγονός, ότι το ουκρανικό κράτος δεν μπορούσε να εκπληρώσει μια από τις βασικές λειτουργίες του, δηλαδή να μπορεί να εμφανιστεί ως συλλογικός καπιταλιστής, είναι το βασικό στοιχείο της κρίσης του ως κράτος. Είτε με την Ευρασιατική Ένωση της Ρωσίας είτε με την ΕΕ, ποιος και πώς θα επιβάλει τα απαραίτητα διαρθρωτικά μέτρα;

Από τη στιγμή όμως που το θέμα τίθεται έτσι, δηλαδή ως κρίση-του-κράτους-σε-σχέση-με-τη-νεοφιλελεύθερη-αναδιάρθρωση, δεν μπορούμε να μιλάμε για αναβίωση του «φασιστικού φαινομένου». Πώς θα μπορούσε να σταθεί ένα φασιστικό κράτος από μόνο του, ακόμα κι αν θεμελιωνόταν σε ένα αμιγώς φασιστικό κίνημα από τα κάτω; Επιπλέον, τότε, ακόμα και μετά το τσάκισμα των προλεταριακών εξεγέρσεων που προηγήθηκαν, η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της αναγνωρίστηκαν ως τέτοια και γι’ αυτό υπήρχε η ανάγκη να ενσωματωθούν στα πλαίσια ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος που ήταν και ο φασισμός και ο ναζισμός. Κάτι τέτοιο σήμερα είναι αδιανόητο στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης που περνάει ακριβώς από τη διάλυση της εργατικής τάξης ως συλλογικά αναγνωρισμένου υποκειμένου. Αυτή η βασική διάσταση της σύγχρονης αναδιάρθρωσης είναι που θα εμποδίσει τους όποιους νοσταλγούς του Χίτλερ, του Μουσολίνι, του Μπαντέρα ή όποιου άλλου καθάρματος να γίνουν κάτι παραπάνω από μπάτσοι και σεκιουριτάδες, λακέδες δηλαδή των αφεντικών.

автономна 4

Για την κατανόηση των εξελίξεων στην Ουκρανία, έχει μεγάλη σημασία να απαντηθεί το ερώτημα γιατί πριν και κατά τη διάρκεια του Μαϊντάν δεν υπάρχουν εργατικές κινητοποιήσεις. Όσο κι αν έχει υποχωρήσει το εργατικό κίνημα, αυτό προσπάθησε να εμφανιστεί λίγο-πολύ σε όλες τις περιπτώσεις αυτού του κύκλου αγώνων μέχρι τώρα, με ποιο έντονη τη συμβολή του στη βοσνιακή εκδοχή. Και αυτό όχι τυχαία. Αν δεχτούμε ότι το εργατικό κίνημα υπερασπίζεται όχι μόνο τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, αλλά και γενικότερα τον (δημοκρατικό) πλουραλισμό, την ελευθερία της έκφρασης κ.α. τότε αποκτά αυξημένη βαρύτητα η παρατήρηση των ουκρανών συντρόφων ότι αυτή σοβιετική κληρονομιά έχει διαβρωθεί εδώ και πολύ καιρό στην Ουκρανία από τον εθνικιστικό λόγο, ότι η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών είχε συρρικνωθεί πολύ εκεί και ότι οι φιλελεύθεροι δημοκράτες ήταν πολύ περιορισμένης εμβέλειας. Με άλλα λόγια, το εργατικό κίνημα είχε «υποτιμηθεί» πολύ από μια ορισμένη πλευρά, τη «δημοκρατική/πλουραλιστική» του πλευρά: δεν είχε πλέον το «δικαίωμα» να εκφράζεται ως τέτοιο, όπως και άλλες ομάδες «δικαιωμάτων» (γυναίκες, gay, κλπ) μιας και κάτι τέτοιο εναντιωνόταν στην εθνική ενότητα. Last but not least, δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι σε μια ευρεία κινητοποίηση που εξελίσσεται σε πρώην σοσιαλιστικό περιβάλλον, όπου το ίδιο το κράτος ήταν εκφραστής και εγγυητής των εργατικών συμφερόντων, όπου το εκεί Κομμουνιστικό Κόμμα ψήφισε τα κατασταλτικά μέτρα της 16ης Ιανουαρίου και όπου ο αντικομμουνισμός είναι συνώνυμος της ανατρεπτικής ιδεολογίας, δε θα μπορούσαν να μην γκρεμίζονται μαζικά τα αγάλματα του Λένιν.

 

 

автономна 5

Υπάρχει ουσιαστική συσχέτιση μεταξύ της αδυναμίας να εκφραστεί οργανωμένη εργατική διεκδίκηση και στην έκφραση αγανάκτησης απέναντι στη «διαφθορά»; Οι τελευταίες μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ουκρανία καταγράφονται στη δεκαετία του ’90[7]. Η εξατομίκευση των συμφερόντων και η παράλληλη ιδιωτικοποίηση των αναπαραστάσεων για τον κόσμο βρίσκει την αντανάκλασή της, σύμφωνα με μια σωστή παρατήρηση, στην ιδιωτικοποίηση των λειτουργιών του κράτους· τον κορπορατισμό και τον προσοδισμό, με τον πρώτο να έχει σαφώς υποχωρήσει από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και μετά ελέω προσπαθειών ιδιωτικοποίησης. Η «διαφθορά» γίνεται αναγκαστικά τόσο ορατή, όσο φοράς τα κατάλληλα γυαλιά. Όπως και να ’χει πάντως, στο άμεσο background των κινητοποιήσεων χρειάζεται οπωσδήποτε να καταγραφούν τόσο οι κινητοποιήσεις ενάντια στον βιασμό της Iryna Krashkova το καλοκαίρι του 2013 και τον φόνο της Oksana Makar την άνοιξη του 2012· όσο βέβαια και των κινητοποιήσεων της «πορτοκαλί επανάστασης» αλλά και αυτών με γενικό μότο Εγέρσου Ουκρανία! που διοργανώθηκαν από τα κόμματα UDAR, Svoboda, Πανουκρανική ένωση “Πατρίδα” ενάντια στην κυβέρνηση Γιανουκόβιτς που ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2013 με προοπτική να κλείσουν έναν δίμηνο κύκλο και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ…

автономна 6

Η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι φτιαγμένη για να ενοποιεί κάτω από ένα πρόγραμμα ή μια συλλογική ταυτότητα, αλλά για να διαχωρίζει. Οι ακροδεξιοί στην Ουκρανία, και όχι τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, είναι αυτοί που κατόρθωσαν να απευθυνθούν σε όλες τις τάξεις, από τον άνεργο μέχρι τον μεγιστάνα, και να θέσουν τις βάσεις για την πολιτική ενοποίηση της χώρας μέσα από τον δυναμισμό τους στον δρόμο. Όπου, πρέπει να υπενθυμιστεί αυτό, δεν υπήρχε κανένας μα κανένας άλλος[8]. Τι είδους δυναμικές μειοψηφίες χρειάζονται, λοιπόν, για να σπρώξουν καθεστώτα με μικρή όπως αποδεικνύεται κοινωνική βάση και άρα σχετικά διαλυμένες κοινωνίες πολιτών προς μια κατεύθυνση; Σίγουρα πάντως όχι πολύ μεγάλες σε μέγεθος και αυτό μάλλον ενθαρρύνει τις διαθέσεις των φίλων των «δυναμικών μειοψηφιών» και των «πρωτοποριών». Στο χρονικό διάστημα μετά τις 16 Γενάρη κρίθηκε ίσως η έκβαση του κινήματος στην Ουκρανία με την εξής έννοια: όλοι και όλες που ήθελαν να κατέβουν στον δρόμο έπρεπε αναγκαστικά να είναι στο Μαϊντάν. Η αντιδραστική προσήλωση στο κράτος ως τον ύψιστο θεσμό εξουσίας από τον οποίο θα προέλθει η «αλλαγή» έβρισκε το σύστοιχό της στον δρόμο: μόνο στο Μαϊντάν είχε νόημα να είναι κανείς, εννοημένου ως κέντρο των εξελίξεων. Αν οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία άλλων κέντρων αγώνα δεν καθυστερούσαν τόσο, αν υπήρχε διαφορετικός κόσμος να τις πλαισιώσει με αποτέλεσμα την έγκαιρη και φυγόκεντρη διάχυση των κινηματικών πρακτικών, πιθανόν οι εξελίξεις να ήταν διαφορετικές. Αλλά η ιστορία δε γράφεται με υποθέσεις.

автономна 7

Από τη στιγμή που επικράτησε με μαζικούς όρους η αυστηρή στρατιωτική δομή στα οδοφράγματα, και ο απαρέγκλιτος σεβασμός στα κυβερνητικά κτίρια που κατελήφθησαν αλλά δεν καταστράφηκαν ούτε συμβολικά, τα πράγματα είχαν κριθεί όσον αφορά τον όποιο χειραφετητικό χαρακτήρα του κινήματος. Αυτό δε συνέβη σε καμία από τις προηγούμενες περιπτώσεις του σύγχρονου «ανοιξιάτικου» κύκλου αγώνων, παρά το γεγονός ότι ουκρανοί σύντροφοι παραλληλίζουν το Svoboda με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο. Πολλές από τις πρακτικές αυτού του κύκλου αγώνων, καθώς και η αδιαμφισβήτητη μαχητικότητα του κόσμου ο οποίος συνιστά τον φορέα τους, συνέβαλαν στην ανάδειξη της, εγγενούς σε κάθε κίνημα, κρατικής πτυχής και άρα στην κρατικοποίηση/φασιστικοποίηση του κινήματος και μετέτρεψαν από νωρίς τη σύγκρουση σε μάχη μεταξύ δυο στρατών[9]. Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και το γεγονός ότι στα οδοφράγματα συμμετείχαν και πολλοί βετεράνοι του Αφγανιστάν και γενικότερα άνθρωποι έμπειροι σε πολεμικά μέτωπα.  Στο Μαϊντάν αποδείχτηκε ότι ο αυστηρός καταμερισμός εργασίας και η άτεγκτη ιεραρχία εντός ενός κινήματος δεν έχει να προσφέρει τίποτα το απελευθερωτικό και μετατρέπει το κίνημα σε μιλιταριστικό όχημα. Ο Γιανουκόβιτς συνειδητοποίησε τη δύναμη πυρός των παρευρισκομένων στο Μαϊντάν μόνο μετά την τελευταία αποτυχημένη εκκένωση της πλατείας και τους 342 τραυματίες μπάτσους, η οποία και έριξε τον κύβο εναντίον του. 

автономна 8

Σύμφωνα με ουκρανούς συντρόφους, η προέλευση του ονόματος του Δεξιού Τομέα είναι χωροταξική· αυτοί που χτυπούσαν αριστερούς και gay μαζευόντουσαν κάποια στιγμή κάπου δεξιά στο Μαϊντάν. Κάτι σαν την Πάνω Πλατεία του Συντάγματος, σαν να λέμε… Μετά και τα γεγονότα στην Ουκρανία, όσα έλαβαν χώρα τον Μάιο-Ιούνιο του 2011 στην Αθήνα αποκτούν ίσως μια πιο ξεκάθαρη ιστορική διάσταση: αφενός, όσον αφορά την άκρα δεξιά, η οποία βγαίνοντας για πρώτη φορά στον δρόμο μετά από δεκαετίες, κατόρθωσε να συγκροτηθεί στη συνέχεια ως ένα αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο· αφετέρου, τι θα σήμαινε στην πράξη το «να μείνουμε εδώ [στην Πλατεία Συντάγματος] μέχρι να φύγουν όλοι» και κατά συνέπεια το Μεγάλο Οδόφραγμα ως χωνευτήρι της ταξικής πάλης. Αν και το πρώτο προτσές άργησε να γίνει αντιληπτό –και στη συνέχεια αντιμετωπίστηκε αποπροσανατολιστικά ως «φασιστική απειλή για τη δημοκρατία» πάνω και πέρα από την οργανική διασύνδεσή του με τις σύγχρονες ανάγκες της, καπιταλιστικότατης, διαχείρισης και υποτίμησης του πεισματικά πολυεθνικού προλεταριάτου– η δεύτερη αναπαράσταση δεν είχε δείξει μέχρι τώρα το αδιέξοδό της ως ένοπλη ανατρεπτική διαδικασία. Ή φαντασίωση αν προτιμάτε[10].

автономна 9

Μένει να φανεί για πόσο χρονικό διάστημα μετά την επικράτηση της αντιπολίτευσης θα μπορέσουν οι ταξικές αντιθέσεις στην Ουκρανία να παραμείνουν θαμμένες. Το παρελθόν της «πορτοκαλί επανάστασης» πάντως δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το πράσινο φως για τη ρώσικη εισβολή στην Κριμαία εξυπηρετεί καθαρά τον στόχο εθνικής καθήλωσης του προλεταριάτου και στις δυο πλευρές των συνόρων. Γι’ αυτό και η άποψη του Ντωβέ ότι

«Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, αν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μια και μόνη λειτουργία, την οποία διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός από τον άλλο δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλο όταν του χρειαστεί… Δεν υπάρχει πολιτική «επιλογή» την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν».

 όσο ορθή κι αν είναι από πλευράς προτάγματος, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές εργαλείο κατανόησης της παρούσας συγκυρίας, γιατί ακριβώς απομακρύνει από το πεδίο της ανάλυσης αυτό που θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο: το πώς οι προσδοκίες του προλεταριάτου, αλλά και άλλων κοινωνικών κομματιών, για επίλυση του κοινωνικού ζητήματος διαπλέκονται με τη σύγχρονη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η οποία εμφανίζεται ακριβώς ως ανάγκη για περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες. Πρόκειται για μια ιστορική διαδικασία απαίτησης για αναγνώρισης δικαιωμάτων και εκδημοκρατισμό που είναι σύμφυτη με την ανάδυση του εργατικού κινήματος ήδη από τις απαρχές του και σταδιακά διευρύνθηκε μέσα στον χρόνο για να αφορά τις γυναίκες, τις μειονότητες κ.α. Και στην τρέχουσα φάση της, ολόκληρους κοινωνικούς σχηματισμούς με τις αντιφάσεις τους. Σίγουρα δεν πρόκειται για επαναστατικές διαδικασίες, μέχρις στιγμής όμως έχουν δημιουργηθεί κοινωνικές δυναμικές πολύ σημαντικές για να μπορέσουμε να τις παρακάμψουμε, θεωρητικά και πρακτικά.

автономна 10

Ας κρατήσουμε πάντως το δεδομένο ότι σε όλες τις «ανοιξιάτικες» χώρες το ποσοστό μετανάστευσης είναι χαμηλό και αντίστοιχα η εργατική τάξη εκεί είναι σε γενικές γραμμές εθνικά ομογενοποιημένη με αποτέλεσμα να έχει ιδιαίτερη σημασία το πώς εξελίσσεται εκεί ένας εμφύλιος πόλεμος σε σύγχρονο περιβάλλον. Που ίσως δε θα μοιάζει με κάτι αντίστοιχο σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου το ποσοστό μεταναστών εργατών είναι μη αμελητέο. Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε και κατά πόσο η επικράτηση της εθνικής ρητορείας θα μπορέσει να επιβληθεί σε βάθος χρόνου και στις κεντρικές, από πλευράς συσσώρευσης κεφαλαίου, καπιταλιστικές χώρες, αν και εφόσον φτάσει εκεί η «άνοιξη».

 A.

 

 


[1] Τα όποια προσωρινά συμπεράσματά μας στηρίζονται κατά βάση σε υλικό που έχει ανέβει στο μπλογκ και κυρίως στη συνέντευξη με έναν επαναστάτη συνδικαλιστή και στην αυτό-συνέντευξη ενός σοσιαλιστή που ταξίδεψε στην Ουκρανία.

[2] Η κατανόηση αυτού του κύκλου θα παρέμενε ελλιπής αν αφεθούν απέξω οι εξεγέρσεις  των τελευταίων χρόνων στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, τη Σουηδία κ.α. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου και μόνο, ας μείνουμε στις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα χοντρικά στην περίμετρο της ΕΕ (από την Τυνησία μέχρι την Ουκρανία μέσω της αραβικής χερσονήσου) και οποίες εξελίχθηκαν διαφορετικά έτσι κι αλλιώς.

[3] Ενώ δεν πρέπει να υποτιμάται και το γεγονός ότι στις κυριακάτικες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου συμμετέχουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι με φιλοευρωπαϊκές προσδοκίες.

[4] Άλλωστε πώς είναι δυνατόν να μιλάει κανείς για πραξικόπημα αφενός χωρίς συμμετοχή του στρατού και αφετέρου με τη συνεργασία της αστυνομίας τουλάχιστον στο Κίεβο, η οποία τις πρώτες μέρες μετά την πτώση του Γιανουκόβιτς έκανε κοινές περιπολίες με ομάδες αυτοάμυνας από το Μαϊντάν.

[5] Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 50% των ουκρανών ερωτηθέντων δε συμφωνούσε με τα αιτήματα του Μαϊντάν, όταν αυτό είχε εμφανιστεί αρχικά. Στην πορεία αυτό προφανώς άλλαξε, αφού άλλαξαν και τα αιτήματα. Οι τελευταίες αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην ανατολική Ουκρανία δείχνουν επιπλέον ότι η διαίρεση του ουκρανικού πληθυσμού σε σχέση με το ίδιο το Μαϊντάν δε συνέπιπτε με τη γεωγραφική διαίρεση της χώρας σε υποτιθέμενο ανατολικό και δυτικό μπλοκ επιρροής.

[6] Ελληνική μετάφραση από το πρακτορείο Rioters: Ζυλ Ντωβέ, Όταν πεθαίνουν οι εξεγέρσεις.

[7] Δες το ενδιαφέρον άρθρο του Mihai Varga με τίτλο Political involvement in industrial conflict in Ukraine during the world economic crisis, 2008-2010 από την ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.emecon.eu/current-issue/varga/.

[8] Μια ματιά στο παρακάτω λινκ ίσως πείσει και τους τελευταίους για το τι σήμαινε αντιφασιστική διαδήλωση στο Μαϊντάν τον Μάιο του 2013 (σύμφωνα και με το υπουργείο εσωτερικών): http://mvs.gov.ua/mvs/control/main/uk/publish/article/847481;jsessionid=EB0282F68A58815D0EA3856C0685EFEC.

 

[9] Ας υπενθυμίσουμε ότι, κατά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ο αρχηγός των ομάδων αυτοάμυνας στο Μαϊντάν Andriy Parubiy διορίστηκε επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας και Εθνικής Άμυνας με τον αρχηγό του Δεξιού Τομέα Dmytro Yarosh να διορίζεται αναπληρωτής του. Η εν λόγω επιτροπή επιβλέπει τη λειτουργία του υπουργείου άμυνας, των μυστικών υπηρεσιών, των ένοπλων δυνάμεων κ.α. Επίσης, κυβερνητική θέση κατέλαβε, μεταξύ άλλων, γιατρός που επέβλεπε την παροχή ιατροφαρμακευτικής βοήθειας σε τραυματίες του Μαϊντάν. Περισσότερες πληροφορίες για το νέο υπουργικό συμβούλιο και τα μπουμπούκια που μαζεύτηκαν εκεί στο λινκ http://www.globalresearch.ca/ukraine-transition-government-neo-nazis-in-control-of-armed-forces-national-security-economy-justice-and-education/5371539. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι στο λινκ http://peopleandnature.wordpress.com/2014/03/02/ukrainians-russians-and-europeans-against-putins-war/ φτάνουν αναφορές ότι γνωστοί ουκρανοί καπιταλιστές, «ολιγάρχες», διορίζονται απευθείας κυβερνήτες πόλεων ή/και περιφερειών.

[10] Οι εξελίξεις στην Ουκρανία δείχνουν πάντως και τι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε εδώ στην Ελλάδα, αν τυχόν η χώρα έφευγε/απομακρυνόταν από τη ζώνη του ευρώ. Ευτυχώς, οι αριστεροί πατριώτες μας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως…