Η Ιδεολογία της Καλιφόρνια

Των Richard Barbrook και Andy Cameron

California-Highway-1

Αναδημοσίευση από το ratnet

Υπάρχει μια αναδυόμενη παγκόσμια ορθοδοξία, που αφορά στη σχέση μεταξύ κοινωνίας, τεχνολογίας και πολιτικής. Αποκαλούμε αυτήν την ορθοδοξία «η ορθοδοξία της Καλιφόρνια», προς τιμήν της πολιτείας όπου γεννήθηκε.
Δίνοντας υπόσταση και τεχνολογική απόδειξη σε μια φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία, και συνεπώς βάζοντας τέρμα στις εναλλακτικές επιλογές για το μέλλον, οι Καλιφορνέζοι ιδεολόγοι, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις σχετικά με το μέλλον δεν έχουν πια νόημα.
Η Ιδεολογία της Καλιφόρνια είναι ένα μείγμα κυβερνητικής οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και αντιδραστικού φιλελευθερισμού. Διαδίδεται από περιοδικά όπως το Wired και το Μondo 2000 και διακηρύσσεται στα βιβλία των Stewart Brand, Kevin Kelly, και άλλων. Τη νέα αυτή πίστη ενστερνίστηκαν οι μανιακοί των υπολογιστών, οι slacker φοιτητές, οι καπιταλιστές των 30 και κάτι, οι αντικομφορμιστές ακαδημαϊκοί, οι μελλοντολόγοι γραφειοκράτες, και ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ. Ως συνήθως, οι Ευρωπαίοι δεν άργησαν να αντιγράψουν την τελευταία μόδα από την Αμερική. Ενώ μια πρόσφατη αναφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρότεινε την υιοθέτηση του καλιφορνέζικου μοντέλου της ελεύθερης οικονομίας για να χτίσουν τη λεωφόρο της πληροφορικής (Infobahn), πρωτοποριακοί καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί προωθούν τη μετα-ανθρωπιστική φιλοσοφία που αναπτύχθηκε από τους υποστηρικτές της «εξτροπίας» της Δυτικής Ακτής (βλ. futura #1, «Το Μανιφέστο των Μετα-Ανθρώπων»). Η παγκόσμια κυριαρχία της Καλιφορνέζικης Ιδεολογίας φαίνεται να είναι ολοκληρωτική, χωρίς κανένα φανερό αντίπαλο.
Με μια επιφανειακή ανάγνωση, τα κείμενα των Καλιφορνέζων Ιδεολόγων είναι ένα διασκεδαστικό μείγμα από την πολιτιστική τρέλα της περιοχής του Σαν Φρανσίσκο, από την εις βάθος ανάλυση των τελευταίων επιτευγμάτων στο χώρο της hi-tech τέχνης και της βιομηχανίας των μμε και της ψυχαγωγίας. Η πολιτική τους φαίνεται να είναι απόλυτα φιλελεύθερη – θέλουν να χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία της πληροφορικής έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια «δημοκρατία α λα Τζέφερσον» στον κυβερνοχώρο, όπου κάθε άνθρωπος θα μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τον εαυτό του. Ανυποχώρητη στα πιστεύω της, η Καλιφορνέζικη Ιδεολογία, προσφέρει ένα μοιραίο όραμα του φυσικού και αναπόφευκτου θριάμβου της ελεύθερης αγοράς υψηλής τεχνολογίας.

O άγιος McLuhan
Στη δεκαετία του ’60, ο McLuhan διακήρυξε ότι η εξουσία των μεγάλων επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων θα ανατρεπόταν από την ουσιαστική δύναμη που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες στους ανθρώπους.
Η σύγκληση των Μ.Μ.Ε., της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών θα κατέληγε αναπόφευκτα σε μια ηλεκτρονική άμεση δημοκρατία –την ηλεκτρονική αγορά– στην οποία ο καθένας θα μπορούσε να εκφράζει τη γνώμη του χωρίς το φόβο της λογοκρισίας.
Εμπνευσμένοι από τις προβλέψεις του McLuhan, οι ριζοσπάστες της Δυτικής Ακτής έγιναν οι πρωτοπόροι στη χρήση της νέας πληροφορικής τεχνολογίας στον εναλλακτικό τύπο, σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε μικρές λέσχες φίλων των υπολογιστών.
Κατά τη διάρκεια των δεκαετών του ’70 και του ’80, πολλά από τα βασικά επιτεύγματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα δίκτυα έγιναν από ανθρώπους επηρεασμένους από την τεχνολογική αισιοδοξία της νέας αριστεράς και της αντικουλτούρας. Στη δεκαετία του ’90, μερικοί από αυτούς τους πρώην hippies, έχουν γίνει μέχρι και ιδιοκτήτες ή διευθυντές μεγάλων εταιριών υψηλής τεχνολογίας και η πρωτοποριακή δουλειά ακτιβιστών των media αναστήθηκε από το εμπόριο της υψηλής τεχνολογίας.

Η άνοδος της Εικονικής Τάξης
Παρόλο που οι εταιρίες σε αυτούς τους τομείς μπορούν να αυτοματοποιήσουν και να μισθώσουν ένα μεγάλο μέρος των εργασιακών τους αναγκών, παραμένουν εξαρτημένες από ανθρώπους-κλειδιά που μπορούν να ερευνούν και να δημιουργούν αυθεντικά προϊόντα, από προγράμματα software και τσιπ μέχρι βιβλία και τηλεοπτικά προγράμματα. Αυτοί οι εξειδικευμένοι «εργάτες του νου» και επιχειρηματίες αποτελούν τη λεγόμενη «εικονική τάξη» (virtual class): …techno-διανόηση των γνωστικών επιστημόνων, των μηχανικών, των επιστημόνων της πληροφορικής, των δημιουργών βίντεο-παιχνιδιών και όλων των υπολοίπων ειδικών των επικοινωνιών (Krocker και Weinstein). Αδυνατώντας να τους προσαρμόσουν στη λογική της γραμμής παραγωγής ή να τους αντικαταστήσουν από μηχανές, οι μάνατζερ απασχολούν αυτούς τους «εργάτες του νου» μέσω συμβολαίων ορισμένου χρόνου. Όπως η «εργατική αριστοκρατία» του περασμένου αιώνα, το «προσωπικό-κορμός» των Μ.Μ.Ε. και γενικότερα της πληροφορικής και τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας, βιώνει τις απολαβές, τα πλεονεκτήματα και τις ανασφάλειες της αγοράς. Αυτοί οι hi-tech δεξιοτέχνες, εκτός του ότι πληρώνονται καλά, απολαμβάνουν σημαντική αυτονομία στην επιλογή του ρυθμού εργασίας και του τόπου απασχόλησης.
Έτσι, το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ του χίπη και του «ανθρώπου της εταιρίας» έχει γίνει ιδιαιτέρως ακαθόριστο. Όμως, από την άλλη πλευρά, αυτοί οι «εργάτες» είναι δεσμευμένοι από τους όρους των συμβολαίων και δεν έχουν καμία εγγύηση σταθερής απασχόλησης. Η έλλειψη του ελεύθερου χρόνου που είχαν οι χίπις έχει κάνει την εργασία αυτή καθαυτή την κύρια οδό για την αυτοολοκλήρωση της πλειοψηφίας των μελών της εικονικής τάξης. Επειδή αυτοί οι εξειδικευμένοι «εργάτες» αποτελούν συγχρόνως ένα προνομιούχο τμήμα της εργατικής δύναμης και τους κληρονόμους των ριζοσπαστικών ιδεών που είχαν οι ακτιβιστές των «κοινοτικών μέσων», η Ιδεολογία της Καλιφόρνια καθρεφτίζει ταυτόχρονα τις αρχές της οικονομίας της αγοράς και τις ελευθερίες των χίπη δραστηριοτήτων. Αυτό το περίεργο υβρίδιο ιδεών διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσω μιας σχεδόν καθολικής πίστης στον τεχνολογικό ντετερμινισμό. Από την εποχή των ’60ς, οι φιλελεύθεροι –με την κοινωνική σημασία του όρου– ήλπιζαν ότι οι νέες πληροφορικές τεχνολογίες θα πραγματοποιούσαν τα ιδανικά τους. Απαντώντας στην πρόκληση της Νέας Αριστεράς, η Νέα Δεξιά ανάστησε μια παλαιότερη μορφή φιλελευθερισμού: τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Σε αντίθεση με τη συλλογική ελευθερία που οραματίζονταν οι χίπη ριζοσπάστες, οι Νέοι-Δεξιοί προβάλλουν την ελευθερία των ατόμων μέσα στην αγορά. Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, ο Toffler, ο de Sola Pool και άλλοι τέτοιοι γκουρού, προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ο ερχομός των υπερ-μέσων θα οδηγούσε παραδόξως σε μια επιστροφή στον οικονομικό φιλελευθερισμό του παρελθόντος. Αυτή η αναχρονιστική ουτοπία απηχούσε τις προβλέψεις του Asimov, του Heinlein και άλλων macho συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, των οποίων οι μελλοντικοί κόσμοι ήταν πάντα γεμάτοι με διαστημικούς εμπόρους, εκνευριστικούς πωλητές, ιδιοφυείς επιστήμονες, πειρατές και άλλους θρασείς ατομιστές.
Το μονοπάτι της τεχνολογικής προόδου οδηγεί πίσω στην Αμερική των Πατέρων του Έθνους.

Αγορά ή συναλλαγή – Άμεση δημοκρατία ή ελεύθερο εμπόριο
Με τον McLuhan ως άγιο προστάτη της θεωρίας, η Ιδεολογία της Καλιφόρνια αναδύθηκε μέσα από την απρόσμενη σύγκρουση/ένωση του δεξιού φιλελευθερισμού, του αντιεξουσιαστικού ριζοσπαστικού και τεχνολογικού ντετερμινισμού – μία υβριδική ιδεολογία με όλες τις αμφιβολίες και αντιφάσεις της να παραμένουν ανέπαφες. Αυτές οι αντιφάσεις είναι περισσότερο φανερές στις αντικρουόμενες ενοράσεις του μέλλοντος που συμμερίζεται η Καλιφορνέζικη Ιδεολογία.
Από τη μία πλευρά, η αντι-εταιρική καθαρότητα της Νέας Αριστεράς έχει συντηρηθεί από τους υπερασπιστές της «εικονικής κοινότητας» (virtual community). Σύμφωνα με τον γκουρού τους, Howard Rheingold, οι αξίες των αντιεξουσιαστικών ηθών των χίπις θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τα υπερ-μέσα για να αντικαταστήσουν τον εταιρικό καπιταλισμό, τις υπερεξουσίες του συστήματος και την οικονομία της αγοράς με μια high-tech «οικονομία των δώρων» (gift economy), στην οποία οι πληροφορίες ανταλλάσσονται ελεύθερα μεταξύ των συμμετεχόντων.
Σύμφωνα με την άποψη του Rheingold, η εικονική τάξη βρίσκεται ακόμη στο μέτωπο της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση. Παρά τη φρενήρη εμπορική και πολιτική συμμετοχή στην κατασκευή της υπερλεωφόρου των πληροφοριών (information superhighway), η άμεση δημοκρατία της ηλεκτρονικής αγοράς θα θριαμβεύσει στο τέλος ενάντια στις εταιρίες και τη γραφειοκρατία.
Από την άλλη πλευρά, άλλοι ιδεολόγοι της Δυτικής Ακτής έχουν ενστερνιστεί την ιδεολογία του “laissez faire, laissez passer” του πάλαι ποτέ συντηρητικού εχθρού. Για παράδειγμα, το περιοδικό Wired –η μηνιαία βίβλος της «εικονικής τάξης»– έχει αναπαράγει άκριτα τις απόψεις του Newt Gingrich, του ακροδεξιού ρεπουμπλικάνου προέδρου του αμερικανικού κοινοβουλίου, και του ζεύγους Toffler, που είναι στενοί του σύμβουλοι. Αγνοώντας τις θέσεις τους για τις περικοπές στις κοινωνικές παροχές, το περιοδικό έχει μαγνητιστεί από τον ενθουσιασμό τους για τις ελευθεριακές δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες πληροφοριακές τεχνολογίες. Ο Gringrich και οι Toffler υποστηρίζουν ότι η σύγκλιση των Μ.Μ.Ε., της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών δεν θα δημιουργήσει μια ηλεκτρονική αγορά, αλλά αντιθέτως θα οδηγήσει στην αποθέωση της αγοράς (market), όπου μέσω της ηλεκτρονικής ανταλλαγής ο καθένας θα μπορεί να γίνει ελεύθερος έμπορος.
Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή της Καλιφορνέζικής Ιδεολογίας κάθε μέλος της εικονικής τάξης θα μπορεί να έχει την ευκαιρία να γίνει ένας επιτυχημένος, high-tech επιχειρηματίας. Οι τεχνολογίες της πληροφορικής ενδυναμώνουν το άτομο, αναπτύσσουν την προσωπική ελευθερία και μειώνουν δραστικά την εξουσία του Έθνους- Κράτους. Οι υπάρχουσες κοινωνικές, πολιτικές, και νομικές δομές εξουσίας θα παραμεριστούν και θα αντικατασταθούν από αδέσμευτες συναλλαγές μεταξύ αυτόνομων ατόμων και των προγραμμάτων που χρησιμοποιούν. Αυτοί οι αναμορφωμένοι Μακλουανικοί υποστηρίζουν δυναμικά ότι η κεντρική εξουσία θα πρέπει να μείνει υπό τις ενέργειες των προικισμένων επιχειρηματιών που είναι οι μόνοι άνθρωποι που έχουν την απαιτούμενη ψυχραιμία και γενναιότητα να ρισκάρουν. Πράγματι, οι προσπάθειες για εναντίωση στις αξίες των κυβερνήσεων και των τεχνολογικών και οικονομικών δυνάμεων, παραμένουν απλά προσπάθειές αυτών που είναι αρκετά ηλίθιοι για να τα βάλλουν με τους βασικούς νόμους της φύσης. Η ελεύθερη οικονομία και αγορά είναι οι μόνοι ικανοί μηχανισμοί για την οικοδόμηση του μέλλοντος, οι οποίοι ταυτόχρονα υπόσχονται μια πλήρη άνθηση των ατομικών ελευθερίων μέσα στα ηλεκτρονικά δρομολόγια του Τζεφερσιανικού Κυβερνοδιαστήματος. Όπως στις νουβέλες της επιστημονικής φαντασίας των Heinlein και Asimov, το μονοπάτι προς το μέλλον φαίνεται να οδηγεί πίσω στο παρελθόν.

Ο μύθος της ελεύθερης αγοράς
Σχεδόν κάθε σημαντική τεχνολογική ανάπτυξη των τελευταίων δύο εκατονταετιών πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια μεγάλων ποσών δημοσίου χρήματος και κάτω από μια σημαντική κυβερνητική επιρροή. Οι τεχνολογίες των υπολογιστών και του Internet εφευρέθηκαν με τη βοήθεια τεράστιων κρατικών επιχορηγήσεων. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα κατασκευής της πρώτης Μηχανής Διαφορικού έλαβε από την Βρετανική Κυβέρνηση επιχορήγηση ύψους 17.470 λιρών οι οποίες, το 1834, αποτελούσαν μια μικρή περιουσία. Από τον Κολοσσό στο EDVAK, από τους εξομοιωτές πτήσεων στην εικονική πραγματικότητα, η ανάπτυξη της πληροφορικής στηρίχτηκε, σε κρίσιμες στιγμές στις δημόσιες ερευνητικές επιχορηγήσεις ή τα υψηλά συμβόλαια με δημόσιους οργανισμούς. Η IBM Corp. δημιούργησε το πρώτο προγραμματιζόμενο ψηφιακό υπολογιστή αφότου της ζητήθηκε από το αμερικανικό Υπουργείο Αμύνης κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας. Το αποτέλεσμα της έλλειψης κρατικού παρεμβατισμού σήμαινε ότι η ναζιστική Γερμανία έχασε την ευκαιρία να κατασκευάσει τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή στα τέλη της δεκαετίας του ’30, όταν η Βέρμαχτ αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τον Κornrad Zuze, ο οποίος ήταν πρωτοπόρος στη χρήση του δυαδικού συστήματος, στην αποθήκευση προγραμμάτων και στις ηλεκτρονικές λογικές πύλες.
Ένα από τα περίεργα στοιχεία σε σχέση με την Ιδεολογία της Καλιφόρνια είναι ότι η Δυτική Ακτή είναι προϊόν τεράστιας κρατικής παρέμβασης. Κυβερνητικά δολάρια χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του συστήματος ύδρευσης, των δρόμων, των σχολείων, των πανεπιστημίων και των υπολοίπων έργων υποδομής, τα οποία βελτιώνουν την ποιότητα ζωής. Στην κορυφή αυτών των δημοσίων επιχορηγήσεων, το βιομηχανικό συγκρότημα τεχνολογίας της Δυτικής Ακτής, που απορρόφησε το μερίδιο του λέοντος για δεκαετίες. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει ξοδέψει δισεκατομμύρια από τα δολάρια των φορολογουμένων για αεροπλάνα, πυραύλους, ηλεκτρονικά προϊόντα και πυρηνικές βόμβες που κατασκευάστηκαν από τις καλιφορνέζικες εταιρίες.
Όλη αυτή η δημόσια χρηματοδότηση είχε μια τεράστια θετική επίδραση στην ακόλουθη ανάπτυξη της Silicon Valley και άλλων high-tech βιομηχανιών, για την οποία το αμερικανικό κοινό δεν έχει πληροφορηθεί. Οι επιχειρήσεις, συνήθως, καυχώνται για τη «δημιουργική θέλησή» τους στο να αναπτύσσουν νέες ιδέες και ελάχιστα αναγνωρίζουν την εισφορά του κράτους ή της εργατικής δύναμης την οποία απασχολούν. Παρ’ όλα αυτά, κάθε τεχνολογική πρόοδος είναι αθροιστική, δηλαδή εξαρτάται από τα αποτελέσματα μιας συλλογικής ιστορικής πορείας και πρέπει να καταμετρηθεί, εν μέρει τουλάχιστον, ως συλλογικό κατόρθωμα. Έτσι, όπως σε κάθε άλλη βιομηχανική χώρα, οι αμερικανοί επιχειρηματίες στην πραγματικότητα έχουν στηριχτεί στο δημόσιο χρήμα και στον κρατικό παρεμβατισμό για να θρέψουν και να αναπτύξουν τις βιομηχανίες τους. Όταν οι ιαπωνικές εταιρίες απείλησαν να καταλάβουν την αμερικανική αγορά των micro-chips, οι φιλελεύθεροι καπιταλιστές της πληροφορικής της Καλιφόρνια δεν είχαν κανένα ιδεολογικό ενδοιασμό να συμμετάσχουν σε ένα κρατικοδίαιτο καρτέλ, οργανωμένο από το κράτος για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς από την Ανατολή!

Κύριοι και δούλοι
Παρά τον κεντρικό ρόλο που έπαιξε ο δημόσιος παρεμβατισμός στην ανάπτυξη των υπερ-μέσων, η Ιδεολογία της Καλιφόρνια είναι ένα ριζικά αντι-κρατιστικό δόγμα. Η άνοδος αυτού του δόγματος είναι αποτέλεσμα αποτυχίας της πολιτικής ανανέωσης στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της δεκαετίας του ’70. Παρόλο που οι Ιδεολόγοι της Καλιφόρνια χαιρετούν τον ελευθεριακό ατομισμό των χίπις, δεν συζητούν ποτέ τις πολιτικές και κοινωνικές επιταγές της αντιεξουσιαστικής κουλτούρας. Η ατομική ελευθερία δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί μέσω της επανάστασης ενάντια στο σύστημα, παρά μέσω της υποταγής στους «φυσικούς» νόμους της τεχνολογικής προόδου και της ελεύθερης αγοράς. Σε πολλά κυβερνοπάνκ αναγνώσματα και ταινίες, αυτός ο αντικοινωνικός φιλελευθερισμός εκφράζεται από τον κεντρικό ήρωα, το μοναχικό άτομο που μάχεται για την επιβίωση μέσα στον εικονικό κόσμο των πληροφοριών. Στην αμερικανική παράδοση, το έθνος χτίστηκε χάρη στα αγέρωχα άτομα – τους κυνηγούς, τους καουμπόης, τους ιεροκήρυκες, και τους πιονέρους των συνόρων. Παρ’ όλα αυτά, αυτός ο πρώιμος μύθος της Αμερικανικής Δημοκρατίας αγνοεί την αντίφαση που βρίσκεται στην καρδιά του αμερικανικού ονείρου: ότι κάποια άτομα μπορούν να διαπρέψουν μέσω της δυστυχίας των άλλων. Η ζωή του Θωμά Τζέφερσον –του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από το ιδανικό της Τζεφερσονιακής Δημοκρατίας– αποδεικνύει καθαρά τη διπλή φύση του φιλελεύθερου ατομισμού. Ο άνθρωπος που έγραψε την εμψυχωτική έκκληση για δημοκρατία και ελευθερία στην Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ήταν την ίδια στιγμή ένας από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες σκλάβων στη χώρα. Παρά τη χειραφέτηση και το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, ο φυλετικός διαχωρισμός υπάρχει ακόμα στο κέντρο των αμερικανικών πολιτικών πεπραγμένων – ειδικά στην Καλιφόρνια. Πίσω από την ρητορική της ατομικής ελευθερίας, βρίσκεται ακόμα ο φόβος του κυρίου για τον επαναστάτη δούλο. Στις τελευταίες εκλογές την κυβέρνηση της Καλιφόρνιας, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων κέρδισε χάρη σε μια σκληρή αντι-μεταναστευτική εκστρατεία. Σε εθνικό επίπεδο, ο θρίαμβος των νέο-φιλελεύθερων του Gingrich στις βουλευτικές εκλογές, στηρίχθηκε στην κινητοποίηση των «θυμωμένων λευκών αρσενικών» ενάντια στην υποτιθέμενη απειλή των μαύρων αρπακτικών και κοινωνικών παροχών, στους μετανάστες από το Μεξικό και στις υπόλοιπες ψωροπερήφανες μειονότητες.
Οι hi-tech βιομηχανίες αποτελούν ένα αναπόσπαστο τμήμα αυτού του ρατσιστικού ρεπουμπλικανικού συνασπισμού. Παρόλα αυτά, η αποκλειστικά ιδιωτική και εταιρική κατασκευή του κυβερνοδιαστήματος μπορεί να οδηγήσει μονάχα στη διάσπαση της αμερικανικής κοινωνίας σε ανταγωνιστικές, φυλετικά προσδιορισμένες τάξεις. Ήδη οι πεινασμένες για κέρδος εταιρίες τηλεπικοινωνιών έχουν ανάψει το κόκκινο φως για τους κατοίκους των φτωχών αστικών περιοχών, οι οποίοι αποκλείονται από τις καινούργιες on-line υπηρεσίες εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων. Σε αντίθεση, οι γιάπις και τα παιδιά τους μπορούν να παίζουν τους κυβερνοπάνκ σε έναν εικονικό κόσμο στον οποίο δεν είναι υποχρεωμένοι να συναντούν τους φτωχούς γείτονές τους. Δουλεύοντας για τις hi-tech και νέο-επικοινωνιακές εταιρίες, πολλά μέλη της «εικονικής τάξης» θα ήθελαν να πιστεύουν ότι η νέα τεχνολογία θα έλυνε κατά κάποιο τα κοινωνικά, φυλετικά και οικονομικά προβλήματα της Αμερικής χωρίς να χρειαστούν θυσίες εκ μέρους τους. Ανάμεσα στις ολοένα διευρυνόμενες κοινωνικές διαφορές, ένα ακόμα apartheid διαμορφώνεται ανάμεσα στους «πλούσιους της πληροφορίας» και τους «φτωχούς της πληροφορίας». Έτσι οι εκκλήσεις γίνονται για τον εξαναγκασμό των τηλεπικοινωνιακών εταιριών στην προσφορά καθολικής πρόσβασης των πολιτών στο πληροφοριακό εποικοδόμημα, κατακρίνονται από το περιοδικό Wired ως εναντιώσεις στην πρόοδο. Την πρόοδο ποιού;

Ο βουβός υπηρέτης – Ο χαζός σερβιτόρος
Όπως διαπίστωσε ο Hegel, η τραγωδία των αφεντικών είναι ότι δεν μπορούν να απεξαρτηθούν από τους σκλάβους. Οι πλούσιοι λευκοί Καλιφορνέζοι χρειάζονται τους σκουρόχρωμους συνανθρώπους τους να δουλεύουν στα εργοστάσιά τους, να μαζεύουν τη σοδειά τους, να προσέχουν τα παιδιά τους και να περιποιούνται τους κήπους τους. Αδύναμοι να παραδώσουν τον πλούτο και την εξουσία, οι λευκοί της Καλιφόρνια μπορούν να βρουν πνευματική παρηγοριά στη λατρεία της τεχνολογίας. Αν τελικά οι ανθρώπινοι σκλάβοι είναι αναξιόπιστοι, τότε πρέπει να εφευρεθούν μηχανικοί. Η αναζήτηση του αγίου δισκοπότηρου της τεχνητής νοημοσύνης αποκαλύπτει την επιθυμία του Golem, ενός δυνατού και πιστού σκλάβου που το δέρμα του έχει το χρώμα του χώματος και που τα σωθικά του είναι φτιαγμένα από άμμο. Οι techno-ουτοπιστές φαντάζονται ότι είναι δυνατόν να αποκτήσουν δουλική εργασία από άψυχες μηχανές. Όμως, ενώ η τεχνολογία μπορεί να αποθηκεύσει ή να ενισχύσει την εργασία, δεν μπορεί ποτέ να καταργήσει την ανάγκη για ανθρώπους που επινοούν, κατασκευάζουν και συντηρούν μηχανές. Η δουλική εργασία δεν αποκτάται χωρίς κάποιος να είναι σκλαβωμένος. Στις εκτάσεις του στο Monticello, o Jefferson ανακάλυψε πολλά έξυπνα gadgets, μεταξύ των οποίων ένα «βουβό υπηρέτη» που μεσολαβούσε στην επικοινωνία με τους σκλάβους του.
Στα τέλη του 20ού αιώνα, δεν θεωρείται έκπληξη ότι αυτός ο φιλελεύθερος ιδιοκτήτης σκλάβων είναι ο ήρωας όσων κηρύττουν την ελευθερία, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται στους σκουρόχρωμους συμπολίτες τους τα δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία θεωρούνται θεμελιώδη.

Αποκλείοντας το μέλλον
Οι προφήτες της Καλιφορνέζικης Ιδεολογίας υποστηρίζουν ότι τα κυβερνητικά κύματα και οι χαοτικές δίνες των ελεύθερων αγορών και των παγκοσμίων επικοινωνιών, θα καθορίσουν το μέλλον. Έτσι η οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση αποτελεί σπατάλη αναπνοής και σάλιου. Ως φιλελεύθεροι, θεωρούν ότι η θέληση του λαού, όπως υλοποιείται από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, είναι μια επικίνδυνη αίρεση που παρεμβάλλεται στη «φυσική» και αποδοτική ελευθερία της συγκέντρωσης περιουσίας. Ως τεχνολογικοί ντετερμινιστές πιστεύουν ότι οι ανθρώπινοι και συναισθηματικοί δεσμοί εμποδίζουν την αποτελεσματική ανάπτυξη της μηχανής. Εγκαταλείποντας τη δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη, οι Καλιφορνέζοι Ιδεολόγοι, ονειρεύονται ένα ψηφιακό νιρβάνα, που κατοικείται αποκλειστικά από φιλελεύθερους ψυχοπαθείς.

Η εναλλακτική θεώρηση
Παρά τους ισχυρισμούς παγκοσμιότητας, η Ιδεολογία της Καλιφόρνια αναπτύχθηκε από μια ομάδα ανθρώπων, η οποία ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα που ακολουθεί μια ιδιαίτερη επιλογή κοινωνικο-οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Το εκλεκτικό χαρμάνι της συντηρητικής οικονομικής θεωρίας και του hippie φιλελευθερισμού, αντανακλά την ιστορία της Δυτικής Ακτής και όχι το αναπόφευκτο μέλλον του υπόλοιπου κόσμου. Οι high-tech ιδεολόγοι διακηρύττουν ότι υπάρχει μόνο ένας δρόμος εμπρός. Στην πραγματικότητα όμως, η ανάγκη για συζήτηση ποτέ δεν ήταν πιο ισχυρή και πιο επιτακτική από ότι είναι σήμερα. Το καλιφορνέζικο μοντέλο είναι μονάχα ένα, ανάμεσα σε πολλά.
Στην Ε.Ε., η πρόσφατη ιστορία της Γαλλίας παρουσιάζει μια έμπρακτη απόδειξη ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο κρατικός παρεμβατισμός παράλληλα με τον ανταγωνισμό της αγοράς, ώστε να αναπτυχθούν οι νέες τεχνολογίες και να διασφαλιστεί το ότι τα πλεονεκτήματα της ανάπτυξης θα διατεθούν στο σύνολο του πληθυσμού.
Μετά τη νίκη των Ιακωβίνων απέναντι στους φιλελεύθερους αντιπάλους τους το 1792, η δημοκρατία της Γαλλίας ενσωμάτωσε την έννοια της γενικής βούλησης. Ως δημοκρατία της γενικής βούλησης, το κράτος προσπάθησε να αντιπροσωπεύσει τα συμφέροντα όλων των πολιτών αντί να προστατέψει τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας. Η Γαλλική Επανάσταση προχώρησε πέρα από το φιλελευθερισμό, στη δημοκρατία. Αναθαρρημένη από αυτήν τη λαϊκή νομιμότητα, η κυβέρνηση ήταν ικανή να επηρεάσει τη βιομηχανική ανάπτυξη.
Για παράδειγμα, το δίκτυο MINITEL απέκτησε αυτήν τη σημαντική μερίδα χρηστών, μέσω της εθνικοποιημένης τηλεπικοινωνιακής εταιρίας η οποία προσέφερε δωρεάν τερματικά. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η αγορά, εμπορικές και κοινοτικές υπηρεσίες ήταν ικανές να βρουν αρκετούς πελάτες ώστε να ανθίσουν.
Το συμπέρασμα της γαλλικής εμπειρίας είναι ότι οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί φορείς θα έπρεπε να ασκούν πιο ακριβή ρυθμιστικό έλεγχο, να επενδύουν περισσότερο και να υιοθετήσουν μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην ανάπτυξη των υπερμέσων.
Το μάθημα του MINITEL είναι ότι τα υπερμέσα, στην Ευρώπη, θα έπρεπε να αναπτυχθούν ως υβριδική ένωση κρατικού παρεμβατισμού, καπιταλιστικού επιχειρηματικού πνεύματος και do it yourself κουλτούρας. Χωρίς αμφιβολία, οι λεωφόροι των πληροφοριών θα δημιουργήσουν μια μεγάλη αγορά στην οποία οι ιδιωτικές εταιρίες θα πουλάνε διάφορα είδη πληροφοριών, ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα, μουσική, βιβλία σε όλο το Δίκτυο. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι θα μπορούν να διακινούν όσο και να αποκτούν τα υπερ-μέσα, η άνθηση των κοινοτικών μέσων, των ιδιαίτερων αγορών και των ειδικών ομάδων συμφερόντων θα πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, αυτό προϋποθέτει μια ενεργή ανάμειξη του κράτους. Για να πραγματοποιηθούν τα ενδιαφέροντα όλων των πολιτών, η γενική βούληση θα πρέπει να υλοποιηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω των δημοσίων θεσμών.
Η Καλιφορνέζικη Ιδεολογία απορρίπτει έννοιες όπως κοινότητα και κοινωνική πρόοδος και επιδιώκει να αλυσοδέσει την ανθρωπότητα στους βράχους του οικονομικού και τεχνολογικού φαταλισμού. Κάποτε οι hippies της Δυτικής Ακτής έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της δικής μας σύγχρονης θεώρησης της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ως αποτέλεσμα, ο φεμινισμός, η κουλτούρα των ναρκωτικών, η απελευθέρωση της ομοφυλοφιλίας και της εθνοτικής ταυτότητας έπαψαν, από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, να αποτελούν περιθωριακά ζητήματα. Κατά ειρωνικό τρόπο, η Καλιφόρνια σήμερα αποτελεί το κέντρο της ιδεολογίας που απαρνιέται τη σχετικότητα αυτών των νέων κοινωνικών θεμάτων.
Είναι αναγκαίο, πλέον, για μας να υποστηρίξουμε τη δική μας επιλογή. Μετά από είκοσι χρόνια, είναι αναγκαίο να αποκηρύξουμε μια για πάντα την έλλειψη σθένους που εκφράστηκε από το μεταμοντερνισμό. Μπορούμε να κάνουμε περισσότερα από το να «παίξουμε με τα lego» που δημιούργησαν οι πρωτοπορίες του παρελθόντος.
Πρέπει να συζητήσουμε τι είδους υπερ-μέσα ταιριάζουν στο δικό μας κοινωνικό όραμα, πώς θα δημιουργήσουμε τα interactive προϊόντα και τις on-line υπηρεσίες που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε, το είδος των υπολογιστών που μας αρέσουν, και τα προγράμματα που μας φαίνονται πιο χρήσιμα. Πρέπει να βρούμε τρόπους να κρίνουμε κοινωνικά και πολιτικά τις μηχανές που αναπτύσσουμε. Ενώ μπορούμε να μάθουμε από τη στάση του «μπορώ να το κάνω» των Καλιφορνέζων ατομιστών, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι οι δυνατότητες των υπερ-μέσων δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μέσω των δυνάμεων της αγοράς. Χρειαζόμαστε μια οικονομία που να μπορεί να απελευθερώσει τις δημιουργικές δυνάμεις των hi-tech δεξιοτεχνών. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αδράξουμε τις Προμηθεϊκές ευκαιρίες των
υπερ-μέσων ενώ η κοινωνία θα οδεύει προς το επόμενο στάδιο της μοντέρνας εποχής.

Τίτλος πρωτοτύπου: «The Californian Ideology» (condensed version), περιοδικό Mute τ. 3, φθινόπωρο 1995
http://www.metamute.org/en/content/the_californian_ideology_0
Αναδημοσίευση μετάφρασης από το περιοδικό futura, τ. 3, καλοκαίρι 1996, σσ. 52-59.
Μετάφραση: Χριστίνα Καράλη

Γαλλία. Η αυτοδιαχείριση ως καταφύγιο εν μέσω κρίσης του κεφαλαίου (Fralib, Seafrance, Goodyear)

images-10web

Αναδημοσίευση από το μπλογκ communisation

Δημοσιεύεται παρακάτω ένα κείμενο από το τεύχος no145 του περιοδικού  Echanges  (φθινόπωρο 2013). Έχει σημασία η κριτική στην αυτοδιαχείριση να συνοδεύεται και από αναφορές σε σύγχρονα συγκεκριμένα παραδείγματα πέραν της αναγκαίας θεωρητικής κριτικής, ειδικά από τη στιγμή που εδώ στην Ελλάδα απέχουμε ακόμα από το να αποκτήσει η λεγόμενη “συνεργατική οικονομία” το οικονομικό και κοινωνικό βάρος που έχει στη Γαλλία (10% της οικονομικής δραστηριότητας, 2.4 εκατ. εργαζόμενοι). Η αυτοδιαχειριστική ιδεολογία και η κριτική της αποτελούν και θα αποτελούν ένα από τα σύγχρονα πεδία αντιπαράθεσης εντός οποιουδήποτε χώρου, “πολιτικού” ή “κοινωνικού”, καθώς η καπιταλιστική αναδιάρθρωση θα εντείνεται ενσωματώνοντας και τις λογικές της “αλληλέγγυας οικονομίας”. 

Α.

Στις 24 Ιουλίου, το υπουργικό συμβούλιο ολοκλήρωσε τη συζήτηση πάνω σε ένα σχέδιο νόμου με τίτλο «Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία (KAO)» τροποποιώντας το καθεστώς λειτουργίας των εσεπ (εργατικών συνεταιρικών εταιρειών παραγωγής), το οποίο στη Γαλλία προσδιορίζει και το νομικό πλαίσιο των συνεργατικών· ειπωμένο αλλιώς, τον τρόπο με τον οποίο η αυτοδιαχείριση πρέπει να λειτουργεί υπό το κεφάλαιο. Αυτό το σχέδιο, το οποίο προορίζεται να έρθει στη Βουλή τον Νοέμβριο, προβλέπει κυρίως τους τρόπους με τους οποίους οι μισθωτοί μιας επιχείρησης θα μπορούν να την ανακτούν σε περίπτωση θανάτου του ιδιοκτήτη. Δεν είναι ούτε χρήσιμο ούτε απαραίτητο να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτού του σχεδίου –το οποίο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συμπληρώνει την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία πάνω στις συνεργατικές και να προωθεί τη δημιουργία μιας εσεπ υπό αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες– ειδικά από τη στιγμή που μπορεί να αλλάξει μέχρι να ψηφιστεί.

Οι συνεργατικές παραγωγής ή κατανάλωσης, αγροτικές ή βιομηχανικές, είναι πλήρως ενσωματωμένες σε αυτόν τον κόσμο. Συχνά, δεν αποτελούν παρά ένα πρακτικό πλαίσιο συγκάλυψης μιας κατάστασης που μοιάζει με οποιαδήποτε καπιταλιστική επιχείρηση και επιπλέον, σε σύγκριση με την κυριαρχία των πολυεθνικών, υποβιβάζονται στις τάξεις του οικονομικού περιθωρίου.

Επιπλέον, δεν πρόκειται εδώ να ασκηθεί θεωρητική κριτική στην αυτοδιαχείριση, αλλά μόνο να εξεταστεί τι συνιστούν πραγματικά οι συνεργατικές εντός του καπιταλιστικού συστήματος και ποιος είναι ο ρόλος που η παρουσία τους μπορεί να παίξει λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του παγκόσμιου παραγωγικού συστήματος. Δύο ακραία παραδείγματα επιτρέπουν να εντοπίσουμε την κατεύθυνση πάνω στην οποία μπορεί να εξελιχθεί κάθε συνεργατική.

Οι πρόσφατες [μέσα στο 2012] απεργίες στην Ιταλία αποκάλυψαν ότι όλος ο κλάδος των logistics οργανώνεται με τη μορφή συνεργατικών, κάτι που επιτρέπει –παράδοξο όσον αφορά την ίδια την αρχή της αυτοδιαχείρισης– την πλήρη παράκαμψη της εργατικής νομοθεσίας και την εγγύηση της μάξιμουμ εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης. Είναι πολύ απλό, οι όποιοι διευθυντές –και στην πλειοψηφία τους ιδιοκτήτες– των συνεργατικών υποχρεώνουν τους υποψήφιους μισθωτούς να είναι συνεργάτες· κάτι που τους αποκλείει από τη συνθήκη του μισθωτού και τις εξασφαλισμένες κοινωνικές εγγυήσεις και τα πλεονεκτήματα των μισθωτών. Αυτό επιτρέπει μια εκμετάλλευση χωρίς νομικά όρια, μιας και [οι συνεργάτες] εκμεταλλεύονται τους εαυτούς τους όπως κάθε «ανεξάρτητος».

 

Ένα άλλο παράδειγμα δίνει η ισπανική Mondragon, μια συνεργατική την οποία οι κύκλοι της αυτοδιαχείρισης αναφέρουν συχνά. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια κοινοπραξία υπεργολάβων διάσπαρτων ανά την υφήλιο, η οποία δεν έχει τίποτα το συνεργατικό· χάρις σε αυτή την διεθνοποίηση, ο κύκλος εργασιών της φτάνει περίπου στο ύψος μόνο του διαφημιστικού προϋπολογισμού μιας άλλης διεθνούς κοινοπραξίας, της κορεατικής chaebol κοινοπραξίας Samsung. Η πρόσφατη πτώχευση της Fagor Electromedicos, θυγατρικής της Mondragon, δείχνει την καπιταλιστική κυριαρχία πάνω στις δραστηριότητες των συνεργατικών.

Θα μπορούσαμε επ’ αόριστον να πολλαπλασιάζουμε τις καπιταλιστικές παραλλαγές των συνεργατικών ανά τον κόσμο, με την αυτοδιαχειριστική καθαρότητα να κρατιέται μόνο για τις πολύ μικρές συνεργατικές και επιπλέον μόνο για πολύ συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας· αυτές [τις συνεργατικές] που χρησιμεύουν ως στήριγμα της αυτοδιαχειριστικής ιδεολογίας. Αυτή η ιδεολογία αγνοεί το απλό γεγονός ότι κάθε οικονομική δραστηριότητα εντός του καπιταλιστικού κόσμου είναι υποχρεωμένη λιγότερο ή περισσότερο να υποτάσσεται στους κανόνες λειτουργίας αυτού του συστήματος. Ενώ λέγεται ότι οι συνεργατικές κάθε είδους αφορούν σχεδόν το 10% της οικονομικής δραστηριότητας στη Γαλλία και 2,4 εκατομμύρια εργαζόμενους, δε λέγεται ποτέ αυτό που κρύβεται πίσω από αυτούς τους αριθμούς: πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις που δεν έχουν τίποτα ή σχεδόν τίποτα να κάνουν με τις αρχές που προωθεί η εργατική αυτοδιαχείριση. Η συνεργατική προτάσσεται ανάλογα με τα γούστα ως λύση για την επιβίωση ενός συστήματος, το οποίο δεν καταλήγει να επιλύσει τις αντιφάσεις του παρά πέφτοντας σε άλλες αντιφάσεις· εντούτοις, δε θα έπρεπε να εμφανίζεται ως πανάκεια όπως φαίνεται από τις πρόσφατες τάσεις να προωθείται το σύνθημα της «επανάκτησης [reprise] της καπιταλιστικής επιχείρησης από τους εργαζόμενούς της».

Τρία πρόσφατα παραδείγματα επιτρέπουν να πάρουμε μια ιδέα των δυσκολιών, τις οποίες συναντά η δέσμευση σε αυτήν την οδό διάσωσης μιας επιχείρησης που έχει δυσκολίες ή ενός τμήματος που κλείνει εξαιτίας της οικονομικής στρατηγικής μιας πολυεθνικής.

Fralib στο Gemenos κοντά στη Μασσαλία. Μόνο ένα μέρος των μισθωτών (77) καταλαμβάνουν το εργοστάσιο επεξεργασίας τσαγιού και βοτάνων του trust Unilever που είναι κλειστό εδώ και δυο χρόνια. Το πρότζεκτ της εσεπ που θα ήθελαν να δημιουργήσουν προϋποθέτει την επαναφορά μιας μάρκας [προϊόντος] που έχει δεσμεύσει η Unilever, αλλά η πολυεθνική αρνείται απολύτως αυτό το αίτημα, ακόμα και με όρους υπεργολαβίας.

Ένα από τα ιδιαίτερα σημεία αυτού του πρότζεκτ ήταν η επαναγορά του οικοπέδου και των κτιρίων του εργοστασίου από την αστική Κοινότητα, η οποία θα τα έθετε στη διάθεση της μελλοντικής εσεπ. Αυτή η αποσύνδεση του σταθερού από το μεταβλητό κεφάλαιο πρόκειται να ξαναβρεθεί στην εσεπ που συστάθηκε μετά την πτώχευση της Seafrance[1].

Seafrance στο Calais. Κατά τη διάλυση της Seafrance, επιχείρησης που εκμεταλλευόταν την ακτοπλοϊκή σύνδεση Calais-Douvres, τα τρία φέρι της αγοράστηκαν από την Eurotunnel, ένα γκρουπ που εκμεταλλεύεται το τούνελ κάτω από τη Μάγχη, [και συγκεκριμένα] από τη [σιδηροδρομική] θυγατρική της την Europorte, η οποία μετά από αυτή την αγορά απέκτησε και έναν κλάδο ναυτικών μεταφορών. Αλλά αυτή η εφοπλιστική δραστηριότητα πήρε έναν πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα: η εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων για τη μετακίνηση στο στενό της Μάγχης ανατέθηκε σε μια εσεπ, που συστάθηκε από τους πρώην μισθωτούς της Seafrance, με την ονομασία MyFerryLink.

Αυτή η εσεπ τα πήγαινε καλά, σε σημείο που τον Αύγουστο του 2013 έλεγχε το 11% της κυκλοφορίας στο στενό της Μάγχης και το γκρουπ Eurotunnel έλεγχε λοιπόν [συνολικά] περισσότερο από το ήμισυ αυτής της κυκλοφορίας. Εδώ είναι που τα πράγματα χάλασαν για την εσεπ. Η Μεγάλη Βρετανία, χώρα ελεύθερου ανταγωνισμού, έθεσε στην πραγματικότητα εμπόδια σε αυτόν τον ανταγωνισμό για να προστατεύσει τα συμφέροντα του βρετανικού κεφαλαίου. Μια εταιρεία φέρι, η P&O την οποία ο ανταγωνισμός αφορούσε περισσότερο, και μια άλλη δανική εταιρεία, η DFDS Seaways (η οποία συνδέεται με τον γάλλο εφοπλιστή Louis Dreufus), προσέφυγαν στη βρετανική «Επιτροπή Ανταγωνισμού» ενάντια στη Eurotunnel υποστηρίζοντας ότι η αγορά και εκμετάλλευση των πλοίων της Seafrance έθετε την Eurotunnel σε καθεστώς μονοπωλίου με αποτέλεσμα να μπορεί να καθορίζει αυθαίρετα τις τιμές. Η πρώτη απόφαση τις δικαίωσε διατάζοντας την Eurotunnel να πουλήσει δυο από τα τρία πλοία με ποινή τον αποκλεισμό από το λιμάνι του Douvres. Πρόκειται για μια τρελή [cornélienne] κατάσταση μιας και η απόφαση του εμπορικού δικαστηρίου του Παρισιού, που απέδωσε τα τρία πλοία στην Eurotunnel, εμπεριείχε μια ρήτρα που της απαγόρευε την πώληση των πλοίων.

Στις 4 Δεκεμβρίου, όμως, το βρετανικό εφετείο επέτρεψε στα πλοία της MyFerryLink να συνεχίζουν να συνδέουν το Calais με το Douvres. Αλλά όλη η υπόθεση δείχνει τα όρια της χρήσης της συνεργατικής μορφής, η οποία σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί εν τέλει παρά έναν οργανισμό διαχείρισης (σαφώς ιδιαίτερης αυτοδιαχείρισης) της εργασιακής δύναμης προς όφελος ενός καπιταλιστή.

Goodyear στην Amiens. Μια λειτουργία παρόμοιου τύπου επιχειρήθηκε στο εργοστάσιο ελαστικών της Goodyear στην Amiens. Κι εκεί, επίσης, μια εσεπ θα ανακτούσε την κατασκευή αγροτικών ελαστικών με τον όρο ότι η Goodyear θα της παραχωρούσε ή τη μάρκα ή την υπεργολαβία. Οπωσδήποτε, όπως και στην περίπτωση της Fralib, το trust διαφώνησε και τα πράγματα έχουν πάρει τη δικαστική οδό όπως και στην προηγούμενη περίπτωση του εργοστασίου της Continental κοντά στην Compiègne. Σε κάθε περίπτωση, αν αυτή η λύση μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή, η εσεπ δε θα αποτελούσε παρά έναν κρίκο στην αλυσίδα ενός ισχυρού καπιταλιστικού γκρουπ, το οποίο θα επέβαλε το σύνολο των καθοριστικών οικονομικών παραγόντων· στην τελική, των συνθηκών διαχείρισης της εργασιακής δύναμης. Οι αποφάσεις των «συνεργατών» θα καθορίζονταν πλήρως από εξωτερικούς παράγοντες που βρίσκονται στα χέρια του κεφαλαίου, με την εξαίρεση ορισμένων όρων [modalités] χωρίς πραγματική επίδραση στις συνθήκες εκμετάλλευσης. Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι το είδος της συνεργατικής που θα ανακτούσε μια οποιαδήποτε δραστηριότητα και ότι η κάπως απατηλή πραγματικότητα μιας τέτοιας οδού, κάτι που αναφέρεται πολύ λίγο στο σχέδιο νόμου «Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία», δεν αποτελούν παρά πολιτικά μπαλώματα [replâtrage] μπροστά στο τεράστιο μέγεθος της κρίσης του κεφαλαίου.

H.S.


[1] Αυτή η αποσύνδεση δεν είναι σπάνια στον σημερινό καπιταλισμό: για παράδειγμα, όσον αφορά τους σιδηρόδρομους στη Γαλλία, η SNCF διαιρέθηκε σε ιδιοκτησία και συντήρηση των γραμμών από το Σιδηροδρομικό Δικτύο Γαλλίας (RFF) και σε ιδιοκτήτη των τραίνων και ρυθμιστή της κυκλοφορίας από την καινούργια SNCF (όπως στη Μεγάλη Βρετανία στο παρελθόν). Και δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.

Η πολιτική απολογία του J.Hammond

Αναδημοσίευση απο το resistra, τα έντονα γράμματα και λέξεις από Μ.C.

Ο Jeremy καταδικάστηκε τη Πέμπτη 15/11 σε δεκαετή φυλάκιση.

Ακολουθεί η πολιτική του απολογία:

   Καλημέρα. Σας ευχαριστώ για αυτήν την ευκαιρία. Το όνομά μου είναι Jeremy Hammond και είμαι εδώ για να καταδικαστώ για  δραστηριότητες hacking  που διεξήχθησαν κατά την διάρκεια της ενασχόλησής μου με τους Anonymous. Είμαι προφυλακισμένος στο MCC για τους τελευταίους 20 μήνες και είχα πολύ χρόνο για να σκεφτώ το πώς θα μπορούσα να εξηγήσω τη δράση μου.
   Πριν ξεκινήσω, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω λίγο χρόνο για να τιμήσω τη δουλειά που έχουν κάνει οι άνθρωποι που με στήριξαν. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους δικηγόρους και όσους άλλους έχουν εργαστεί για την υπόθεσή μου: την Elizabeth Fink, τον Susan Kellman, τη Sarah Kunstler, την Emily Kunstler, την Margaret Kunstler και τον Grainne O’Neill. Επίσης Θέλω να ευχαριστήσω την εθνική ομάδα δικηγόρων (National Lawyers Guild), το Δίκτυο Υπεράσπισης και Αλληλεγγύης για τον Jeremy Hammond, τους Free Anons, το Δίκτυο Αλληλεγγύης Anonymous, τον Αναρχικό Μαύρο Σταυρό και όλους τους άλλους που με βοήθησαν γράφοντας υποστηρικτικές επιστολές, που μου έστειλαν γράμματα, που παρέστησαν στο δικαστηρίο  και αυτούς που διέδωσαν την υπόθεσή μου. Επίσης θέλω να στείλω ένα δημόσιο χαιρετισμό στους αδελφούς και τις αδελφές μου πίσω από τα κάγκελα αλλά και εκείνους που είναι ακόμα εκεί έξω και αγωνίζονται κατά της εξουσίας.
   Οι πράξεις πολιτικής ανυπακοής και άμεσης δράσης για τις οποίες καταδικάζομαι σήμερα συμβαδίζουν με τις αρχές της κοινότητας και της ισότητας που καθοδήγησαν τη ζωή μου. Έκανα χάκινγκ [σημ.μτφ: χρήση δεξιοτήτων για μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα] σε δεκάδες εταιρείες υψηλού προφίλ και κυβερνητικούς θεσμούς, κατανοώντας απόλυτα ότι αυτό που έκανα ήταν παράνομο και ότι οι δράσεις μου θα με προσγείωναν πίσω στην ομοσπονδιακή φυλακή. Αλλά ένιωθα ότι είχα την υποχρέωση να χρησιμοποιήσω τις ικανότητές μου για να εκθέσω και να αντιμετωπίσω την αδικία – και να φέρω την αλήθεια στο φως.
   Θα μπορούσα να πετύχω τους ίδιους στόχους με νόμιμα μέσα; Έχω δοκιμάσει τα πάντα, από την συλλογή υπογραφών έως και την ειρηνική διαμαρτυρία και διαπίστωσα ότι οι εξουσιαστές δε θέλουν η αλήθεια να αποκαλύπτεται.  Όταν μιλάμε για την αλήθεια στην εξουσία, στην καλύτερη περίπτωση αγνοούμαστε και στη χειρότερη μας καταστέλουν βίαια. Αντιμετωπίζουμε μια δομή εξουσίας που δεν σέβεται τους δικούς της κανόνες ελέγχων και ισορροπιών, πόσο μάλλον τα δικαιώματα των πολιτών ή και της διεθνούς κοινότητας.
   Η ένταξή μου στην πολιτική έγινε όταν ο Τζορτζ Μπους νόθεψε τις προεδρικές εγκλογές το 2000, έπειτα εκμεταλλέυτηκε το κύμα ρατσισμού και πατριωτισμού μετά τις 9/11 για να ξεκινήσει ένα ιμπεριαλιστικό πόλεμο χωρίς πρόκληση ενάντια στο Ιράκ και το Αφγχανιστάν. Βγήκα στους δρόμους διαμαρτυρόμενος, πιστεύοντας αφελώς ότι οι φωνές μας θα ακουστούν στην Ουάσινγκτον και ότι θα μπορούσαμε να σταματήσουμε τον πόλεμο. Αντί αυτού, στιγματηστίκαμε ως προδότες, μας χτυπήσαν και μας συνέλαβαν.
   Είχα συλληφθεί για διάφορες πράξεις πολιτικής ανυπακοής στους δρόμους του Σικάγο, όμως το 2005 ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα τις γνώσεις μου στους υπολογιστές ενείδει πολιτικής διαμαρτυρίας παραβιάζοντας τον νόμο. Συνελήφθησα από το FBI για το χακάρισμα υπολογιστών μιας ακροδεξιάς, φιλοπολεμικής οργάνωσης με όνομα Protest Warrior, μια οργάνωση που πουλούσε ρατσιστικές μπλούζες στην ιστοσελίδα της και παρενοχλούσε οργανώσεις που ήταν κατά του πολέμου. Κατηγορήθηκα σύμφωνα με τον νόμο Απάτης και Κατάχρησης Υπολογιστών, και η “προκαλούμενη ζημία” στην υποθεσή μου αυθαίρετα υπολογίστηκε πολλαπλασιάζοντας τις 5000 πιστωτικές κάρτες της βάσης δεδομένων της Protest Warrior με $500, φτάνοντας τα $2.5 εκατομμύρια. Οι κατευθυντήριες γραμμές της καταδίκης μου υπολογίστηκαν βάση της ζημίας, έστω και αν ούτε μια πιστωτική κάρτα δεν χρησιμοποιήθηκε ή διαδόθηκε από εμένα ή κάποιον άλλο. Καταδικάστηκα σε 2 χρόνια φυλακή.
   Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην φυλακή είδα την άσχημη πραγματικότητα του πώς ένα σύστημα ποινικής δικαιοσύνης καταστρέφει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα. Η εμπειρία μου ισχυροποίησε την αντίθεσή μου στις κατασταλτικές μορφές εξουσίας και την ανάγκη να  ορθώνεις το ανάστημά σου για αυτά που πιστεύεις.
   Όταν αφέθηκα ελεύθερος, ήμουν διατεθειμένος να συνεχίσω τη ενασχόληση μου στους αγώνες για κοινωνική αλλαγή. Δεν ήθελα να πάω πίσω στην φυλακή, έτσι επικεντρώθηκα στην συμβατική κοινοτική οργάνωση. Με την πάροδο του χρόνου απογοητεύτηκα με τα όρια των ειρηνικών διαμαρτυριών, βλέποντάς τις ως ρεφορμιστικές και χωρίς αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση Ομπάμα συνέχισε τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, η χρήση μη επανδρομένων κατασκοπευτικών αεροσκαφών αυξήθηκε , και απέτυχε να κλείσει το Γκουαντάναμο.
   Εκείνη την περίοδο είχα αρχίσει να παρακολουθώ τη δουλειά ομάδων όπως του Wikileaks και των Anonymous. Ήταν πολύ ενθαρρυντικό να βλέπουμε τις ιδέες του hactivism να αποδίδουν καρπούς. Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος από την ηρωική δράση της Chelsea Manning, που αποκάλυψε τις αγριότητες που διαπράχθηκαν από τις Αμερικάνικες δυνάμεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Πήρε ένα τεράστιο προσωπικό ρίσκο διαρρέοντας αυτές τις πληροφορίες – πιστεύοντας ότι η κοινωνία είχε το δικαίωμα να γνωρίζει και ελπίζοντας ότι οι αποκαλύψεις της θα είναι ένα θετικό βήμα για να σταματήσουν αυτές οι κακοποιήσεις. Είναι αποκαρδιωτικό να μαθαίνεις για την απάνθρωπη μεταχείρισή της σε στρατιωτικές μονάδες απομόνωσης.
   Σκέφτηκα πολύ και σκληρά για την επιλογή αυτής της πορείας. Έπρεπε να ρωτήσω τον εαυτό μου, αν η Chelsea Manning έπεσε στον αβυσσαλέο εφιάλτη της φυλακής παλεύοντας για την αλήθεια, θα μπορούσα εγώ, έχοντας καλές προθέσεις, να κάνω λιγότερα, αν ήμουν ικανός; Σκέφτηκα ότι ο καλύτερος τρόπος να δείξω την αλληλεγγύη μου ήταν να συνεχίσω την δράση που εκθέτει και συγκρούεται με την διαφθορά.
   Μπήκα στους Anonymous πιστεύοντας στην αυτόνομη, αποκεντρωμένη άμεση δράση. Εκείνο τον καιρό οι Anonymous συμμετείχαν σε επιχειρήσεις για την στήριξη των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης ενάντια στη λογοκρισία και για την υπεράσπιση του Wikileaks. Είχα αρκετά να προσφέρω, συμπεριλαμβανομένων τεχνικών γνώσεων, και πως να αρθρώνονται καλύτερα ιδέες και οι στόχοι. Ήταν μια συναρπαστική εποχή – η γέννηση ενός ψηφιακού κινήματος, όπου οι ορισμοί του χακτιβισμού και τα όριά του ήταν υπό διαμόρφωση.
   Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η δουλειά των χάκερς LulzSec που κατάφεραν να σπάνε τα συστήματα σημαντικών στόχων και αποκτούσαν όλο και περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα. Εκείνη την περίοδο, άρχισα να μιλώ με τον Sabu, που ήταν πολύ ανοικτός να μιλά για τα hacks που υποτίθεται ότι έκανε, και ενθάρρυνε τους χάκερς να ενωθούν και να επιτεθούν σε μεγάλα κυβερνητικά και εταιρικά συστήματα υπό την αιγίδα των Anti Security. Όμως την πρώτη κιόλας περίοδο της συμμετοχής μου, οι υπόλοιποι LulzSec χάκερς συνελλήφθησαν, αφήνοντάς με μόνο μου να χακάρω συστήματα και να γράφω ανακοινώσεις. Έπειτα έμαθα ότι ο Sabu ήταν ο πρώτος συλληφθέντας και ότι καθόλη την περίοδο που του μιλούσα ήταν πληροφοριοδότης του FBI.
   Οι Anonymous είχαν εμπλακεί επίσης και στα πρώτα στάδια του Occupy Wall Street. Συμμετείχα συχνά στο δρόμο ως μέλος του Occupy Chicago και ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που έβλεπα ένα παγκόσμιο μαζικό κίνημα ενάντια στις αδικίες του καπιταλισμού και του ρατσισμού. Μετά από μερικούς μήνες, οι “καταλήψεις” έφτασαν στο τέλος τους με κατασταλτικά μέτρα της αστυνομίας και μαζικές συλλήψεις των διαδηλωτών που εκδιώχθηκαν από τα δικά τους, δημόσια πάρκα. Η καταστολή των Anonymous και του κινήματος Occupy διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του AntiSec για τους επόμενους μήνες – η πλειονότητα των επιθέσεων εναντίον της αστυνομίας, ήταν αντίποινα σε συλλήψεις των συντρόφων μας.
   Έθεσα  ως στόχο τα συστήματα υπηρεσιών επιβολής του νόμου, λόγω του ρατσισμού και της ανισότητας με την οποία επιβάλλεται το ποινικό δίκαιο. Στοχοποίησα τους κατασκευαστές και διανομείς στρατιωτικών και αστυνομικών εξοπλισμών που κερδοφορούν πουλώντας πολεμικό οπλισμό ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για να εξυπηρετηθούν τα γεωπολιτικά και  οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ στο εξωτερικό και για την καταστολή του λαού στο εσωτερικό της χώρας. Στοχοποίησα επιχειρήσεις ασφάλειας πληροφοριών γιατί εργάζονται μυστικά για την προστασία των κρατικών και εταιρικών συμφερόντων και παραπληροφορούν εις βάρος ατομικών δικαιωμάτων, υπομονεύοντας και απαξιώνοντας ακτιβιστές, δημοσιογράφους και άλλα άτομα που αναζητούν την αλήθεια.
    Δεν είχα ξανακούσει για την Stratfor, μέχρι που ο Sabu μου την γνωστοποίησε. Ο Sabu ενθάρρυνε τον κόσμο να επιτίθεται σε συστήματα και βοηθούσε να οργανώνονται και να διευκολύνονται οι επιθέσεις. Μου γνωστοποίησε κενά ασφαλείας  στόχων που μετέφεραν άλλοι χάκερ, έτσι ήταν για εμένα μια μεγάλη έκπληξη όταν έμαθα ότι ο Sabu εργαζόταν για το FBI όλον αυτόν τον καιρό.
   Στις 4 Δεκεμβρίου 2011, Ο Sabu προσεγγίστηκε από ένα χάκερ που είχε καταφέρει να μπει στη βάση δεδομένων των πιστωτικών καρτών της Stratfor. Ο Sabu, υπό το βλέμμα των κυβερνητικών προϊσταμένων του, κάλεσε τον χάκερ στο κλείστο chatroom της Antisec, όπου μας μετέφερε τους συνδέσμους για να κατεβάσουμε ολόκληρη τη βάση δεδομένων και το πρώτο ευάλωτο σημείο πρόσβασης στα συστήματα της Stratfor.
   Πέρασα αρκετό καιρό ερευνώντας την Stratfor και εξετάζοντας τις πληροφορίες που μας δόθηκαν και αποφάσισα ότι οι δραστηριότητές τους και οι πελάτες τους τούς καθιστούσαν άξιο στόχο. Το βρήκα αρκετά ειρωνικό ότι η πλούσια και ισχυρή πελατειακή βάση της Stratfor χρησιμοποιούσε τις πιστωτικές τους κάρτες για να κάνει δωρεές σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, αλλά ο κύριος ρόλος της επίθεσης ήταν η προσπάθεια απόκτησης της βάσης δεδομένων των email της Stratfor όπου συνήθως βρίσκονται όλα τα βρώμικα μυστικά.
   Μου πήρε πάνω από μια βδομάδα να αποκτήσω επιπλέον πρόσβαση στα εσωτερικά συστήματα της Stratfor, αλλά τελικά κατάφερα να μπω στο σέρβερ με τα email. Το πλήθος των πληροφοριών ήταν τεράστιο και χρειαζόμασταν διάφορους σέρβερς δικούς μας για να μεταφέρουμε τα email. Ο Sabu, που ήταν μπλεγμένος σε κάθε σημείο της επιχείρησης, πρόσφερε ένα σέρβερ, ο οποίος ήταν του FBI και βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Τις επόμενες βδομάδες, τα email μεταφέρθηκαν και οι πιστωτικές κάρτες χρησιμοποιήθηκαν για δωρεές, τα συστήματα της Stratfor διαλύθηκαν και υπέστησαν deface [σημ.μτφ.: “deface” είναι η αλλαγή της αρχικής σελίδας π.χ. αντί της συνηθισμένης αρχικής σελίδας, ο/η χρήστης/στρια βλέπει μηνύματα ή/και βίντεο]. Το γιατί το FBI μας έφερε σε επαφή με τον χάκερ που βρήκε το αρχικό κενό ασφαλείας και μας επέτρεψε να συνεχίσουμε παραμένει ακόμα μυστήριο.
   Ως αποτέλεσμα του χακαρίσματος της Stratfor, μερικοί από τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης ιδιωτικής βιομηχανίας συλλογής πληροφοριών είναι πλέον γνωστοί. Έχει αποκαλυφθεί μέσω του WikiLeaks και άλλων δημοσιογράφων ανά τον κόσμο ότι η Stratfor συντηρούσε ένα παγκόσμιο δίκτυο πληροφοριοδοτών που τους χρησιμοποιούσαν για να συμμετάσχουν σε διεισδυτικές και ενδεχομένως παράνομες δραστηριότητες παρακολούθησης εκ μέρους μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.
   Μετά την Stratfor, συνέχισα να σπάω συστήματα άλλων στόχων, χρησιμοποιώντας ένα ισχυρό “zero day exploit” [σημ.μτφ: εκμετάλλευση ευπαθειών ασφαλείας που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί] που μου επέτρεπε να έχω διαχειριστικά δικαιώματα στα συστήματα που έτρεχαν το διάσημο λογισμικό Plesk για σέρβερ. Ο Sabu μου ζήτησε αρκετές φορές να του δώσω το exploit αλλά αρνήθηκα. Χωρίς να έχει ο ιδιος ανεξάρτητη πρόσβαση στο χακαρισμένο σύστημα, ο Sabu συνέχισε να μου δίνει λίστες με ευάλωτους στόχους. Απέκτησα πρόσβαση σε διάφορες ιστοσελίδες που μου παραχώρησε και ανέβαζα τις κλεμμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και τις βάσεις δεδομένων στον σέρβερ του FBI και παρέδιδα κωδικούς και κενά ασφαλείας στον Sabu (κατά συνέπεια και στο FBI) που του επέτρεπαν να ελέγχει τους στόχους.
   Αυτές οι εισχωρήσεις, όλες προτεινόμενες από τον Sabu εν συνεργασία με το FBI, έχουν επηρεάσει χιλιάδες ιστοσελίδες και αποτελούνται κυρίως από ξένες κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου και αυτές της Βραζιλίας, Τουρκίας, Ιράν, XXXXXX, XXXXX, XXXXXXXX, XXXXXXX και XXXXXX  XXXXXXX. Για παράδειγμα, ο Sabu και εγώ προσφέραμε πρόσβαση σε πληροφορίες για χάκερς που εκ των υστέρων κατέστρεψαν και έκαναν deface[βλέπε σημείωση παραπάνω] σε αρκετές κρατικές σελίδες στην ΧΧΧΧΧ. Δεν ξέρω πως χρησιμοποιούσε άλλες πληροφορίες που του παρείχα, αλλά πιστεύω ότι η κυβερνητική συλλογή και χρήση αυτών των πληροφοριών πρέπει να ερευνηθεί.
   Η κυβέρνηση γιορτάζει την καταδίκη και τη φυλάκισή μου, ελπίζοντας ότι έτσι θα κλείσει την πόρτα σε όλες τις πτυχές αυτής της ιστορίας. Εγώ ανέλαβα την ευθύνη για τις ενέργειές μου, ομολογώντας την ενοχή μου, αλλά η κυβέρνηση πότε θα λογοδοτήσει για τα εγκλήματά της;
   Οι ΗΠΑ προβάλλουν υπερβολικά την απειλή των χάκερς ώστε να δικαιολογήσουν το βιομηχανικό σύμπλεγμα κυβερνοασφάλειας πολλών δισεκατομμυρίων, αλλά ταυτόχρονα είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία των συνθηκών που επιθετικά διώκουν και υποτίθεται προσπαθούν να αποτρέψουν.   Η υποκρισία του “νόμου και της τάξης” και οι αδικίες που προκαλούνται από τον καπιταλισμό δεν μπορούν να διορθωθούν  με θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αλλά με κοινωνική ανυπακοή και άμεση δράση. Ναι καταπάτησα το νόμο και πιστεύω ότι οι νόμοι μερικές φορές πρέπει να καταπατούνται ώστε να δημιουργούμε πρόσφορο έδαφος  για αλλαγές.
    Στα αθάνατα λόγια του Frederick Douglas, “Η εξουσία δεν παραχωρεί τίποτα χωρίς απαίτηση. Ποτέ δεν το έκανε και δεν θα το κάνει ποτέ. Απλά ανακαλύψτε τι δέχονται στωικά οι πολίτες και θα έχετε βρει το ακριβές μέγεθος της αδικίας και των λαθών που θα τους επιβληθούν, και αυτό θα συνεχίζεται μέχρι να βρουν αντίσταση είτε με διάλογο είτε με χτυπήματα, είτε και τα δυο. Τα όρια των τυράννων καθορίζονται από την αντοχή αυτών που καταπιέζονται.”
    Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μετανιώνω για τίποτα. Καταλαβαίνω ότι έχω  κυκλοφορήσει προσωπικές πληροφορίες αθώων που δεν είχαν καμία σχέση με  τις επιθέσεις σε θεσμούς που έθεσα ως στόχο. Απολογούμαι για την  κυκλοφορία πληροφοριών που ήταν επιβλαβής για άτομα άσχετα με τους  στόχους μου. Πιστέυω στο προσωπικό δικαίωμα  της προστασίας των προσωπικών δεδομένων  – από την κρατική παρακολούθηση, αλλά και από εμένα, και εκτιμώ την  ειρωνεία της δικής μου συμμετοχής στην καταπάτηση των δικαιωμάτων αυτών.  Είμαι αφοσιωμένος στο να δουλέψω για να γίνει αυτός ο κόσμος ένα καλύτερο μέρος για όλους εμάς. Συνεχίζω να πιστεύω στη σημασία του χακτιβισμού ως μια πράξη κοινωνικής ανυπακοής, αλλά είναι καιρός για εμένα να προχωρήσω σε άλλες μεθόδους αναζητώντας την αλλαγή. Ο καιρός που είμουν φυλακή έχει επηρεάσει την οικογένεια μου, τους φίλους μου και την κοινότητα. Γνωρίζω ότι με χρειάζονται σπίτι. Αναγνωρίζω ότι 7 χρόνια πριν στεκόμουν μπροστά σε έναν άλλο δικαστή, αντιμετωπίζοντας παρόμοιες κατηγορίες, αλλά αυτό δεν ελαφρύνει την ειλικρίνια των όσων είπα σήμερα.
    Χρειάστηκε πολύ ενέργεια για να γράψω αυτές τις γραμμές, να εξηγήσω την δράση μου, γνωρίζοντας ότι κάνοντας αυτό με ειλικρίνεια μπορεί να μου κοστίσει περισσότερα χρόνια της ζωής μου στην φυλακή. Γνωρίζω πολύ καλά ότι μπορεί να καταδικαστώ ακόμη και για 10 χρόνια, αλλά ελπίζω ότι αυτό δεν θα συμβεί, γιατί πιστεύω ότι υπάρχει τόσο πολύ δουλειά ακόμη για να γίνει.
Να είστε δυνατοί και να συνεχίσετε τον αγώνα

Subcommandante Marcos: Αναρχικοί καλώς να ορίσετε

[ezcol_1half]index[/ezcol_1half] Στο τελευταίο ανακοινωθέν του ο Subcommandante Marcos παίρνει λίγο χρόνο για να απαντήσει στην εκστρατεία ενάντια στους αναρχικούς που ξεκίνησε από τα μέσα ενημέρωσης του Μεξικού και από μέρος της αριστεράς. Ο Marcos κάνει σαφές ότι εκείνοι που έχουν εγγραφεί στο Escuelita (μικρό σχολείο) και έχουν ζητήσει από τους Ζαπατίστας να μην αποδεχθούν τους αναρχικούς, και, επιπλέον, «αναμένουν μια συγγνώμη και εκκαθάριση του καταλόγου εγγραφών», δεν είναι ευπρόσδεκτοι στο σχολείο. Οι Ζαπατίστας καλούν τους Μεξικάνους αναρχικούς να στείλουν κείμενα τα οποία θα απαντούν στις κατηγορίες εναντίον τους, και τα οποία θα δημοσιευθούν στην ιστοσελίδα του EZLN.

Αναδημοσίευση από Eagainst.com 15 του Νοέμβρη του 2013

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ: οι Αναρχικοί

Με δεδομένη την αντι-αναρχική εκστρατεία που ξεκίνησαν οι ευσυνείδητοι και η αριστερά με την «σωστή συμπεριφορά», ενωμένοι σε μια ιερή σταυροφορία βασισμένη στο παραδοσιακό δικαίωμά της να κατηγορεί τους νεαρούς αναρχικούς, αλλά και τους μεγαλύτερους, ότι αμφισβητούν το σύστημα (σαν να είχε άλλη επιλογή ο αναρχισμός)  και ότι επιπλέον αποσυνθέτουν τη σκηνογραφία της (το ότι κλείνουμε τα φώτα είναι για να μην βλέπουμε τους αναρχικούς;), μια σταυροφορία που φτάνει στο ντελίριο με επίθετα όπως «αναρχο-σκληροπυρηνικοί», «αναρχο-προβοκάτορες», «αναρχο-κακοποιοί», «αναρχο-κλπ., κλπ.» (κάπου διάβασα το επίθετο «αναρχο-αναρχικός», δεν είναι φοβερό;), οι άνδρες και οι γυναίκες Ζαπατίστας δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το κλίμα υστερίας που τόσο σταθερά απαιτεί σεβασμό στις «κουρτίνες» (που δεν αποκαλύπτουν, αλλά κρύβουν αυτό που συμβαίνει πίσω ακριβώς από τον πάγκο: συνθήκες εργασίας σκλαβιάς, παντελή έλλειψη υγιεινής, κακής ποιότητας και χαμηλής διατροφικής αξίας τροφή, ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή, διαρροή κεφαλαίου).

Γιατί τώρα, αποκαλύπτεται πως αυτές οι ληστείες που ύπουλα ονομάζονται «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», ότι η εργασιακή επίθεση ενάντια στους δασκάλους, ότι η πώληση «κοψοχρονιά» της εθνικής κληρονομιάς, ότι η κλοπή που επιβάλλεται από την κυβέρνηση μέσω της φορολογίας και της δημοσιονομικής ασφυξίας – που ευνοεί μόνο τα μεγάλα μονοπώλια – ότι για όλα αυτά, ευθύνονται οι αναρχικοί.

Το ότι ο κόσμος πλέον, δεν βγαίνει στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί (- ναι αλλά, εκεί είναι οι πορείες, οι συγκεντρώσεις, οι αποκλεισμοί, τα οδοφράγματα, τα φυλλάδια. Σύμφωνοι, όμως είναι των δασκάλων, των οδηγών, των πλανόδιων πωλητών, των φοιτητών, όλων των ανθρώπων της Πόλης του Μεξικού και της επαρχίας. – Α! η μυθική μεσαία τάξη τόσο φιλοφρονημένη και ταυτόχρονα τόσο απαξιωμένη και εξαπατημένη από όλο το πολιτικό και μιντιακό φάσμα), το ότι η καθεστωτική αριστερά επίσης, απογυμνώνει τους χώρους διαμαρτυρίας, το ότι η «μοναδική αντίσταση στο καθεστώς» επισκιάζεται από τους ανώνυμους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το ότι η αυθαίρετη επιβολή ονομάζεται τώρα «διάλογος και διαπραγμάτευση», για τις δολοφονίες μεταναστών, γυναικών, νέων, εργαζόμενων, παιδιών, για όλα αυτά ευθύνονται οι αναρχικοί.

Για εκείνους που αγωνίζονται,  και  διεκδικούν με το «Αλφάδι» , μια σημαία χωρίς έθνος χωρίς σύνορα, και οι οποίοι αποτελούν μέρος της ΕΚΤΗΣ, για εκείνους που πραγματικά αγωνίζονται, και δεν είναι γι΄ αυτούς μία μόδα ή ένα γεγονός λάιφ στάιλ έχουμε, εκτός από μια συντροφική αγκαλιά, να τους ζητήσουμε κάτι ξεχωριστό:

Σύντροφοι Αναρχικοί: Εμείς οι Ζαπατίστας άνδρες και γυναίκες δεν πρόκειται να σας καταλογίσουμε τις δικές μας ελλείψεις (συμπεριλαμβανομένης και την έλλειψη φαντασίας), ούτε θα σας καταστήσουμε υπεύθυνους για τα δικά μας λάθη, πολύ λιγότερο θα σας καταδιώξουμε για αυτό που είσαστε. Είναι και κάτι άλλο, σας λέω ότι  διάφοροι καλεσμένοι ακύρωσαν την παρουσία τους  στο μάθημα του Αύγουστου,  γιατί είπαν, πως δεν θα μπορούσαν να μοιραστούν στην τάξη με «νεαρούς, ρακένδυτους αναρχικούς, punks με πιρσινγκ, και γεμάτους τατουάζ», και ότι περίμεναν (αυτοί που δεν είναι νέοι, ούτε αναρχικοί, ούτε ρακένδυτοι, ούτε πανκ, ούτε έχουν πίρσινγκ, ούτε είναι γεμάτοι τατουάζ) μια συγγνώμη και μια εκκαθάριση του μητρώου. Μάταια, συνεχίζουν να περιμένουν.

Αυτό που θέλουμε να σας ζητήσουμε είναι κατά την εγγραφή σας, να καταθέσετε ένα κείμενο μιας σελίδας τετραδίου το ανώτερο, όπου θα απαντάτε στις επικρίσεις και τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί εναντίον σας στα κερδοσκοπικά μέσα. Το κείμενο αυτό θα δημοσιευθεί σε ειδικό τμήμα της ιστοσελίδας μας (enlacezapatista.ezln.org.mx) και σε ένα περιοδικό-fanzine-ή όπως αλλιώς λέγεται, που θα κυκλοφορήσει σύντομα στον παγκόσμια παγκοσμιοποιημένο κόσμο, και θα είναι γραμένο από τους αυτόχθονες Ζαπατίστας . Θα είναι μεγάλη τιμή για εμάς σ΄ αυτό το πρώτο τεύχος, να έχουμε λόγο σας μαζί με τον δικό μας.

Ε, τι λέτε;

Ναι, ναι, αξίζει ακόμα και μια σελίδα με μία μόνο λέξη που να καταλαμβάνει όλο το χώρο: κάτι σαν “ΨΕΥΤΕΣ!” Ή κάτι πιο μεγάλο, όπως «Θα σας εξηγούσαμε τι είναι ο αναρχισμός, αν πιστεύαμε ότι θα καταλάβετε» Ή «Ο αναρχισμός είναι ακατανόητος για τους νάνους της σκέψης» ή «Οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις εμφανίζονται πρώτα στην κόκκινη υποσημείωση» ή «Σκατά στην αστυνομία της σκέψης» ή την ακόλουθη παραπομπή από το βιβλίο «Golpe y contragolpe» [ΣτΜ: Χτύπημα και αντεπίθεση] του Miguel Amorós: «Όλος ο κόσμος θα έπρεπε να ξέρει ότι το μαύρο μπλοκ δεν είναι μια οργάνωση, αλλά μια τακτική του αγώνα δρόμου παρόμοια με τους «Μαχητές των δρόμων» [Kale Barroka] ότι είναι ένας αστερισμός ελευθεριακών ομάδων «αυτόνομων» ή εναλλακτικών που προέρχονται από τους αγώνες των καταλήψεων στη δεκαετία του 80 σε διάφορες γερμανικές πόλεις»  και να προσθέσετε κάτι σαν, «αν πρόκειται να επικρίνετε κάτι, κάντε πρώτα μια καλή έρευνα. Η καλογραμμένη άγνοια είναι σαν την όμορφα παρουσιασμένη ηλιθιότητα: εξίσου άχρηστη».

Σε κάθε περίπτωση, είμαι βέβαιος ότι δεν θα σας λείπουν οι ιδέες.

Αλληλεγγύη στο θέατρο “Εμπρός” (by any means necessary…)

empros

αναδημοσίευση από encounter Athens

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΕΜΠΡΟΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΠΕΙΛΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ στο κέντρο της Αθήνας δέχεται και πάλι επίθεση και είναι σε άμεσο κίνδυνο.

Στις 30 Οκτωβρίου 2013 δύο ηθοποιοί συλλαμβάνονται στο χώρο του θεάτρου ΕΜΠΡΟΣ την ώρα που κάνουν πρόβα. Παραπέμπονται σε δίκη με την αυτόφωρη διαδικασία με τις κατηγορίες της παραβίασης «σφραγίδων, διατάραξης οικιακής ειρήνης και κατ’ εξακολούθηση κατάληψης δημοσίου κτιρίου». Αυτή η αδιανόητη σύλληψη αποτελεί κορύφωση της επίθεσης της Πολιτείας σε ένα χώρο που τα δύο τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε πυρήνα εναλλακτικής πολιτιστικής και κοινωνικής δράσης για το κέντρο της Αθήνας και μάλιστα μέσα στην καρδιά της κρίσης.

Από το Νοέμβριο του 2011, το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια από την ελληνική πολιτεία, λειτουργεί ως καλλιτεχνικός αυτοδιαχειριζόμενος χώρος. Με πολιτιστική και κοινωνική δράση, σύνδεση με τους κατοίκους της γειτονιάς αλλά και με άλλους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, καθώς και με ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής και της διεθνούς καλλιτεχνικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, λειτουργεί ως πυρήνας καλλιτεχνικής δημιουργίας και πειραματισμού, αλλά και κοινωνικής αλληλεγγύης και πολιτικού ακτιβισμού, αντίθετος σε κάθε λογική εμπορευματοποίησης και αποκλεισμού, ως κοινό αγαθό για τη γειτονιά και την πόλη.

Όλοι εμείς, όσοι μετέχουμε στην Ανοιχτή Συνέλευση του Ελεύθερου Αυτοδιαχειριζόμενου Θεάτρου «Εμπρός», καλούμε όλους όσους έχουν περάσει μέχρι σήμερα από το χώρο του ΕΜΠΡΟΣ, καλλιτέχνες, ακαδημαϊκούς, θεωρητικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς ακτιβιστές, αλλά και όσους θεωρούν σημαντική για την κοινωνία την ύπαρξη ελεύθερων, αυτοδιαχειριζόμενων καλλιτεχνικών και κοινωνικών χώρων να σταθούν δίπλα μας όχι μόνο στη δίκη των δύο ηθοποιών, που θα γίνει στις 14 Νοεμβρίου 2013, αλλά και στη συνολικότερη προσπάθειά μας να κρατήσουμε ζωντανό το ΕΜΠΡΟΣ. Να αντισταθούν μαζί μας ενάντια στον κρατικό αυταρχισμό και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, υπέρ της ελεύθερης καλλιτεχνικής δημιουργίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Το ιστορικό κτίριο της Ρήγα Παλαμήδη 2, με την εμβληματική ταμπέλα «Εμπρός», χτίστηκε το 1933 και μέχρι το 1985 στέγασε το τυπογραφείο της ομώνυμης εφημερίδας. Το 1988 η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου το μίσθωσε στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Τάσο Μπαντή κι εκεί στεγάστηκαν οι παραστάσεις της θεατρικής εταιρείας «Μορφές» και στη συνέχεια της Εταιρείας Θεάτρου «Εμπρός» μέχρι τον θάνατο του Τ. Μπαντή. Την περίοδο των «Μορφών», το θέατρο Εμπρός υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα αθηναϊκά θέατρα. Το 1989 το κτίριο ανακηρύχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Αυτό το κτίριο, που ρήμαζε εγκαταλελειμμένο, κατέλαβε και επανενεργοποίησε, το Νοέμβριο του 2011, η Κίνηση Μαβίλη, μια πρωτοβουλία καλλιτεχνών και θεωρητικών, η οποία πρότεινε αρχικά ένα δωδεκαήμερο πυκνό πρόγραμμα εκδηλώσεων φέρνοντας στο χώρο καλλιτέχνες, θεωρητικούς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, χορογράφους και χορευτές, αρχιτέκτονες και πλήθος θεατών. Η Κίνηση Μαβίλη συνέχισε να δραστηριοποιείται στο χώρο μετά την επανενεργοποίηση και παρήγαγε ένα πλούσιο πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων για έναν περίπου χρόνο. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα πάνω από 500 έλληνες και ξένοι καλλιτέχνες, ακαδημαϊκοί, θεωρητικοί και ακτιβιστές, ενώ από την πρώτη μέρα η Κίνηση Μαβίλη συνεργάστηκε με την Κίνηση Κατοίκων Ψυρρή, και άλλες συλλογικότητες και ομάδες της πόλης. Όλες οι εκδηλώσεις είχαν ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Ένα χρόνο αργότερα η ΕΤΑΔ κάλεσε την Κίνηση Μαβίλη να εκκενώσει άμεσα το θέατρο ΕΜΠΡΟΣ ανακοινώνοντας πιθανή ενοικίαση του χώρου. Σε μια εποχή κρίσης, όπου το κράτος αποδεικνύεται ανίκανο ή μάλλον απρόθυμο να στηρίξει υλικά τον πολιτισμό και τη δημιουργία κοινωνικών δομών, η σωτηρία του ΕΜΠΡΟΣ ήταν ζωτικής σημασίας. Πάνω από 2000 υπογραφές στήριξης στο εγχείρημα του ΕΜΠΡΟΣ. Ταυτοχρόνως, πολλοί καλλιτέχνες, θεωρητικοί και ακτιβιστές θέλησαν να υπερασπιστούν πιο ενεργά το χώρο με αποτέλεσμα μια περαιτέρω διεύρυνση των συμμετεχόντων στην κατάληψη, η οποία τον τελευταίο χρόνο λειτουργεί με το όνομα «Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ» και όργανό της την Ανοιχτή της Συνέλευση.

Από το Νοέμβριο του 2012 το ΕΜΠΡΟΣ λειτουργεί ως ανοιχτός πολιτιστικός και κοινωνικός χώρος και φιλοξενεί παραστάσεις, εκθέσεις, προβολές, συζητήσεις και κοινωνικές δραστηριότητες, προσφέροντας στέγη σε νέες ομάδες που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν τα υπέρογκα ενοίκια της αγοράς, αλλά και δημιουργώντας δικές του δράσεις. Ο τρόπος λειτουργίας του βρίσκεται υπό διαρκή επεξεργασία προκειμένου να επιτελεί με όλο και καλύτερο τρόπο τον πολιτιστικό και κοινωνικό του ρόλο ως ένα κοινό αγαθό στην καρδιά της Αθήνας. Παράλληλα έχει δικτυωθεί και έχει εγκαινιάσει σχέσεις με άλλους αντίστοιχους χώρους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και χαίρει της υποστήριξης όχι μόνο καταλήψεων και κοινωνικών χώρων, αλλά και πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων για τις τέχνες από όλη την Ευρώπη.

Τον Σεπτέμβριο του 2013 το ΕΜΠΡΟΣ σφραγίστηκε για μια ακόμα φορά, αυτή τη φορά κατόπιν αιτήματος του ΤΑΙΠΕΔ, στο οποίο φαίνεται ότι έχει μεταγραφεί ο χώρος, αν και το ΦΕΚ της παραχώρησης στο ΤΑΙΠΕΔ είναι αρκετά προβληματικό, στο βαθμό που δεν αναφέρεται το κτίριο με τη σωστή του διεύθυνση, ενώ και το ζήτημα της μεταγραφής του από το υποθηκοφυλακείο φαίνεται ότι έχει τεχνικές δυσκολίες. Ο χώρος ξανάνοιξε λίγες μέρες αργότερα, και στις 30 Οκτωβρίου 2013, σε μια κορύφωση αυτής της επίθεσης, δύο ηθοποιοί συλλαμβάνονται μέσα στο χώρο του θεάτρου και παραπέμπονται σε δίκη με τις κατηγορίες «παραβίαση σφραγίδων, διατάραξη οικιακής ειρήνης και κατ’ εξακολούθηση κατάληψη δημόσιου χώρου».

Ήδη δηλώσεις υποστήριξης στο ΕΜΠΡΟΣ έχουν γίνει από πολλούς φορείς και άτομα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η υποστήριξή σας είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του εγχειρήματος του ΕΜΠΡΟΣ αλλά και για τους δύο συλληφθέντες ηθοποιούς, που δικάζονται στις 14 Νοεμβρίου 2013.

Σε πείσμα της αυταρχικής, κατασταλτικής πολιτικής της κυβέρνησης, που προσπαθεί σε κάθε περίπτωση να επιβάλει το σύνθημα «τάξη και ασφάλεια» με τη βοήθεια της αστυνομίας και των ΜΑΤ, σε πείσμα της προσπάθειας να ξεπουληθούν τα πάντα σε μια χώρα που ασφυκτιά από την κρίση, το ΕΜΠΡΟΣ παραμένει ανοιχτό και σας καλεί να συμμετέχετε όλοι στις δράσεις του.

Υπογράψτε το αίτημα, δηλώνοντας το ονοματεπώνυμο, το e-mail και την ιδιότητά σας (στο σχόλιο) εδώ:

http://www.gopetition.com/petitions/support-embros-society-and-culture-under-threat-in-greece.html

Αλληλεγγύη στον σύντροφο Θ. Σίψα διωκόμενο για το τραγικό γεγονός στην τράπεζα Μαρφιν

solidarity

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΘΟΔΩΡΗ ΣΙΨΑ,

ΔΙΩΚΟΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΡΦΙΝ ΤΗΝ 5η ΜΑΗ 2010

H ΣΚΕΥΩΡΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

Στις 5/5/2010, ημέρα ψήφισης του πρώτου μνημονίου και αμέσως μετά την προσφυγή της χώρας στην τρόικα και την ανακοίνωση των πρώτων «μέτρων», κηρύσσεται γενική απεργία και σχεδόν μισό εκατομμύριο κόσμου διαδηλώνει στους δρόμους, με άγριες διαθέσεις προσπαθώντας να προσεγγίσει τη βουλή. Η μαχητικότητα του κόσμου είναι τέτοια που διαφαίνεται η πιθανότητα το πλήθος να εισβάλλει ακόμα και μέσα στο κοινοβούλιο. Ξεσπούν συγκρούσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και τις δυνάμεις καταστολής με τις δεύτερες να φαίνονται ανήμπορες να ανακόψουν την ορμή του κόσμου. Λίγες ώρες αργότερα διαδίδεται η είδηση ότι στην τράπεζα της Μαρφίν στην οδό Σταδίου, 3 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους λόγω πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο σημείο. Με την επιβεβαίωση του συμβάντος ο κόσμος παγώνει και η οργή μετατρέπεται σε απογοήτευση και θλίψη σημαίνοντας  και το τέλος αυτής της πολλά υποσχόμενης διαδήλωσης.

Στις 29/4/2011, επετειακά της 5ης Μάη, προσάγονται με χολιγουντιανό τρόπο 4 άτομα εκ των οποίων τρεις σύντροφοι και καλούνται να καταθέσουν ως ύποπτοι για τον εμπρησμό της τράπεζας Μαρφίν, ενώ γίνονται έλεγχοι στα σπίτια τους από όπου κατάσχονται ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Και ενώ από την πρώτη στιγμή τα μ.μ.ε. μιλούν για συλλήψεις και στοχοποιούν τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο, τα «στοιχεία» που διαθέτει στα χέρια της η ελληνική αστυνομία είναι ένα ανυπόγραφο και ασύντακτο σημείωμα που αναφέρει όλα τα προσωπικά στοιχεία των προσαχθέντων (ονόματα, τηλέφωνα, πινακίδες οχημάτων, διευθύνσεις κατοικιών), κατονομάζοντάς τους ως τους υπεύθυνους του εμπρησμού της τράπεζας και κατά συνέπεια του θανάτου των τριών εργαζομένων και της απόπειρας ανθρωποκτονίας των υπολοίπων που βρίσκονταν εκεί. Το άλλο υποτιθέμενο στοιχείο είναι κάποιες φωτογραφίες από κάμερες, οι οποίες όμως δεν εμφανίζουν κάποιον από τους προσαχθέντες να έχει σχέση με τον εμπρησμό της τράπεζας. Μετά την κατάθεσή τους αφήνονται ελεύθεροι και τα «στοιχεία» μαζί με τις καταθέσεις στέλνονται στον εισαγγελέα, ο οποίος όμως δεν μπορεί να τεκμηριώσει καμία κατηγορία και επιστρέφει το φάκελο πίσω στην αστυνομία και η όλη υπόθεση φαίνεται να οδεύει προς το αρχείο.

Στις 5/5/2013 και πάλι επετειακά και χωρίς να έχει προκύψει κανένα στοιχείο, ο ανακριτής αποφασίζει να αποδώσει κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα στο σύντροφο Θοδωρή Σίψα για την υπόθεση της τράπεζας Μαρφίν και σε ένα ακόμα άτομο από τους 4 για την υπόθεση του βιβλιοπωλείου Ιανός. Για τους  άλλους δύο συντρόφους δεν προχωράει καμία διωκτική διαδικασία. Στην απολογία του, τον Μάιο του 2013, ο σύντροφος καταθέτει αυτό που δηλώνει από την αρχή: «Από τη δικογραφία αποδεικνύεται περίτρανα, μέσα από καταθέσεις μαρτύρων, φωτογραφικό υλικό και βίντεο από κάμερες, ότι δεν έχω ουδεμία σχέση με καμία επίθεση σε κανένα χρονικό σημείο εκείνης της μέρας στο κέντρο της Αθήνας.» Αφού περάσει από τον ανακριτή, αφήνεται ελεύθερος με περιοριστικούς όρους (χαρακτηριστικός όρος η απαγόρευση συμμετοχής του σε μελλοντικές διαδηλώσεις). Στις 9 Δεκεμβρίου, ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσής του, ο σύντροφος Θοδωρής Σίψας θα κληθεί να αποδείξει ότι δεν είναι ούτε σούπερμαν ούτε ελέφαντας.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 δολοφονείται στο Κερατσίνι ο Παύλος Φύσσας από τον Γ. Ρουπακιά και άλλους χρυσαυγίτες με την παρουσία αστυνομικών ΔΙΑΣ. Ο Ρουπακιάς συλλαμβάνεται αφού υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που δεν μπορούν να αποσιωπηθούν. Αφού λοιπόν το κράτος δε μπορεί να αποκρύψει αυτή τη δολοφονία, όπως έχει κάνει με τόσες άλλες, επιδιώκει να την εκμεταλλευτεί, φορώντας αντιφασιστικό προσωπείο. Το επικοινωνιακό παιχνίδι αρχίζει με τις συλλήψεις των ενίοτε συνεργατών του, δηλαδή με τα στελέχη της Χρυσής Αυγής και σε  πλήρη σύμπνοια με τα μ.μ.ε. φέρνουν ξανά στην επικαιρότητα την θεωρία των δύο άκρων. Και ενώ η ατζέντα του κράτους ήταν και είναι η ίδια φασιστική ατζέντα που προωθούν παρέα με τη Χ.Α. (εργασιακός μεσαίωνας, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων, διαπόμπευση οροθετικών γυναικών, μηδενική ανοχή απέναντι σε κάθε εστία αντίστασης), πάντα με την πλήρη στήριξη των μ.μ.ε., τώρα αποζητούν όλοι να ξεπλυθούν στην αντιφασιστική κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όλοι αυτοί λοιπόν, που άνοιξαν τις αγκάλες τους και προώθησαν τη φασιστική ιδεολογία τώρα βαφτίζονται αντιφασίστες. Από το MEGA του Μπόμπολα, κυρίου μετόχου της ΕΛΛΑΣ GOLD που με τη βία προσπαθεί να επιβάλει την εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική, βαφτίζοντας τους κατοίκους που αγωνίζονται τρομοκράτες, μέχρι το Πρώτο Θέμα του Αναστασιάδη (συνεργάτη του Ρέστη και του Πάλλη) που διαφήμιζε και προωθούσε το «κοινωνικό έργο» της Χ.Α. Όλοι αυτοί δήθεν αποτροπιασμένοι από τη φασιστική δολοφονία και δήθεν ξαφνιασμένοι από τη δράση των φασιστικών ταγμάτων εφόδου, τώρα επιδιώκουν να παίξουν το ρόλο του μοναδικού εγγυητή της κοινωνικής ομαλότητας σκοπεύοντας στη διατήρηση και ενίσχυση της εξουσίας τους, ταυτίζοντας τη «βία των άκρων».

Ελάχιστες μέρες μετά τη δολοφονία του Φύσσα οι εξουσιαστές ανασύρουν και πάλι την υπόθεση του εμπρησμού της τράπεζας της Μαρφίν σε μια προσπάθεια εξίσωσης των δύο γεγονότων. Στο πρόσωπο του συντρόφου Θοδωρή και κατά συνέπεια στο πρόσωπο του κάθε αναρχικού/ αντιεξουσιαστή βρίσκεται το άλλο άκρο της βίας που πρέπει κι αυτό να παταχθεί. Δίχως ίχνος σεβασμού, ούτε στη μνήμη των νεκρών, ούτε στο πένθος των συγγενών τους, πλασάρουν μια εξόφθαλμη κρατική σκευωρία και ξεκινούν ένα ακόμα μηντιακό κυνήγι μαγισσών. Δεν είναι τυχαίο το δημοσίευμα της φυλλάδας του Χατζηνικολάου Real News, στο οποίο δημοσιοποιούνται τα προσωπικά στοιχεία του συντρόφου μέσω του παραπεμπτικού βουλεύματος του εισαγγελέα, παρουσιάζοντάς τον ως εκ των προτέρων ένοχο πριν καλά καλά οριστεί η δίκη, δημιουργώντας έτσι κλίμα εναντίον του.

Εμείς από την πλευρά μας ως αναρχικοί/αντιεξουσιαστές δεν θα καταδικάσουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Γιατί δεν αποδεχόμαστε κανένα συμψηφισμό ανάμεσα στην κοινωνική, ταξική αντιβία με τη βία της αστυνομίας, τη βία των αφεντικών στους χώρους εργασίας, τη βία των φασιστών ενάντια στους μετανάστες και όσους δεν ταιριάζουν στο «άριο» όραμά τους. Δεν αποδεχόμαστε την εξίσωση της βίας των από πάνω με αυτή των καταπιεσμένων. Στην έκφραση της κοινωνικής αντιβίας στο δρόμο είναι αυτονόητα αρχή μας ότι αυτή στρέφεται ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό. Η λογική της αδιάκριτης απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής είναι ξένη προς εμάς. Ποτέ δεν οικειοποιηθήκαμε τους όρους της «παράπλευρης  απώλειας» ή της «κακιάς στιγμής» ως αναρχικοί. Αυτά είναι τα άλλοθι του κράτους και των αφεντικών προκειμένου να δικαιολογήσουν τις δολοφονίες των μηχανισμών καταστολής, των δολοφονιών στα εργασιακά κάτεργα και τις φασιστικές επιθέσεις. Αυτός είναι ο σάπιος κόσμος της εκμετάλλευσης και της βαρβαρότητας, που προσπαθούμε να καταστρέψουμε και πάνω στα συντρίμμια του να δημιουρ-γήσουμε έναν κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας.

Δεν περιμένουμε το πόρισμα κανενός αστικού δικαστηρίου για να μας πείσει ότι ο σύντροφός μας είναι αθώος. Αν ψάχνουν για ανθρωποκτόνους ας κοιταχτούν στον καθρέφτη.

Εμείς οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του Θοδωρή θα παραμείνουμε αλληλέγγυοι δίπλα του ως το τέλος αυτής της δίωξης, ώσπου να καταρρεύσει και αυτή η σκευωρία. Δηλώνουμε προς κάθε κατεύθυνση πως δεν θα γίνουμε αποδιοπομπαίοι τράγοι στο θέατρο του παραλόγου όσων συνειδητά τσαλαπατούν ανθρώπους και αγώνες.

Συνέλευση Αλληλεγγύης για τον σύντροφο Θοδωρή Σίψα

Οι διανοούμενοι του Μουσολίνι

Δεκαπέντε στους χίλιους διακόσιους: Τόσοι ήταν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές που αρνήθηκαν να δώσουν τον «ανανεωμένο» όρκο πίστεως, όχι πια μόνο «στο Σύνταγμα και τον Βασιλιά», αλλά και «στο φασιστικό καθεστώς» (28 Αυγούστου 1931). «Ένα τοις χιλίοις», όπως έγραψε μια εφημερίδα της εποχής

mussolinisironi

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη, αναδημοσίευση απο το Red Notebook

Έπρεπε να περάσουν σχεδόν εβδομήντα χρόνια για να γραφτεί μια επιστημονική μελέτη γι΄ αυτό το αποσιωπημένο ζήτημα.[1] Κι όμως, οι δεκαπέντε δεν ήταν «ανατρεπτικά» ή «ταραχοποιά» στοιχεία, οι περισσότεροι δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καν αριστεροί – οι λιγοστοί φιλοκομμουνιστές ακαδημαϊκοί ακολούθησαν τη συμβουλή του Τολιάτι και ορκίστηκαν, με το σκεπτικό ότι, διατηρώντας την έδρα τους, θα μπορούσαν να «εκτελέσουν μια εξαιρετικά χρήσιμη αποστολή για το κόμμα και την υπόθεση του αντιφασισμού». Δεν άκουσαν τη συμβουλή «μείνετε για να διδάσκετε το πνεύμα της ελευθερίας», του «μεγάλου αστέρα» του φιλελεύθερου αντιφασισμού Μπενεντέτο Κρότσε, του ανθρώπου που είχε δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στον Μουσολίνι, λίγα χρόνια πριν, θεωρώντας ότι ο φασισμός είναι ένα «αναγκαίο φάρμακο» για την ιταλική κοινωνία, η οποία «θα το κατάπινε, θα γιατρευόταν κι ύστερα θα το απέβαλλε από τον οργανισμό της». Δεν υπάκουσαν ούτε στα κελεύσματα του Βατικανού – ο πάπας Πίος ΧΙ είχε σκαρφιστεί, για την περίσταση, το τέχνασμα της «εσωτερικευμένης και σιωπηρής αντίρρησης».

Καλό θα ήταν να τους κατονομάσω: ήταν τρεις καθηγητές της Νομικής (Φραντζέσκο και Εντοάρντο Ρουφίνι, Φάμπιο Λουτζάτο), ένας καθηγητής σημιτικών, εβραϊκών και αραβικών γλωσσών (Τζόρτζο Λέβι Ντελλα Βίντα), ένας ιστορικός της αρχαιότητας (Γκαετάνο Ντε Σάνκτις), ένας θεολόγος (Ερνέστο Μποναγιούτι), ένας μαθηματικός (Βίτο Βολτέρρα), ένας καθηγητής χειρουργικής (Μπάρτολο Νιγκριζόλι), ένας ανθρωπολόγος (Μάρκο Καρράρα), ένας ιστορικός της τέχνης (Λιονέλλο Βεντούρι), ένας χημικός (Τζόρτζο Ερρέρα), ένας καθηγητής φιλοσοφίας (Πιέρο Μαρτινέττι). Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί ο Τζουζέπε Αντόνιο Μποργκέζε, καθηγητής της Αισθητικής, που βρισκόταν στις ΗΠΑ και προτίμησε να μην επιστρέψει ποτέ στην Ιταλία, ο Ερρίκο Πρεσούτι, καθηγητής της Νομικής, που ήταν ήδη κατάκοιτος, καθώς κι ο Πιέρρο Σράφφα, ο οποίος βρισκόταν στο Κέιμπριτζ.

«Ούτε ένας καθηγητής σύγχρονης ιστορίας, ούτε ένας καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας, κανείς απ΄ όσους, στο παρελθόν, υπερηφανευόταν ότι είναι σοσιαλιστής δεν θυσίασε τον μισθό του για τα ιδανικά για τα οποία κόμπαζε κατά τις μέρες της ευμάρειας», έγραψε αργότερα, από την εξορία, ο ιστορικός Γκαετάνο Σαλβεμίνι – ο καλύτερος μαθητής του οποίου, ο Κάρλο Ροσέλι, έμελλε να δολοφονηθεί σε γαλλικό έδαφος, έξι χρόνια μετά, κατ’ εντολήν του Μουσολίνι. Αντίθετα, πίστη στο καθεστώς ορκίστηκαν πολλοί κορυφαίοι αντιφασίστες. Άλλοι διότι θεώρησαν ότι ο πόλεμος εναντίον του φασισμού θα δινόταν καλύτερα «εκ των έσω», άλλοι ισχυριζόμενοι ότι η «έδρα είναι ο τελευταίος προμαχώνας τους», κι άλλοι για πιο ταπεινούς λόγους. Για παράδειγμα, ο Τζουζέπε Λομπάρντο Ραντίτσε, «με την πυκνή γενειάδα του μουσκεμένη από τα δάκρυα», εξομολογήθηκε στον Ντε Σάνκτις: «Ντροπιάζω όλο μου το έργο, ως συγγραφέας και στοχαστής, αλλά δεν μπορώ να πετάξω στο δρόμο τα παιδιά μου». Ο Αρτούρο Κάρλο Γέμολο θα δηλώσει, σαράντα χρόνια μετά, ότι ο φόβος της πείνας ήταν ισχυρότερος από εκείνον του πολέμου. Ο Τζουζέπε Λέβι, πατέρας της Νατάλια Γκίντζμπουργκ, πιέστηκε από τους μαθητές του, «επειδή θα έχαναν τον δάσκαλό τους και την καριέρα τους».

Οι επιπτώσεις της πράξης δεν ήταν ασήμαντες: απόλυση, συνοδευόμενη από μια ελάχιστη σύνταξη, απαγορεύσεις, περιορισμοί, αστυνομική παρακολούθηση. Αλλά, κυρίως, κοινωνική απομόνωση. Παρόλα όσα γράφτηκαν αργότερα, ούτε ο όρκος πίστης, ούτε η εγγραφή στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα ήταν μια «τυπικότητα». Σε ένα ανέκδοτο σημείωμα προς τον Μουσολίνι (5 Ιανουαρίου 1929), ο φιλόσοφος Τζοβάνι Τζεντίλε, πρόσωπο-κλειδί στα ζητήματα παιδείας και πολιτισμού του καθεστώτος, και τελευταίος Υπουργός Παιδείας, το έγραφε ξεκάθαρα: Το άρθρο 22 του νόμου περί πανεπιστημιακής διδασκαλίας, «με μια μικρή προσθήκη θα μπορούσε να επιλύσει το λεπτό και φλέγον, τώρα πια, ζήτημα του εκφασισμού των Ιταλικών Πανεπιστημίων».

Το πανεπιστήμιο, βέβαια, δεν ήταν ο μόνος χώρος παρέμβασης του καθεστώτος στο πεδίο του πολιτισμού. Ο Μουσολίνι φρόντισε εξαρχής να συνάψει αρραγείς δεσμούς με ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης. Οι παλιοί του σύντροφοι, ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι και ο Γκαμπριέλε Ντ΄ Ανούντζιο, είναι μόνο οι γνωστότερες ψηφίδες ενός πολύπλοκου ψηφιδωτού. Η συνεργασία αυτών των δύο ήταν άμεση, άρχισε από τα πρώτα βήματα του φασισμού, πριν ο Μουσολίνι βρεθεί στην εξουσία, αλλά και πολύπλοκη: στηριζόταν περισσότερο σε λόγους αισθητικής παρά πολιτικής φύσης, έχει την ρίζα της στην εικόνα τους για τον πρωτοφασισμό ως πρωτοποριακό κίνημα ριζικής αναγέννησης του κόσμου, και πέρασε πολλές διακυμάνσεις. Οι δύο περιπτώσεις επισκιάζουν, μάλλον, με την αίγλη τους και την διασημότητά τους, την οποία δάνεισαν στο καθεστώς, παρά διαφωτίζουν την συνολική εικόνα της σχέσης διανοουμένων και φασισμού.

Μια σχέση η οποία χτίστηκε, καταρχάς, με την ίδρυση θεσμών. Το 1925 ιδρύεται το Εθνικό Φασιστικό Ινστιτούτο Πολιτισμού, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Ινστιτούτο Φασιστικού Πολιτισμού. Ο ιδρυτής του ήταν ο Τζοβάνι Τζεντίλε. Στις 18 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ιδρύεται το Ινστιτούτο Τζοβάνι Τρεκκάνι, έργο του οποίου ήταν η συγγραφή της Ιταλικής Εγκυκλοπαίδειας ενώ, ένα χρόνο μετά, ιδρύεται η Ιταλική Ακαδημία, η οποία ανοίγει τις εργασίες της στις 28 Οκτωβρίου 1929. Από το 1930 ως τον θάνατό του, πρόεδρός της ήταν ο Τζουλιέλμο Μαρκόνι, τον οποίο διαδέχθηκε ο Γκαμπριέλε Ντ Ανούντζιο. Ενώ η Ακαδημία αποτέλεσε μάλλον την «βιτρίνα» του καθεστώτος στο εξωτερικό, τα άλλα δύο ινστιτούτα αποσκοπούσαν κυρίως στην ένταξη των ανθρώπων του πνεύματος και της επιστήμης στη «νέα κατάσταση», διά της επαγγελματικής αποκατάστασης αλλά και της απόδοσης τιμών – και μάλιστα, σε μια ένταξη δίχως αποκλεισμούς πολιτικής ή ιδεολογικής φύσης: πολλοί ήταν οι αντίπαλοι του καθεστώτος οι οποίοι βρήκαν μια θέση εργασίας σε αυτές τις δομές και οι οποίοι, μετά το 1943, πέρασαν στην παρανομία ή και ανέβηκαν στο βουνό ως αντάρτες. Ο μεγαλύτερος ιταλός φιλόσοφος της εποχής, ο Τζεντίλε, τελικός υπεύθυνος για τη λειτουργία τους, θεωρούσε ότι οι άξιοι θα έπρεπε να προσλαμβάνονται, όχι μόνο διότι αυτός ήταν ένας τρόπος ενσωμάτωσής τους (ή τουλάχιστον παθητικής αποδοχής της ισχύουσας κατάστασης, εκ μέρους τους), αλλά και γιατί πίστευε ότι το υψηλό επίπεδο των πολιτιστικών θεσμών θα απέβαινε, εντέλει, υπέρ τής (σύμφωνης με το όραμά του) πνευματικής αναγέννησης της Ιταλίας.

Εκτός από την επαγγελματική αποκατάσταση εντός αυτών των δομών, και αμέτρητων άλλων, επιμέρους ή τοπικών, εφαρμόστηκε, κατά την φασιστική εικοσαετία, κι ένα οργανωμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών.
Όταν, το 1944, ο ποιητής Τζουζέπε Ουνγκαρέτι ανακρινόταν ως συνεργάτης του καθεστώτος, δικαιολόγησε το μηνιαίο επίδομα που εισέπραττε από το κράτος, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για μια «αποζημίωση» που δινόταν σε «αξιοσέβαστες προσωπικότητες», για να μπορούν να κάνουν απερίσπαστα τη δουλειά τους. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιταλό ποιητή, ήταν ένα είδος κρατικής επιχορήγησης, σαν αυτή που εισέπραττε ένας αγρότης «για να κάνει ξανά γόνιμο ένα χωράφι», ή ένας επιστήμονας «για να συνεχίσει μια εργαστηριακή έρευνα».

Βέβαια, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Ας κοιτάξουμε τον μηχανισμό: η διαδικασία για την χορήγηση κρατικής ενίσχυσης άρχιζε με μια αίτηση του ενδιαφερόμενου. Τα χρήματα δίνονταν από ένα μυστικό κονδύλι, το οποίο δεν εγγραφόταν στον Προϋπολογισμό, και το οποίο κατέληγε στο Υπουργείο Λαϊκής Κουλτούρας, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας. Στην κορυφή του μηχανισμού βρισκόταν μια τριάδα: ο Μουσολίνι, ο αρχηγός της αστυνομίας και ο υπουργός Λαϊκής Κουλτούρας. Η αίτηση γινόταν στον υπουργό, αυτός την έστελνε απευθείας στον Μουσολίνι, ο οποίος την συνεξέταζε με τον αρχηγό της αστυνομίας. Κατόπιν, εφόσον η αίτηση εγκρινόταν, ο δικαιούχος όφειλε να στείλει μια ευχαριστήρια επιστολή, η οποία έμπαινε στο φάκελο της υπόθεσης.[2] Από το 1932 ως το 1943 δόθηκαν, με αυτό τον τρόπο, περισσότερα από 600 εκατομμύρια λίρες σε 906 διανοούμενους και 387 εφημερίδες και περιοδικά. Από αυτούς, διακόσιοι εισέπρατταν ένα μηνιαίο επίδομα, κάτι που τους έκανε, κατά κάποιον τρόπο, «εξωτερικούς συνεργάτες» του καθεστώτος. Στο πλαίσιο της «συνέχειας του κράτους», μετά το 1945 άπαντες, σχεδόν, συνέχισαν, αδιατάρακτοι, να «γονιμοποιούν τα χωράφια τους».

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός
. Το κείμενο δημοσιεύεται στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (26.10.2013).

_______________

Σημειώσεις

[1] Giorgio Boatti, Preferirei di no, Einaudi, 2001 και Helmut Goetz, Il giuramento rifiutato. I docenti universitari e il regime fascista, La Nuova Italia, 2000.
[2] Giovanni Sedita, Gli intellettuali di Mussolini. La cultura finanziata dal fascismo, Le Lettere , 2010

Δεν τσιμπάμε. Το βραχιολάκι θα φέρει περισσότερη φυλακή

bracelet surveillance

Αναδημοσίευση από την Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων

Ύστερα από πολλές εξαγγελίες, «διαρροές», δημοσιεύματα και αρθρογραφία (ακόμα και lifestyle περιεχομένου) στον Τύπο το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατέθεσε προς ψήφιση τη θεσμοθέτηση του συστήματος γεωεντοπισμού (βραχιολάκι) για τους κατάδικους και τους υπόδικους των ελληνικών φυλακών.

Ως Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων έχουμε επανειλημμένα τοποθετηθεί και θα συνεχίσουμε να τοποθετούμαστε εναντίον του μέτρου αυτού, τόσο θεωρητικά, αξιακά όσο και σε σχέση με την εφαρμογή του στην Ελλάδα, αυτή τη χρονική στιγμή, από αυτή την κυβέρνηση και από αυτό το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το εν λόγω νομοθέτημα (πρόχειρο και επικίνδυνα γενικόλογο ως προς τις «λεπτομέρειες» της εφαρμογής του) προβάλλει στην αιτιολογική του έκθεση ως βασικό του στόχο την αποσυμφόρηση των φυλακών. Ωστόσο από τη μία οι πάρα πολλές εξαιρέσεις αδικημάτων και από την άλλη η επέκταση του μέτρου σε αδειούχους, υπόδικους και ανήλικους ξεσκεπάζει τον… αγαθό σκοπό της αποσυμφόρησης ως προσχηματικό.

Σε ό,τι αφορά τους υπόδικους, ο νόμος προβλέπει –χωρίς να δεσμεύεται– ότι τα ηλεκτρονικά δεσμά θα αντικαθιστούν την προφυλάκιση. Ωστόσο η εμπειρία μας μάς υποδεικνύει το αντίθετο, ότι το βραχιολάκι θα αντικαταστήσει τους περιοριστικούς όρους και όχι την προφυλάκιση, θα εφαρμοστεί δηλαδή σε ανθρώπους και αδικήματα που δεν θα προφυλακίζονταν ούτως ή άλλως.

Σε ό,τι αφορά την άδεια –η οποία ορίζεται από τον ίδιο τον σωφρονιστικό κώδικα ως προστάδιο της επιστροφής του κρατουμένου στην κοινωνία, ως ευεργέτημα και δοκιμασία που βασίζεται στην εμπιστοσύνη– το υπουργείο ισχυρίζεται και πάλι ότι θα μετατρέπεται σε άδεια με ηλεκτρονική παρακολούθηση για τις κατηγορίες εκείνες των κρατουμένων που μέχρι τώρα δεν την έπαιρναν. Δεν τους πιστεύουμε, ούτε εμείς ούτε καν η μειοψηφία της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, η οποία διατυπώνει τον προβληματισμό ότι η φιλοσοφία του θεσμού αλλοιώνεται μια για πάντα

Για τους ανήλικους, πολλοί από τους οποίους θα υποχρεώνονται να πηγαίνουν ακόμη και στο σχολείο τους με το βραχιολάκι, θεωρούμε αδιανόητη και μόνο τη συζήτηση.
Επιπλέον, ο φορέας που θα διαχειρίζεται και θα διατηρεί τα δεδομένα κίνησης των κρατουμένων, παραμένει άγνωστος, το μόνο που μας είπαν είναι ότι θα το αναλάβει «κάποια ιδιωτική εταιρεία». Το κόστος, απροσδιόριστο και αυτό, θα βαρύνει τον κρατούμενο, εκτός και αν είναι άπορος. Εμείς όμως ξέρουμε καλά ότι πλέον πολλοί κρατούμενοι, χωρίς να είναι τυπικά άποροι, δεν κάνουν καν χρήση της άδειάς τους επειδή δεν έχουν λεφτά για τα εισιτήρια. Υποψιαζόμαστε λοιπόν ότι πολλά… χωράφια θα πουληθούν για να τραφεί η ιδιωτική τους ηλεκτρονική παρακολούθηση.

Όμως, πέρα από το γράμμα του νόμου, υπάρχει και το πνεύμα. Και σε ό,τι αφορά το βραχιολάκι αυτό το πνεύμα είναι η αυστηροποίηση του σωφρονιστικού συστήματος η διάχυση της φυλακής, η εμπέδωση της επιτήρησης στην κοινωνία. Τα ωραία περιτυλίγματα περί «λιγότερης φυλακής» δεν μας λένε τίποτα. Αν το υπουργείο ήθελε αποσυμφόρηση θα εφάρμοζε όλες αυτές τις εναλλακτικές ποινές κράτησης που ήδη προβλέπονται από τον νόμο (ημιελεύθερη διαβίωση, κοινωφελής εργασία, κατ’ οίκον περιορισμός).
Ειδικά μάλιστα αν συνδυάσουμε την ψήφισή του με απειλές του τύπου «και πάλι καλά να λέτε που δεν καταργούμε τις άδειες όπως μας εισηγούνται», που ακούσαμε ανεπίσημα αλλά από τα πιο επίσημα χείλη, θα χαρακτηρίζαμε αυτό το νομοσχέδιο ακραία κατασταλτικό πισωγύρισμα.

Γνωρίζουμε καλά ότι πολλοί κρατούμενοι περιμένουν με αγωνία την ψήφιση του νόμου. Τους κατανοούμε απολύτως – οτιδήποτε μπορεί να σε βγάλει μια ώρα αρχύτερα από την κόλαση των ελληνικών φυλακών είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ως σανίδα σωτηρίας. Αλλά ας μην προσβάλλουμε τους κρατούμενους βαφτίζοντας τον ηθικό εκβιασμό των ίδιων και των οικογενειών τους επιλογή. Η δική μας θέση ήταν και θα είναι πάντα δίπλα τους, χωρίς κανέναν διαχωρισμό. Ωστόσο η εκτίμησή μας παραμένει ότι αυτό το μέτρο θα είναι ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα παραπλάνησης και εμπαιγμού των κρατούμενων, ένα μέτρο που ευαγγελίζεται λιγότερη φυλακή, άλλα θα φέρει περισσότερη φυλακή για όλους.

Δημοκρατία: καμία διέξοδος

[mantra-multi][mantra-column width=”1/4″]Ένα κείμενο αρκετά παλιό (3 χρόνια) από τους Πράκτορες του Χάους που βρέθηκε εδώ όχι τίποτα άλλο, αλλά επειδή λένε ότι η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα… [/mantra-column] [mantra-column width=”1/2″]wall-street-crisis-1208-lg-97778494[/mantra-column] [mantra-column width=”1/4″]«Δημοκρατία: καμία διέξοδος. Βγήκαν οι μεγάλες ψωλές. Θα γαμήσουν ό,τι βρουν μπροστά τους.
Φυλάξτε τα νώτα σας.»
Χάρολντ Πίντερ
[/mantra-column] [/mantra-multi]

 

Βρισκόμαστε πια στο ιστορικό σημείο που η αντίφαση του κεφαλαίου γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρη σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη το προλεταριάτο βρίσκεται σε αναβρασμό καθώς δυσχεραίνεται ολοένα και περισσότερο η ίδια η αναπαραγωγή του. Καθώς οι προλετάριοι δυσκολεύονται πια να συνεχίσουν τη ζωή τους, είναι το ίδιο το κεφάλαιο ως εκμεταλλευτική σχέση που βρίσκεται σε κρίση αναπαραγωγής. Οι σύγχρονοι αγώνες του προλεταριάτου είναι η έκφραση της σύγχρονης μορφής αυτής της εκμεταλλευτικής σχέσης:
Τον τελευταίο χρόνο στην Κίνα που η οικονομία της αναπτύσσεται, ακόμη, με πολύ υψηλούς ρυθμούς, όλων των ειδών οι αντιφάσεις είναι σε έξαρση. Οι συγκρούσεις των εργατών με την αστυνομία είναι συχνές για μια σειρά από λόγους: για αυξήσεις των πολύ χαμηλών ακόμη μισθών (στο ύψος των οποίων βασίζεται η ιλιγγιώδης ανάπτυξη), για την αποτροπή των περιφράξεων όσης γης έχει μείνει στα χωριά, για την καταβολή αποζημιώσεων στους απολυμένους, για την ανεπάρκεια του συστήματος υγείας που έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη παιδική θνησιμότητα. Στην Αμερική που εμφανίζεται ιστορικό χαμηλό των διεκδικητικών απεργιών των εργαζομένων, χιλιάδες άστεγοι και άνεργοι καταλαμβάνουν τα ακατοίκητα σπίτια που έχουν πάρει πίσω οι τράπεζες και οι φοιτητές καταλαμβάνουν τα πανεπιστήμια στην Καλιφόρνια και τη Ν. Υόρκη και γράφουν στα πανό τους: Έχουμε αποφασίσει να μην πεθάνουμε, διεκδικώντας έτσι ό,τι μέχρι πριν λίγο ήταν αυτονόητο, δηλαδή, απλώς τη δυνατότητα να συνεχίσουν να είναι φοιτητές. Την αναπαραγωγή της ζωής τους (από πολύ χειρότερη βέβαια θέση η οποία τους επιβάλλεται από την ιεραρχία μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών) διεκδικούν και οι προλετάριοι στη Νότια Αφρική και στην Αλγερία όταν συγκρούονται με την αστυνομία γιατί δεν έχουν ακόμη νερό και ηλεκτρικό και είναι αναγκασμένοι να ζουν σε παράγκες και στην Ινδία γιατί η τιμή του ψωμιού εκτοξεύεται ξαφνικά και δεν έχουν να φάνε. Τον τελευταίο χρόνο στην Ισπανία οι εργάτες των ναυπηγείων που κλείνουν πυρπολούν αστυνομικά οχήματα, στη Νότια Κορέα επίσης απολυμένοι καταλαμβάνουν εργοστάσια και συγκρούονται με την αστυνομία για δυόμισι μήνες, στο Μπαγκλαντές, απολυμένοι και πάλι, συγκρούονται με την αστυνομία και βάζουν φωτιά στα εργοστάσια. Στη Γαλλία και στο Βέλγιο οι απολυμένοι εργάτες απαγάγουν τα αφεντικά τους, τοποθετούν εκρηκτικά στα εργοστάσια και απειλούν ότι θα τα ανατινάξουν αν δεν αποζημιωθούν για τις απολύσεις τους. Στην Ινδία και στην Κίνα σκοτώνουν το αφεντικό τους πάνω στη σύγκρουση για τις χιλιάδες επερχόμενες απολύσεις. Σ’ αυτή την ιστορική φάση οι προλεταριακοί αγώνες είναι αντικειμενικά αγώνες διεκδίκησης της αναπαραγωγής της ίδιας της ζωής.
Ταυτόχρονα οι εργασιακές σχέσεις αναδιαρθρώνονται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και η επισφάλεια γίνεται η κυρίαρχη κατάσταση για όλους πλέον. Η επισφάλεια εκφράζεται πια με τους χειρότερους όρους: με τις 43 αυτοκτονίες εργαζομένων της France Telecom σε δύο χρόνια αλλά και με το ένα εκατομμύριο άνεργους στις ΗΠΑ να περιμένουν αγωνιωδώς να δουν αν ο Ομπάμα θα επιμηκύνει για δεύτερη φορά το επίδομα ανεργίας τους που λήγει και πάλι τον Απρίλιο ή θα μείνουν πια χωρίς τίποτα. Η ανεργία εκτινάσσεται και αναπτύσσεται με ρυθμούς άνευ ιστορικού προηγουμένου στις περισσότερες χώρες.
Βρισκόμαστε στην ιστορική φάση που το προλεταριάτο περισσεύει στο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί επαρκώς το προλεταριάτο, δηλαδή, δεν μπορεί να παράγει τα κέρδη που απαιτούνται για να τοποθετηθεί μέρος τους εκ νέου σε κερδοφόρες επενδύσεις. Αυτή είναι η ουσία κάθε καπιταλιστικής κρίσης ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία αυτή εμφανίζεται. Η σημερινή μορφή της κρίσης αντικειμενικά τοποθετεί την αναπαραγωγή των προλετάριων στο κέντρο της αντίφασης. Η κρίση που εμφανίστηκε αρχικά σαν κρίση χρέους των προλεταριακών νοικοκυριών στην Αμερική έχει ήδη μετατραπεί σε κρίση χρέους κρατών και είναι πιθανό να μετατραπεί σε νομισματική κρίση, δηλαδή σε κρίση χρέους μεγάλων κρατών με ισχυρά νομίσματα ή ολόκληρων συνασπισμών καπιταλιστικών κρατών όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση χρέους είναι αυτή που οδηγεί το κεφάλαιο στη μοναδική του επιλογή αυτή τη στιγμή, που είναι να συνεχίσει τη στρατηγική που δημιούργησε την παρούσα κρίση δηλαδή να μειώσει ακόμη περισσότερο μισθούς και επιδόματα με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή είναι η μόνη επιλογή του κεφαλαίου γιατί η κρίση χρέους είναι το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης και της διεθνοποίησης του κεφαλαίου από την οποία όμως δεν υπάρχει επιστροφή. Από τη σκοπιά του προλεταριάτου: «Παγιδευμένοι στον ασφυκτικό κλοιό του ανταγωνισμού που οδηγεί στη μείωση τιμών μέσω της μείωσης των μισθών και στη δουλεία του χρέους που έχει καταστεί εξίσου απαραίτητο με το εισόδημα για να μπορούν να ζήσουν, οι μισθωτοί έχουν μόνο την «επιλογή» της τυραννίας τους που την πληρώνουν κιόλας οι ίδιοι καθώς η ενίσχυση της ρευστότητας είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος και τα χρήματα προέρχονται πάντα από τις δικές τους αποταμιεύσεις» (Le Monde diplomatique, Μάρτιος 2008). Από τη σκοπιά του κεφαλαίου είναι ένα ατέρμονο κυνήγι της χαμηλότερης δυνατής τιμής εργατικής δύναμης σε ολόκληρο τον πλανήτη, το οποίο όμως έχει ένα όριο που είναι η ύπαρξη και η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης όπως αυτή ορίζεται κοινωνικά σε κάθε καπιταλιστικό κράτος.
Το κεφάλαιο είναι αναγκασμένο να προσπαθήσει να επιλύσει την κρίση με καταστροφή σταθερού κεφαλαίου (κτιρίων, μηχανών, υποδομών) και μεταβλητού κεφαλαίου (ανθρώπων) ώστε να αναδημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της αναπαραγωγής του, χωρίς προς το παρόν να φαίνεται ότι μπορεί να το κάνει με το μόνο άμεσα αποτελεσματικό τρόπο: τον γενικευμένο, παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι, προς το παρόν, η αναδιάρθρωση αναγκαστικά βαθαίνει. Οι μειώσεις των μισθών είναι μεγάλες σε σημείο που τείνει να εκλείψει η διαφορά μεταξύ κατώτερου μισθού και επιδόματος πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την εκρηκτική ανάπτυξη του χρέους όλο και μεγαλύτερου κομματιού του προλεταριάτου. Οι ιδιωτικοποιήσεις στους τομείς αναπαραγωγής (υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση) πολλαπλασιάζονται, οι άνεργοι επιδοτούνται όλο και λιγότερο και εξωθούνται σε εκ περιτροπής καταναγκαστική εργασία με αμοιβές πολύ κάτω από το επίπεδο αναπαραγωγής. Η ιστορική φάση που διανύουμε φτάνει στα όρια της. Γι’ αυτό το κράτος τοποθετεί διμοιρίες πάνοπλων αστυνομικών έξω από τα σχολεία στη Γαλλία και βάζει τους μπάτσους μέσα στα σχολεία στην Αμερική να συλλαμβάνουν τους απείθαρχους μαθητές. Η μόνη διέξοδος του κεφαλαίου σήμερα είναι η καταστολή, δεν έχει δηλαδή καμία απολύτως διέξοδο. Το γεγονός αυτό γίνεται πασιφανές στις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών όπως στην Αιτή και στη Χιλή. Στις περιπτώσεις αυτές η καπιταλιστική αναπαραγωγή αμφισβητείται άμεσα από το προλεταριάτο, το οποίο για να επιβιώσει, καθώς προσωρινά δεν μπορεί να είναι εργατική δύναμη, οργανώνει την απαλλοτρίωση των εμπορευμάτων και τη χρήση τους ανάλογα με τις ανάγκες του, και ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί το καθεστώς καπιταλιστικής ιδιοκτησίας είναι η προσφυγή στη στρατιωτική βία. Επιβάλλονται απαγορεύσεις κυκλοφορίας τη νύχτα, γίνονται συνοπτικές εκτελέσεις (Αιτή) ή φυλακίσεις χωρίς δίκη (Χιλή) και η ζωή ξαφνικά μετατρέπεται σε ζωή εγκλείστων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως είναι η ζωή των μεταναστών χωρίς χαρτιά που κατά χιλιάδες ζουν φυλακισμένοι στα σύνορα κάθε καπιταλιστικού κράτους.
Η επίθεση του κεφαλαίου στο κομμάτι της εργατικής τάξης που ζει στην Ελλάδα είναι μια έκφανση αυτής της κρίσης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα της κρίσης χρέους για πολλούς λόγους. Ο πιο σημαντικός είναι ότι το επισφαλές κομμάτι του προλεταριάτου εξεγέρθηκε με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε το Δεκέμβρη του 2008. Η Ελλάδα αποτελεί το πειραματικό εργαστήριο εφαρμογής της νέας φάσης της παγκόσμιας αναγκαστικής αναδιάρθρωσης. Η αστική τάξη της Ελλάδας όπως πολλές φορές έχει κάνει στο παρελθόν ζητάει τη βοήθεια πιο ισχυρών αστικών τάξεων για να επιβάλλει τη νέα μορφή της εκμετάλλευσης (η κυβέρνηση ανακοίνωσε αμέσως μεγαλύτερο χρέος από αυτό που είχε ανακοινώσει η προηγούμενη για να επιταχυνθεί η επιβολή του Προγράμματος Σταθερότητας) αλλά και η ίδια βρίσκεται αναγκαστικά στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Ολόκληρος ο διεθνής οικονομικός τύπος αναμένει την αντίδραση του προλεταριάτου εδώ για να εκτιμήσει την κατάσταση διεθνώς. Τα μεγάλα μαγαζιά των τοκογλύφων ανταγωνίζονται για το ποιος θα δανείσει και άρα θα ελέγχει στο μέλλον το ελληνικό κράτος άρα και τη μορφή και την ένταση της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου που ζει εδώ. Η δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου στα πρότυπα του ΔΝΤ δείχνει ξεκάθαρα ότι η αντίφαση του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων μπορεί και σήμερα να λυθεί προσωρινά αλλά και ότι για το προλεταριάτο δεν έχει σημασία ποιο είναι το αφεντικό του.
Κάθε προσπάθεια να εμφανιστεί η κατάσταση καλύτερη από ό,τι είναι πέφτει στο κενό. Η προσπάθεια να εμφανιστεί η αναδιάρθρωση σαν επίθεση των Γερμανών στην Ελλάδα κάνει μόνο για το Star Channel, κι ας προσπάθησε ο Σύριζα να την προωθήσει με τις ανοησίες για τα «ιερά χρήματα» (Γλέζος) της αποζημίωσης της κατοχής. Επιστρατεύεται αναγκαστικά η οργουελιανής μορφής προπαγάνδα των media τα οποία παρουσιάζουν την αναδιάρθρωση σαν φυσική καταστροφή. Προς το παρόν η προπαγάνδα αυτή έχει κάποια επιτυχία. Αρκετοί υπάλληλοι και εργάτες του ιδιωτικού τομέα επιχαίρουν για τις μειώσεις μισθών των υπαλλήλων στον κρατικό τομέα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι διαιρούνται στη βάση του ποιος είναι «πραγματικά προνομιούχος» και ποιος όχι. Όλα αυτά όμως έχουν ημερομηνία λήξης. Το τι σημαίνει προνομιούχος μπορεί κανείς να πάει να το ρωτήσει στους υπαλλήλους της Ολυμπιακής που αναγκάστηκαν να καταλάβουν το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ενώ πριν από 15 μόλις μέρες αναγνώριζαν «το δύσκολο και αρκετά βεβαρυμμένο πρόγραμμα του συγκεκριμένου Υπουργείου» όταν τους έγραφε στα παπάρια του ο υφυπουργός ενώ τον παρακαλούσαν για μια συνάντηση. Επίσης για τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα από την επιχειρούμενη αναδιάρθρωση μπορεί κανείς να ρωτήσει τους εργαζόμενους στο Εθνικό Τυπογραφείο οι οποίοι μόλις διάβασαν το κείμενο του νόμου και συνειδητοποίησαν ότι περικόπτεται το 30% του εισοδήματος τους αποφάσισαν να καταλάβουν το κτίριο που δουλεύουν για να μην τυπωθεί το ΦΕΚ! Μπορεί επίσης να τους ρωτήσει για το ρόλο των συνδικαλιστών τους που έληξαν την κατάληψη επειδή τους «υποσχέθηκε η κυβέρνηση» προφορικά εγκύκλιο που τροποποιεί το νόμο!
Τίποτα δεν υπάρχει που να μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση. Οι τελετουργικές πορείες που καλούνται από την αριστερά, όσο μένουν τέτοιες, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να αναδεικνύουν το αδιέξοδο. Είμαστε μπροστά στην απογύμνωση της πραγματικότητας από τα πέπλα της πολιτικής. Οι πέτρες που κάλυψαν τον ουρανό την προηγούμενη Παρασκευή 5/3 σίγουρα δε φτάνουν ούτε για να ιδρώσει το αυτί τους. Όταν οι ολοένα και περισσότεροι άνεργοι θα καταλαμβάνουν κτίρια και θα πρέπει να τους καταστέλλει η αστυνομία, όταν οι ολοένα και περισσότεροι επισφαλείς εργαζόμενοι/άνεργοι θα συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής με την παραμικρή αφορμή, όταν το κοινωνικό χάος θα τείνει να οργανώνεται από μόνο του και να παίρνει τη μορφή της ταξικής εξέγερσης τότε το χαμόγελο των παρουσιαστών των δελτίων θα παγώσει και η αναμέτρηση θα είναι ανάλογη της βίας που έχει συσσωρευτεί από τόσα χρόνια συσσώρευσης του κεφαλαίου και απαλλοτρίωσης της ζωής του προλεταριάτου.

«Αυτό που θα συμβεί στην Ιστορία, αύριο,  δε θα μπορεί παρά να συγκριθεί με τις μεγάλες γεωλογικές καταστροφές που αλλάζουν την όψη του πλανήτη…»
Βικτόρ Σερζ

πράκτορες του χάους

Ο Φασισμός ως το αντίθετο και ταυτόχρονα απαραίτητο κομμάτι της Δημοκρατίας

[mantra-multi][mantra-column width=”3/4″]

 

[/mantra-column] [mantra-column width=”1/4″]

Νεκρός αξιωματικός των SS επιπλέει στο νερό, κοντά στο Νταχάου.

Εκεί βαθιά στη κόλαση, φυλάνε το πιο καυτό μέρος γεμάτο φλόγες, για αυτούς που σε καιρό κρίσης παρέμειναν ουδέτεροι.

(Δάντης Αλιγκιέρι)

 

[/mantra-column] [/mantra-multi]

 

Αναδημοσίευση από

http://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com/

 

Ο φασισμός είναι το αντίθετο της δημοκρατίας. Αυτό εκ πρώτης όψεως. Η δημοκρατία είναι η πολιτική μορφή που αναγνωρίζει ρητά όλα τα περιεχόμενα, όλες τις αντικρουόμενες πλευρές και προσπαθεί να τις επιλύσει εντός των ορίων της. Θεωρεί τις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις φυσικές ως έχουν, και γιαυτό δίνει έμφαση στη διαχείριση τους. Στο πλαίσιο αυτό θεωρεί τα άτομα αυτόνομες μονάδες, καθαρό αποτέλεσμα των δικών τους επιλογών και όχι της κοινωνικής τους θέσης και των κοινωνικών τους σχέσεων. Η Δημοκρατία έχει την τάση έτσι να βλέπει τα πάντα πολιτικά, ταξινομημένα σε πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές, αγνοώντας έτσι, και παραβλέποντας τις ταξικές διαδικασίες που κρύβονται από πίσω. Η Δημοκρατία δίνει την μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στο κράτος, θεωρώντας αυτή τη διαδικασία αντίδοτο στην τάση για “ανισότητα” και εκμετάλλευση που παρουσιάζει η καπιταλιστική κοινωνία λόγω χρήματος, λόγω της ιδιωτικής πραγμάτωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι άνθρωποι στη δημοκρατία ζουν μια αφηρημένη ζωή, τη ζωή του πολίτη, η οποία παρέχει πρόσβαση στο κράτος, από την άλλη ζει πολύ συγκεκριμένη, τη ζωή του ιδιώτη, με συγκεκριμένη κοινωνική θέση και σκοπούς, με συγκεκριμένες δυναμικές. Αυτή είναι μία από τις βασικές της αντιφάσεις.

Ο Φασισμός από την άλλη είναι το αντίθετο της Δημοκρατίας. Δεν αναγνωρίζει τίποτα πέρα από τον ίδιο, λειτουργεί με απαγορεύσεις στις  ατομικές και συλλογικές πολιτικές ελευθερίες. Οι διαχωρισμοί γίνονται ακόμα πιο κάθετοι, (ο σεξισμός, ο ρατσισμός η υποτίμηση γενικά), πιο σκληροί, το κράτος γίνεται γενικός διαχειριστής των πάντων. Αντί για τον διάλογο και την συναίνεση, επικρατεί πλήρως η βία και η καταστολή και τα διάφορα κομμάτια του προλεταριάτου προσπαθούν να αλληλοϋποτιμηθούν σε μιά προσπάθεια να μην υποτιμηθούν πλήρως τα ίδια . Αλλά κυρίως- το κυριότερο χαρακτηριστικό του, είναι ότι το κράτος-όταν φασιστικοποιείται- παύει να είναι κάτι ανοιχτό. Οι μάζες, ο “λαός” παύουν να έχουν πρόσβαση σε αυτό, και οι αποφάσεις παίρνονται από μία πολύ περιορισμένη μερίδα της αστικής τάξης με σκοπό να κάνει ότι είναι αναγκαίο για να συνεχιστεί η διαδικασία συσσώρευσης. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι δικτατορίες και ο φασισμός δεν μπορούν να έχουν κοινωνική βάση, κάθε άλλο. Αυτό σημαίνει ότι πολύ απλά οι αποφάσεις σε πολιτικό επίπεδο, παίρνονται από μια πολύ περιορισμένη μερίδα με βάση την αναγκαιότητα της συσσώρευσης, αλλά κάλλιστα ένα μεγαλύτερο κομμάτι τις αστικής τάξης, μικροκεφαλαιοκράτες κτλ ακόμα και κομμάτια του προλεταριάτου, μπορεί να συναινούν στις πρακτικές αυτής της μερίδας, οι πρακτικές αυτές να το συμφέρουν, κτλ

Συνεπώς αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι το δημοκρατικό κράτος είναι ευπροσάρμοστο, διχάζει τη ζωή και τις κοινωνικές και ατομικές διαδικασίες σε δύο σφαίρες και διαρκώς καταφέρνει να επιλύει τις αντιφάσεις που παρουσιάζονται στην ιδιωτική σφαίρα της κοινωνίας με τελικό σκοπό να κρατήσει τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας γύρω από τη σχέση κεφάλαιο ανέπαφο. Η δημοκρατία είναι το διαρκές γιατρικό των συμπτωμάτων χωρίς να γίνεται ποτέ λόγος για την ασθένεια. Από την άλλη ο φασισμός, είτε σαν κοινωνική τάση είτε σαν κοινωνική τάση και κρατική μορφή είναι η πιο κάθετη ταξική οριοθέτηση, όταν πλέον οι αντικρουόμενες τάσεις στην κοινωνία των ιδιωτών είναι τόσο οξυμένες, που η δημοκρατική διαχείριση δεν μπορεί να τις επιλύσει. Που πλέον απειλούν την συνοχή του “όλου”. Ας μην γελιόμαστε όμως ποτέ, πίσω από όλα αυτά, από το πώς μας εμφανίζονται στις διάφορες αντικειμενικές πραγματικότητες που βιώνει ο καθ’ ένας μας ανάλογα την ταξική του θέση, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις έχουν να κάνουν με τον αντιφατικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, με το κόκκινο νήμα που συνδέει όλες της φετιχοποιημένες κατηγοριοποιήσεις μας-τις αντιφάσεις του νόμου της αξίας, του κεφαλαίου σαν κοινωνική σχέση.

Ο φασισμός στην Ελλάδα είναι ακόμα κοινωνική τάση και όχι συνολική κρατική επιλογή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει σχέση με το κράτος ή με κομμάτια του, αλλά δεν έχει προκύψει(ακόμα;) ως αναγκαία μορφή διαχείρισης της συσσώρευσης από το κράτος, καθώς δεν έχει φτάσει σε ανάλογα επίπεδα έντασης μια γενικευμένη ταξική σύγκρουση. Ένα κομμάτι της μικρής ιδιοκτησίας, των μικρών κεφαλαιοκρατών( οι οποίοι στην Ελλάδα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν ως και το 60% του πληθυσμού) αλλά και του προλεταριάτου( εμμένει ενσωματωμένο φετιχιστικά στο κεφάλαιο ως σανίδα σωτηρίας της αναπαραγωγής του) έχουν κάνει συνειδητή επιλογή προς τον φασισμό, ως προσπάθεια να διαχειριστούν την προλεταριοποίηση τους, να μετακυλήσουν την επικείμενη υποτίμηση τους σε άλλους, παράγοντας και αναπαράγοντας διαχωρισμούς. Αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση του φασισμού σαν κοινωνική τάση συμφέρει το κεφάλαιο, είναι παράγωγο/αντανακλαστικό ενός κομματιού της αστικής τάξης και ίσως οι πρακτικές του να συμφέρουν σε κάποιο βαθμό γενικότερα την αστική τάξη, να εγκαινιάζουν λογικές κτλ. Αντίθετα το επίσημο κράτος και η πολιτική του αν και βιώνεται ως έλλειμμα δημοκρατίας, κάτι τέτοιο είναι λάθος, έχουμε ακόμα δημοκρατία, έχουμε ακόμα εκλογές ο Σαμαράς-και η Χρυσή Αυγή- είναι εκλεγμένα κόμματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε καταστολή, βία κτλ, κάθε άλλο, όλα αυτά πότε δεν ήταν ξένα προς τη δημοκρατία. Όλοι αυτοί που τα ψήφισαν, τα ψήφισαν ως πραγματώσεις μιας λογικής που απαιτεί πιο δραστικά μέτρα για την συνέχεια της συσσώρευσης. Εδώ έρχεται όμως ένα μεγάλο ερώτημα; Τι είναι τελικά ο φασισμός; Παιδί ή εχθρός της δημοκρατίας;

Η Δημοκρατία είναι το λυμένο αίνιγμα κάθε συντάγματος όπως έλεγε ο Μάρξ.  Είναι μια μορφή διαχείρισης που αυτοαναγορεύεται σε περιεχόμενο. Ενώ αρχικός της σκοπός είναι αναγνώριση και η διαχείριση όλων των περιεχομένων, ΄όλων των τάσεων, γίνεται η ίδια περιεχόμενο, γίνεται δημοκρατικότητα. Έτσι η δημοκρατία είναι πάντα έτοιμη να δεχτεί τον φασισμό, ως κομμάτι της αλλιώς παύει να είναι δημοκρατία, αλλιώς ισχυρίζεται έστω και έμμεσα ότι “δεν είναι όλοι δεκτοί, αλλά μόνο κάποια περιεχόμενα” τότε όμως κινδυνεύει να στρέψει πάλι το ζήτημα σε ζήτημα θέσεων και όχι σε ζήτημα διαχείρισης απειλώντας έτσι την ίδια τη βάση της λογικής της. Ο φασισμός είναι κάτι ενάντιο στη δημοκρατία, αλλά είναι απαραίτητος για την συνέχιση της συσσώρευσης, άρα κατ’ επέκταση είναι και απαραίτητος στη δημοκρατία. Λειτουργεί σαν σύνολο πρακτικών που κάνουν τη βρώμικη δουλειά, καταστέλλουν, δολοφονούν, υποτιμούν, ενσωματώνουν και τελικά σαν δια μαγείας δικαιώνουν τη δημοκρατία και το δημοκρατικό κράτος, που εμφανίζεται σαν σωτήρας αφού έχει γίνει η βρώμικη δουλειά, αφού οι τόσο οξυμένες αντιθέσεις που δεν μπορούσε να διαχειριστεί η δημοκρατία έχουν λειανθεί από τον φασισμό. Ο βαθμός στον οποίο ο φασισμός αναπτύσσεται, το αν παραμένει απλά κοινωνικό ρεύμα ή αν γίνεται επίσημη κρατική μορφή, το αν οι πρακτικές του θα υιοθετηθούν από ένα μέρος της κοινωνίας και από το κράτος ή αν το κράτος θα γίνει πλήρως φασιστικό και θα κλείσει εντελώς τις πόρτες του στις “μάζες” έχει να κάνει με το βαθμό ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος και είναι κάτι που ως όριο δεν μπορεί να ιδωθεί τώρα. Είναι μια μορφή πολιτικής διαχείρισης που σκοπό έχει να συνθλίψει τις αντιφάσεις της κοινωνίας των ιδιωτών ακόμα και με κόστος για ενά μέρος του κεφαλαίου, με σκοπό να προστατέψει την σχέση. Όπως πολύ σωστά παρατηρεί και ο Λεφέβρ  “ Η πολιτική κοινωνία μερικές φορές συνθλίβει την καθημερινή ζωή, την πραγματική ζωή των συγκεκριμένων ατόμων[…] Το πολιτικό δράμα καταλήγει στην αναπόφευκτη λύση του, στην αποκατάσταση της θρησκείας, της ιδιοκτησίας και των συστατικών μερών της αστικής κοινωνίας- όπως ακριβώς ο πόλεμος καταλήγει σε ειρήνη”

Ο Φύσσας πέθανε από μαχαίρι φασίστα. Απ’ ότι φαίνεται αν και το γεγονός ήταν ένα τυχαίο γεγονός μέσα στο κύμα των εξελίξεων, ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης ενός φασίστα με έναν αντιφασίστα, ήταν -κάνοντας μια αφαίρεση- αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των αντικρουόμενων δυνάμεων που πυροδοτεί-και μετέχουν στην- η διαδικασία της αναδιάρθρωσης. Η πολιτική Σαμαρά και δικτύου 21 είναι ακριβώς αυτό. Είναι η πολιτική που ενσωματώνει τόσο την διαδικασία αναδιάρθρωσης, την δικαίωση της δημοκρατίας σαν αναγκαίας και φυσικής κατάστασης πραγμάτων και ταυτόχρονα την πολιτική των σκληρών διαχωρισμών, της υποτίμησης, της σκληρή καταστολή σε όσους αντιστέκονται. Είναι η χρυσή τομή.