Η ζωή ως εμπόρευμα

big

Ακολουθεί απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του Fredy Perlman, “Η αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής”, με τίτλο “Η ζωή ως εμπόρευμα”. Το συγκεκριμένο βιβλίο εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1980 σε συνεργασία με τον Robert Cooperstein ο οποίος ασχολήθηκε με το θέμα “Η αναπαραγωγή του ανθρώπινου κεφαλαίου” .

Αναδημοσίευση απο: Μουσικά Αφιερώματα

Η ζωή ως εμπόρευμα

«…Μόλις οι άνθρωποι αποδεχτούν το χρήμα ως ισοδύναμο της ζωής, η πώληση της ζωντανής τους δραστηριότητας γίνεται προϋπόθεση της φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης τους. Η ζωή ανταλλάσσεται με την επιβίωση. Δημιουργία και παραγωγή καταλήγει να σημαίνει πουλημένη δραστηριότητα. Η δραστηριότητα ενός ανθρώπου είναι ‘‘παραγωγική’’, χρήσιμη στην κοινωνία, μόνο όταν είναι πουλημένη δραστηριότητα. Και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι παραγωγικό μέλος της κοινωνίας μόνο αν οι δραστηριότητες της καθημερινής του ζωής είναι πουλημένες δραστηριότητες…

…Η δημιουργική δραστηριότητα παίρνει τη μορφή της εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή της παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών, και τα δημιουργήματα της ανθρώπινης δραστηριότητας παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων…

…Οι άνθρωποι ανταλλάσσουν το δημιουργικό περιεχόμενο της ζωής τους, την πρακτική καθημερινή δραστηριότητα τους, για χρήμα… Μόλις οι άνθρωποι αποδεχτούν τους όρους αυτής της ανταλλαγής, η καθημερινή δραστηριότητα παίρνει τη μορφή της οικουμενικής εκπόρνευσης…

…[Δουλειά είναι] η πουλημένη δημιουργική δύναμη, η εμπορευματοποιημένη καθημερινή δραστηριότητα… Είναι αδιάφορη δραστηριότητα… μόνη της ιδιότητα είναι η εμπορευσιμότητα της. [Αυτός που δουλεύει, αδιαφορεί για το ίδιο το έργο του, για το σκοπό του έργου, αλλά και για τον αγοραστή αυτού του έργου.] …Δουλειά σημαίνει μόνο ‘‘κερδίζω λεφτά’’· …το σκάψιμο, η τυπογραφία και η ζαχαροπλαστική είναι διαφορετικές δραστηριότητες, αλλά και οι τρεις είναι ‘‘δουλειές’’ υπό την καπιταλιστική κοινωνία… [η δημιουργία, η ουσία της ζωής, καταντά ‘‘δουλειά’’, πουλημένη δραστηριότητα, μέσο για να ‘‘κερδίσουμε λεφτά’’, οδυνηρό μέσο επιβίωσης]…

…Η πουλημένη δραστηριότητα γίνεται ιδιοκτησία του αγοραστή, τίθεται υπό τον έλεγχο του αγοραστή… [Το δικό μου έργο γίνεται ξένο προς εμένα, γίνεται ιδιοκτησία ενός άλλου, του αγοραστή- ιδιοκτήτη.] …Έτσι η ζωή ενός ανθρώπου, τα επιτεύγματα του, η προσφορά του στη ζωή της ανθρωπότητας, δεν υποβιβάζονται απλώς σε δουλειά, οδυνηρή προϋπόθεση της επιβίωσης, αλλά και αποξενώνονται από το δημιουργό, γίνονται έργα του αγοραστή. Στην καπιταλιστική κοινωνία, οι αρχιτέκτονες, οι μηχανικοί, οι εργαζόμενοι, δεν είναι δημιουργοί· δημιουργός είναι ο καπιταλιστής που τους πληρώνει… τα επιτεύγματα τους γίνονται ιδιοκτησία του…

…Εφόσον η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή, είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Είναι εκλογίκευση και απολογία. Η ‘‘ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών’’ δεν είναι σκοπός ούτε του καπιταλιστή ούτε του εργάτη, δεν είναι καν αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής.

Ο εργάτης πουλά την εργατική του δύναμη για να πάρει ένα μισθό. Του είναι αδιάφορο το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγωγής. Χωρίς μισθό δεν πρόκειται να δουλέψει για τον καπιταλιστή, αδιάφορο πόσες ανθρώπινες ανάγκες θα ικανοποιήσουν τα προϊόντα του εργοδότη.

Ο καπιταλιστής αγοράζει εργατική δύναμη και τη χρησιμοποιεί στην παραγωγή εμπορευμάτων, πωλήσιμων προϊόντων. Αδιαφορεί για τις συγκεκριμένες ιδιότητες των προϊόντων, όπως αδιαφορεί και για τις ανάγκες των ανθρώπων. Ενδιαφέρεται μόνο για το ύψος των τιμών που μπορεί να πουλήσει, την ποσότητα των προϊόντων που οι οι άνθρωποι ‘‘χρειάζονται’’ να αγοράσουν, και για πώς θα καταφέρει να τους χειραγωγήσει να ‘‘χρειάζονται’’ περισσότερα, μέσω της προπαγάνδας και του ψυχολογικού εθισμού. Σκοπός του καπιταλιστή είναι να ικανοποιήσει τη δική του ανάγκη μεγιστοποίησης και αναπαραγωγής του Κεφαλαίου, και αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι η διευρυμένη αναπαραγωγή της μισθωτής δουλείας και του Κεφαλαίου (πράγμα που δεν είναι ‘‘ανθρώπινες ανάγκες’’)…

…Αυτός που δουλεύει, αγοράζει με το μισθό του εμπορεύματα για να συντηρηθεί, για να αναπληρώσει την ζωτική του ενεργεία, για να συνεχίσει να την πουλά… Καταναλώνει και θαυμάζει παθητικά τα προϊόντα της ανθρωπινής δραστηριότητας, σαν θεάματα… Τα εμπορεύματα, τα θεάματα, τον καταναλώνουν… καταναλώνεται από τα πράγματα… Με αυτή την έννοια, όσο περισσότερα έχει, τόσο λιγότερο είναι… Δεν ζει ως ενεργός παράγων που μετασχηματίζει τον κόσμο. Αλλά ως ανήμπορος, ανίκανος θεατής, ίσως να αποκαλεί ‘‘ευτυχία’’ αυτή την κατάσταση παθητικού θαυμασμού, και εφόσον η δουλειά είναι οδυνηρή, ίσως να επιθυμεί να είναι ‘‘ευτυχής’’, δηλαδή αδρανής όλη του τη ζωή (μια κατάσταση παρόμοια με το να γεννηθείς νεκρός)…»

Πόλεις κι Εξεγέρσεις – Eric J. Hobsbawm

twitter1Αναδημοσίευση απο το πρακτορείο rioters

Οτιδήποτε άλλο κι αν είναι μια πόλη, είναι την ίδια στιγμή ο τόπος που κατοικεί ένας συγκεντρωμένος πληθυσμός φτωχών ανθρώπων, και στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χώρος μιας πολιτικής εξουσίας που επηρεάζει τις ζωές τους. Ιστορικά, ένα από τα πράγματα που οι πληθυσμοί των πόλεων έκαναν γι’ αυτό, ήταν να διαδηλώνουν, να κάνουν ταραχές ή εξεγέρσεις, ή να εξασκούν εν πάσει περιπτώσει μια άμεση πίεση στις αρχές που συμβαίνει να δρουν στην εμβέλειά τους. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους μιας πόλης εάν η εξουσιαστική αρχή της πόλης είναι τοπική, ή αν σε άλλες περιπτώσεις είναι ευρύτερη, εθνική, ή ακόμα και παγκόσμια. Ωστόσο, κάτι που επηρεάζει τους υπολογισμούς τόσο των αρχών όσο και των πολιτικών κινημάτων που θέλουν ν’ ανατρέψουν καθεστώτα, είναι εάν οι πόλεις είναι πρωτεύουσες (ή -κάτι που έχει ανάλογη σημασία- ανεξάρτητες πόλεις-κράτη), ή έδρες γιγαντιαίων εθνικών ή πολυεθνικών οργανισμών, καθώς εάν είναι, οι αστικές ταραχές κι εξεγέρσεις μπορούν να πάρουν πολύ πιο δυναμική τροπή απ’ ότι αν η αρχή της πόλης είναι απλά τοπική.

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι το πώς η δομή των πόλεων έχει επηρεάσει λαϊκά κινήματα αυτού του είδους, και αντιστρόφως, τί επίδραση είχε ο φόβος τέτοιων κινημάτων στην αστική πολεοδομία. Το πρώτο σημείο είναι πολύ πιο γενικό από το δεύτερο. Λαϊκές ταραχές, εξεγέρσεις και διαδηλώσεις, είναι ένα σχεδόν παγκόσμιο φαινόμενο των πόλεων, κι όπως ξέρουμε τώρα, συμβαίνει πλέον ακόμα και στις πιο ευημερούσες μητροπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου. Από την άλλη, ο φόβος τέτοιων επεισοδίων είναι αδιάλειπτος. Μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος, ως αναμφίβολη παράμετρος της ύπαρξης των πόλεων, με την μορφή που είχε στις περισσότερες προ-βιομηχανικές πόλεις, ή με την μορφή των αναταραχών που ξεσπούν περιοδικά και σβήνουν χωρίς να παράγουν κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα στη δομή της εξουσίας. Μπορεί να υποτιμηθεί, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ταραχές ή εξεγέρσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ή επειδή παρέχονται θεσμικές εναλλακτικές σ’ αυτές, όπως οι μηχανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι εκλογές. Υπάρχουν άλλωστε, πλέον, ελάχιστες διαρκώς ταραχώδεις πόλεις. Ακόμα και το Παλέρμο, που πιθανώς κατέχει το πανευρωπαϊκό ρεκόρ με 12 εξεγέρσεις μεταξύ του 1512 και του 1866, μετρά μακροχρόνιες περιόδους που ο πληθυσμός του έμεινε σχετικά ήσυχος. Απ’ την άλλη, απ’ τη στιγμή που οι αρχές θα πάρουν απόφαση να μεταβάλλουν την πολεοδομική δομή λόγω της πολιτικής νευρικότητας, τα αποτελέσματα είναι πιο πιθανό να είναι αισθητά και μακροχρόνια, όπως οι λεωφόροι του Παρισιού.

Η αποτελεσματικότητα της ταραχής ή της εξέγερσης εξαρτάται από τρεις όψεις του πολεοδομικού σχεδιασμού: πόσο εύκολα μπορούν να κινητοποιηθούν οι φτωχοί, πόσο ευάλωττα απέναντί τους είναι τα κέντρα εξουσίας, και πόσο εύκολα μπορούν να κατασταλλούν. Αυτές καθορίζονται εν μέρει από κοινωνιολογικούς, πολεοδομικούς και τεχνολογικούς παράγοντες, ωστόσο οι τρεις αυτοί δεν είναι πάντοτε διακριτοί. Για παράδειγμα, η εμπειρία δείχνει ότι μεταξύ των μορφών των αστικών συγκοινωνιών, τα τραμ, τόσο στην Καλκούττα όσο και στη Βαρκελώνη, είναι εξαιρετικά βολικά για τους εξεγερμένους. Εν μέρει λόγω μιας αύξησης των τιμών των εισητηρίων, που τείνει να επιρρεάζει ταυτόχρονα όλους τους φτωχούς, αποτελούν έναν πολύ φυσικό καταλύτη της αναταραχής, εν μέρει επειδή αυτά τα μεγάλα και προσδεδεμένα στην τροχιά τους οχήματα, όταν καούν ή αναποδογυριστούν, μπορούν να μπλοκάρουν έναν δρόμο και να διαταράξουν την κυκλοφορία πολύ εύκολα. Τα λεωφορία δε φαίνεται να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις ταραχές, ενώ οι υπόγειοι συρμοί φαίνεται να είναι ολοκληρωτικά άσχετοι (εκτός απ’ την μεταφορά των εξεγερμένων), τα αυτοκίνητα απ’ την μεριά τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κάλλιστα ως αυτοσχέδια εμπόδια ή οδοφράγματα, ωστόσο, κρίνοντας απ’ τις πρόσφατες εμπειρίες του Παρισιού, χωρίς μεγάλη αποτελεσματικότητα. Εδώ η διαφορά είναι καθαρά τεχνολογική.

Έπειτα, τα πανεπιστήμια στο κέντρο μιας πόλης είναι προφανώς πιο επικίνδυνα ως επίκεντρα πιθανών ταραχών απ’ ότι τα πανεπιστήμια στα περίχωρα ή πίσω από κάποια ζώνη πρασίνου, κάτι που είναι γνωστό στις περισσότερες λατιναμερικάνικες κυβερνήσεις. Οι συγκεντρώσεις των φτωχών είναι πιο επικίνδυνες όταν βρίσκονται μέσα ή δίπλα στο κέντρο των πόλεων, όπως στα γκέττο του 20ού αιώνα πολλών βορειοαμερικανικών πόλεων, παρά όταν βρίσκονται σε σχετικά απομακρυσμένα προάστια, όπως στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Εδώ η διαφορά είναι πολεοδομική, κι εξαρτάται απ’ το μέγεθος της πόλης και τον καταμερισμό της λειτουργικής εξειδίκευσης στο εσωτερικό της. Ωστόσο, ένα κέντρο πιθανής φοιτητικής αναταραχής στα περίχωρα μιας πόλης, όπως η Nanterre στο Παρίσι, είναι πολύ πιο πιθανό να προκαλέσει επεισόδια στο κέντρο της πόλης, απ’ ότι οι αλγερινές παραγκουπόλεις στο ίδιο προάστειο, καθώς οι φοιτητές είναι πιο κινητικοί και το κοινωνικό τους σύμπαν πιο μητροπολιτικό απ’ ότι των μεταναστών εργατών. Εδώ η διαφορά είναι κυρίως κοινωνιολογική.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οικοδομούμε την ιδανική πόλη για ταραχές κι εξεγέρσεις. Πώς θα μοιάζει άραγε; Θα πρέπει να είναι πυκνοκατοικημένη κι όχι πολύ μεγάλη σε επιφάνεια. Ουσιαστικά θα πρέπει να είναι εφικτό να τη διασχίσει κανείς με τα πόδια, αν και η μεγαλύτερη εμπειρία ταραχών στις πλήρως μηχανοκίνητες κοινωνίες ίσως μεταβάλλει αυτόν τον ισχυρισμό. Θα ήταν ίσως καλό να μη χωρίζεται από κάποιο μεγάλο ποτάμι, όχι μόνο επειδή οι γέφυρες ελέγχονται εύκολα από την αστυνομία, αλλά κι επειδή είναι διαδεδομένο στη γεωγραφία ή την κοινωνική ψυχολογία πως οι δυο όχθες ενός ποταμού τείνουν να περιφρονούν η μια την άλλη, όπως μπορεί να διαβεβαιώσει και ο καθένας που μένει στο Νότιο Λονδίνο ή στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού.

Οι φτωχοί της θα πρέπει να είναι σχετικά ομογενείς, κοινωνικά ή και φυλετικά, αν και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στις προ-βιομηχανικές πόλεις ή στις γιγαντιαίες ζώνες υπο-απασχόλησης στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, αυτό που με την πρώτη όψη μοιάζει με έναν αρκετά ετερογενή πληθυσμό, μπορεί να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ενότητα, όπως μαρτυρούν οικείοι ιστορικοί όροι όπως “η εργατιά”, “η πλέμπα”, “ο όχλος”. Θα πρέπει να είναι κεντρομόλος, δηλαδή, οι διάφοροι τομείς της να είναι φυσικά προσανατολισμένοι προς τα κεντρικά θεσμικά κτίρια της πόλης, όσο πιο συγκεντρωτική, τόσο το καλύτερο. Η μεσαιωνική δημοκρατική πόλη που σχεδιάστηκε βάσει ενός συστήματος ροών προς και από τον κύριο χώρο συνάθροισης, που μπορούσε να είναι τόσο ένα θρησκευτικό κέντρο (καθεδρικός), η κεντρική αγορά, ή η έδρα των αρχών, ήταν γι αυτόν τον λόγο ιδανική για εξεγέρσεις. Ο καταμερισμός της λειτουργικής εξειδίκευσης και των κατοικημένων περιοχών θα πρέπει να συμπλέκονται άμεσα. Έτσι, το προ-βιομηχανικό μοτίβο των προαστίων, που βασιζόταν στον αποκλεισμό από μια ευκρινώς προσδιορισμένη πόλη των διάφορων ανεπιθύμητων – αν και συχνά απαραίτητων στη ζωή της πόλης – όπως οι μη-κάτοικοι μετανάστες, οι συντεχνίες ή ομάδες των παριών, δε διατάρασσε ιδιαίτερα τη συνοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος: η Triana ήταν αλληλένδετη με τη Σεβίλλη, όπως το Shoreditch με το City του Λονδίνου.

Απ’ την άλλη, τα πρότυπα προάστια του 19ου αιώνα, που περιζώναν έναν πολεδομικό πυρήνα μεσοαστικών κατοικημένων ζωνών και βιομηχανικών συνοικειών, γενικά αναπτύσσονταν στις αντιδιαμετρικές άκρες της πόλης, επιρρεάζοντας την πολεοδομική συνοχή αισθητά. Το East End και το West End είναι τόσο φυσικά όσο και πνευματικά απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο. Εκείνοι που ζουν στα δυτικά της Concorde στο Παρίσι ανήκουν σ’ έναν διαφορετικό κόσμο απ’ αυτούς που ζουν ανατολικά της Republique. Για να πάμε λίγο μακρύτερα, η περίφημη “κόκκινη ζώνη” προαστίων της εργατικής τάξης που περικυκλώνει το Παρίσι ήταν πολιτικά αξιοσημείωτη, αλλά δεν είχε κάποια εξεγερτική σημασία. Απλώς δεν ήταν μέρος του Παρισιού πλέον, αλλά ούτε σχημάτιζε μια δική της ολότητα, εκτός ίσως για τους γεωγράφους [1].

Όλες αυτές οι παράμετροι, επιρρεάζουν την κινητικότητα των φτωχών της πόλης, αλλά όχι και την πολιτική αποτελεσματικότητά τους. Αυτή εξαρτάται φυσικά απ’ την ευκολία με την οποία οι εξεγερμένοι και οι επαναστάτες μπορούν να προσεγγίσουν τις αρχές, και το πόσο εύκολα μπορούν να χαθούν πάλι πίσω. Στην ιδανική εξεγερτική πόλη, οι αρχές – οι πλούσιοι, η αριστοκρατία, η κυβέρνηση, ή οι τοπικές αρχές – θα ήταν όσο πιο παγιδευμένοι στο κέντρο της συγκέντρωσης φτωχών γίνεται. Οι γάλλοι βασιλείς θα διέμεναν στο Palais Royal ή το Λούβρο, κι όχι στις Βερσαλλίες, ο αυστριακός αυτοκράτορας στο Hofburg κι όχι στο Schoenbrunn. Κατά προτίμηση, οι αρχές θα έπρεπε να είναι άμεσα ευάλωττες. Οι άρχοντες που κυβερνούν μια εχθρική πόλη από κάποιο απομονωμένο οχυρό, όπως το φρούριο-φυλακή του Montjuich επί της Βαρκελώνης, μπορεί να εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά είναι τεχνολογικά εξοπλισμένοι ώστε να το αντέχουν. Τελικά, η Βαστίλλη θα μπορούσε σχεδόν μετά βεβαιότητας να αντέξει τον Ιούλη του 1789, εάν είχε διανοηθεί κανείς ότι θα μπορούσε να δεχτεί επίθεση. Οι πολιτικές αρχές είναι ασφαλώς εκτεθειμένες σχεδόν εξ ορισμού, μιας και η πολιτική επιτυχία τους εξαρτάται απ’ την πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύουν τους κατοίκους κι όχι κάποια απομακρυσμένη κυβέρνηση ή τα συμφέροντά της. Εδώ ίσως έγκειται και η κλασσική γαλλική παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι επαναστάτες κινούνται προς το δημαρχείο κι όχι προς τα βασιλικά ανάκτορα και, τόσο το 1848 όσο και το 1871, εκεί ανακυρήσσονται οι μεταβατικές κυβερνήσεις.

Οι τοπικές αρχές επομένως δημιουργούν σχετικά λίγα προβλήματα στους επαναστάτες (τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να εφαρμόζουν έναν πολεοδομικό σχεδιασμό). Φυσικά, η αστική ανάπτυξη μπορεί να εκτοπίσει το δημαρχείο από μια κεντρική προς μια πιο απομακρυσμένη τοποθεσία: σήμερα είναι ολόκληρο ταξίδι από τις περιφεριακές γειτονιές του Μπρούκλυν ως το δημαρχείο της Νέας Υόρκης. Απ’ την άλλη, σε πρωτεύουσες, η παρουσία της κυβέρνησης, που ευνοεί την αποτελεσματικότητα των ταραχών, αντισταθμίζεται από τα ειδικά χαρακτηριστικά των πόλεων όπου πρίγκηπες ή άλλες κυρίαρχες προσωπικότητες κατοικούσαν, και έχουν ενσωματώσει μια αντιεξεγερτική προκατάληψη. Αυτό προκύπτει τόσο από τις ανάγκες των κρατικών δημοσίων σχέσεων και, λιγότερο ίσως, για λόγους ασφαλείας.

Σε γενικές γραμμές, σε μια αστική πόλη ο ρόλος των κατοίκων στις δημόσιες δραστηριότητες είναι περισσότερο συμμετοχικός, ενώ στις πριγκηπικές ή κυβερνητικές πόλεις, αυτός ενός κοινού χειροκροτητών και θαυμαστών. Οι μεγάλοι ίσιοι δρόμοι που προσφέρονται για χάζι στο παλάτι, τον καθεδρικό, τα κυβερνητικά κτίρια, η τεράστια πλατεία μπροστά απ’ το κτίριο των επισήμων, κατά προτίμηση με ένα κατάλληλο μπαλκόνι απ’ όπου ευλογούν ή απευθύνονται στα πλήθη, ίσως και ως πεδίο παρελάσεων ή ως αρένα: αυτά αποτελούν την τελετουργική δομή μιας αυτοκρατορικής πόλης. Απ’ την Αναγέννηση κι έπειτα, οι μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες και οι κατοικίες κατασκευάστηκαν ή τροποποιήθηκαν ανάλογα. Όσο μεγαλύτερη η επιθυμία του ηγεμόνα να εντυπωσιάσει, ή όσο μεγαλύτερη η εμμονή του για μεγαλεία, τόσο πιο φαρδιά, ευθεία και συμμετρική η πρωτιμώμενη διάταξη. Ολοένα και λιγότερες κατάλληλες τοποθεσίες μπορεί να φανταστεί κανείς στο Νέο Δελχί, την Ουάσιγκτον, την Αγία Πετρούπολη, ή αντίστοιχα το Mall και τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στο Λονδίνο. Δεν πρόκειται απλά για τη διαίρεση μεταξύ μιας λαϊκής και μεσοαστικής ανατολικής και μιας αριστοκρατικής δυτικής όχθης στο Παρίσι που κατέστησε τα Ηλύσια Πεδία την τοποθεσία της επίσημης και στρατιωτικής παρέλασης της 14 Ιουλίου, ενώ αντίστοιχα οι ανεπίσημες μαζικές διαδηλώσεις επικεντρώνονται στο τρίγωνο Βαστίλλη-Republique-Nation.

Τέτοιες τελετουργικές τοποθεσίες συνεπάφονται έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων, μια αντιπαράθεση μεταξύ μιας απόμακρης και απεχθούς μεγαλοπρέπειας και αριστοκρατίας απ’ την μία, κι ενός κοινού προορισμένου να χειροκροτάει από την άλλη. Είναι το πολεοδομικό ισοδύναμο της στοπ-καρέ, ή καλύτερα της όπερας, αυτής της χαρακτηριστικής εφεύρεσης της δυτικής απόλυτης μοναρχίας. Ευτυχώς, για τους πιθανούς ταραξίες, αυτή ούτε είναι ούτε ήταν η μόνη σχέση μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων στις πρωτεύουσες. Συχνά πράγματι, ήταν η πρωτεύουσα που επεδείκνυε το μεγαλείο του ηγεμόνα, ενώ οι κάτοικοί της, περιλαμβανομένων των φτωχότερων, απολάμβαναν ένα ταπεινό μερίδιο οφελών του μεγαλείου του. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι ζούσαν σ’ ένα είδος συμβίωσης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ήταν που δημιουργήθηκαν οι μεγάλες τελετουργικές οδοί όπως του Εδιμβούργου ή της Πράγας. Τα παλάτια δεν ένιωθαν καμμιά ανάγκη να προστατευθούν απ’ τις φτωχογειτονιές. Το Hofburg της Βιέννης, που εμφανίζει έναν μεγάλο τελετουργικό χώρο προς τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα βιεννέζικα προάστια, έχει μετά βίας μερικά μέτρα οδοστρώματος μεταξύ αυτού και της παλιάς Μέσα Πόλης, στην οποία φαινομενικά ανήκει.

Αυτού του είδους οι πόλεις, συνδυάζοντας τη διάταξη τόσο των αστικών όσο και των πριγκηπικών πόλεων, αποτελούν μια μόνιμη πρόκληση σε ταραχές, καθώς εδώ τα παλάτια και οι επαύλεις των αριστοκρατών, οι αγορές, οι καθεδρικοί, οι δημόσιες πλατείες και οι παράγκες είναι όλα μπλεγμένα μεταξύ τους, οι κυρίαρχοι βρίσκονται στο έλεος του όχλου. Σε ταραγμένους καιρούς θα μπορούσαν να διαφεύγουν στις εξοχικές κατοικίες τους, αλλά αυτό είναι όλο. Η μόνη τους διασφάλιση ήταν να κινητοποιούν τους τακτοποιημένους φτωχούς ενάντια στους άτακτους φτωχούς, μετά από κάθε πετυχημένη εξέγερση, για παράδειγμα την συντεχνία των τεχνητών ενάντια στον “όχλο”, ή την Εθνοφρουρά εναντίον των ακτημόνων. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν η γνώση ότι οι ανεξέλεγκτες ταραχές και οι εξεγέρσεις σπάνια κρατούσαν πολύ, κι ακόμα πιο σπάνια κατευθύνονταν άμεσα εναντίον των δομών της κατεστημένης εξουσίας και του πλούτου. Πρόκειται για σημαντική παρηγοριά. Ο Βασιλιάς της Νάπολης ή η Δούκισσα της Πάρμας, για να μην αναφέρουμε τον Πάπα, γνώριζαν ότι εάν οι υπήκοοί τους εξεγερθούν, ήταν επειδή ήταν υπερβολικά πεινασμένοι, και σαν μια υπενθύμιση στους πρίγκηπες και στους ευγενείς των καθηκόντων τους, δηλαδή να παρέχουν αρκετά τρόφιμα σε δίκαιες τιμές στην αγορά, αρκετές εργασίες, εφόδια και δημόσια διασκέδαση σύμφωνα με τις ταπεινότατες ανάγκες τους. Η πίστη και η ευσέβειά τους σπάνια υποχωρούσαν, κι ακόμα κι όταν πραγματοποιούσαν αυθεντικές επαναστάσεις (όπως στην Νάπολη το 1799) ήταν περισσότερο πιθανό να υπερασπίζονται την Εκκλησία και τη Βασιλεία ενάντια στους ξένους και τις αθεϊστικές μεσαίες τάξεις.

Εξ ου και η κρίσιμης σημασίας στην ιστορία της αστικής δημόσιας τάξης, Γαλλική Επανάσταση του 1789-99, που εγκαθίδρυσε τη σύγχρονη εξίσωση μεταξύ εξέγερσης και κοινωνικής επανάστασης. Κάθς κυβέρνηση προτιμά φυσικά να αποφύγει τις ταραχές και τις εξεγέρσεις, όπως προτιμά να κρατά τους αριθμούς των δολοφονιών χαμηλά, όμως απουσία ενός αυθεντικού επαναστατικού κινδύνου, οι αρχές δεν είναι τόσο πιθανό να ξεσαλώσουν εναντίον τους. Η Αγγλία του δεκάτου ογδόου αιώνα ήταν ένα διαβόητα ταραχώδες έθνος, με έναν εξίσου διαβόητο μηχανισμό διατήρησης της δημόσιας τάξης. Όχι μόνο μικρότερες πόλεις όπως το Λίβερπουλ και το Νιουκάστλ, αλλά και ολόκληρα κομμάτια του Λονδίνου μπορούσαν να πέσουν στα χέρια του εξεγερμένου πληθυσμού για μέρες. Απ’ τη στιγμή που τίποτα δε διακυβευόταν σε τέτοιες ταραχές, εκτός βέβαια από ένα ποσό ιδιωτικού κεφαλαίου, το οποίο μια εύρρωστη χώρα μπορούσε εύκολα να αντικαταστήσει, η γενική άποψη μεταξύ των ανώτερων τάξεων ήταν αδιάφορη, ακόμα και ικανοποιημένη. Οι περουκοφόροι ευγενείς περηφανεύονταν για την κατάσταση της ελευθεριότητας που απέτρεπε την ανάδειξη πιθανών τυράννων απ’ τις τάξεις του στρατού που στέλνονταν να καταστείλει τους υπηκόους τους, ή της αστυνομίας που τον αρωγούσε. Δεν ήταν παρά μετά τη Γαλλική Επανάσταση που αναπτύχθηκε μια τάση για πολλαπλασιασμό των στρατώνων στις πόλεις, και μόνο μετά τους Χαρτιστές και τους Ριζοσπάστες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, που τα ωφέλη μιας σύγχρονης αστυνομικής δύναμης κρίθηκαν σημαντικότερα απ’ αυτά της αγγλικής ελευθερίας. (Καθώς η δημοκρατία σε επίπεδο βάσος δεν ήταν κάτι που θα μπορούσαν να βασιστούν, η Μητροπολιτική Αστυνομία τέθηκε άμεσα υπό την ευθύνη του Home Office, στην κεντρική κυβέρνηση, όπου ακόμα ανήκει).

Πράγματι, οι τρεις κύριες κυβερνητικές μέθοδοι αντιμετώπισης των ταραχών και εξεγέρσεων προτάθηκαν: συστηματική διευθέτηση της ανάπτυξης στρατευμάτων, ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων (οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στο μέτωπο αυτό μόλις τον 19ο αιώνα), και η ανοικοδόμηση των πόλεων με τρόπους που να ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες μιας εξέγερσης. Οι δυο πρώτες δεν είχαν ιδιαίτερη επιρροή στην πραγματική μορφή και δομή των πόλεων, αν και μια μελέτη της κατασκευής και τοποθεσίας των στρατώνων τον 19ο αιώνα θα μπορούσε να δείξει ορισμένα ενδιαφέροντα αποτελέσματα, καθώς και μια μελέτη της κατανομής των αστυνομικών τμημάτων στις γειτονιές των πόλεων. Η τρίτη επιρρέασε την μορφή των πόλεων με θεμελιώδη τρόπο, όπως στο Παρίσι και στη Βιέννη, πόλεις όπου είναι γνωστό πως οι ανάγκες της αντιεξέγερσης επιρρέασαν την πολεοδομική ανοικοδόμηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Στο Παρίσι, ο κύριος στρατιωτικός στόχος της ανοικοδόμησης αυτής φαίνεται να ήταν η διάνοιξη φαρδιών και ίσιων λεωφόρων, όπου θα μπορούσε να βάλει το πυροβολικό και να προωθούνται τα στρατεύματα, ενώ την ίδια στιγμή – προφανώς – η διάσπαση των κύριων συγκεντρώσεων δυνητικών εξεγερμένων στις λαϊκές γειτονιές. Στη Βιέννη, η ανοικοδόμηση πήρε την μορφή κυρίως δυο φαρδιών ομόκεντρων περιφερειακών, του εσωτερικού (που φαρδαίνει με μια ζώνη ανοιχτών χώρων, παρκών, αραιών δημοσίων κτιρίων) απομονώνοντας την παλιά πόλη και το παλάτι απ’ τα (κυρίως μεσοαστικά) εσωτερικά προάστια, και του εξωτερικού που αποκόπτει καί τα δύο απ’ τα (ολοένα και πιο εργατικά) εξωτερικά προάστια.

Τέτοιες ανοικοδομήσεις μπορούν να προσλαμβάνουν έναν στρατιωτικό χαρακτήρα αλλά μπορεί και όχι. Δε γνωρίζουμε, καθώς το είδος των επαναστάσεων επί των οποίων σκοπεύαν να κυριαρχήσουν κατά τα φαινόμενα έσβησε στην δυτική Ευρώπη μετά το 1848. (Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα κύρια κέντρα λαϊκής αντίστασης και οδομαχιών της Παρισινής Κομμούνας του 1871, η Μονμάρτη-το βορειοανατολικό Παρίσι, και η Αριστερή Όχθη, ήταν απομονωμένα το ένα απ’ τ’ άλλο, και όλα μαζί απ’ την υπόλοιπη πόλη). Παρολαυτά, επιρρέασαν τους υπολογισμούς των εν δυνάμει επαναστατών. Στις σοσιαλιστικές συζητήσεις της δεκαετίας του 1880, η κοινή άποψη των στρατιωτικών ειδικών που βρίσκονταν μεταξύ των επαναστατών, υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Ένγκελς, ήταν ότι ο παλιός τύπος εξέγερσης πια δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, αν και υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ τους όσον αφορά την αξία νέων τεχνολογικών συσκευών, όπως τα γοργά αναπτυσσόμενα τότε εκρηκτικά και ο δυναμίτης. Σε κάθε περίπτωση, τα οδοφράγματα, που είχαν κυριαρχήσει στις εξεγερτικές τακτικές απ’ το 1830 ως το 1871 (δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα στην μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789-99), τώρα ευνοούνταν ολοένα και λιγότερο. Αντίθετα, οι βόμβες κάθε είδους έγιναν το αγαπημένο μέσο των επαναστατών, αν και όχι τόσο των μαρξιστών, και όχι για αυθεντικά εξεγερτικούς σκοπούς.

Η αστική ανοικοδόμηση, ωστόσο, είχε ακόμη μια, πιθανώς ακούσια, συνέπεια στις εξεγερτικές δυνατότητες, καθώς οι νέες και μεγάλες λεωφόροι παρείχαν έναν ιδανικό χώρο γι’ αυτό που θα καταλάμβανε μια σημαντική θέση στα λαϊκά κινήματα, τις μαζικές διαδηλώσεις, ή καλύτερα, τις πορείες. Όσο πιο συστηματικά χαράσσονταν αυτές οι περιφερειακές και προορισμένες για τα μηχανοκίνητα λεωφόροι, τόσο πιο αποτελεσματικά απομονώνονταν από τη γύρω κατοικημένη περιοχή, και τόσο πιο εύκολο ήταν μια συνάθροιση εκεί να καταλήξει προς μια εθιμοτυπική πορεία, παρά σε ταραχές. Το Λονδίνο, όπου δεν υπήρχαν, πάντοτε δυσκολευόταν να αποφύγει αυθόρμητα έκτροπα στη διάρκεια συγκεντρώσεων, είτε συχνότερα να διαλύσει τις μαζικές συνευρέσεις στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Αυτή η τελευταία, γειτνιάζει με ευαίσθητα σημεία όπως η Downing Street, ή σύμβολα εξουσίας και πλούτου όπως τα Pall Mall, τα παράθυρα των οποίων έσπαζαν οι άνεργοι διαδηλωτές στη δεκαετία του 1880.

Μπορεί, φυσικά, κανείς να βγάλει πολλά συμπεράσματα απ’ τον πρωταρχικά στρατιωτικό χαρακτήρα της αστικής ανοικοδόμησης. Εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορεί να διακριθεί με σαφήνεια από άλλες αλλαγές στις πόλεις του 19ου και 20ού αιώνα, που μείωσαν αισθητά τη δυνατότητα ταραχών. Τρεις απ’ αυτές είναι αξιοσημείωτες.

Η πρώτη είναι η υπέρογκη μεγέθυνσή της, που περιορίζει την κυρίως πόλη σε μια διοικητική αφαίρεση, περιβεβλημένη από ένα σύμπλεγμα χωριστών κοινοτήτων ή περιοχών. Με λίγα λόγια, η πόλη έγινε υπερβολικά μεγάλη ώστε να εξεγερθεί ως ένα σώμα. Το Λονδίνο, που μέχρι τον 21ο αιώνα ακόμα στερούνταν με τόσο προφανή τρόπο ένα στοιχειώδες σύμβολο αστικής ενότητας, όπως η φιγούρα ενός δημάρχου, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Έπαψε να είναι μια ταραχώδης πόλη χονδρικά στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αύξησε τον πληθυσμό του από 1 σε 2 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι Χαρτιστές του Λονδίνου, για παράδειγμα, μετά βίας υπήρχαν ως ένα αυθεντικά μητροπολιτικό φαινόμενο για πάνω από μια ή δυό μέρες συνεχόμενα. Η πραγματική του δύναμη έγκειται στις “συνοικείες” στις οποίες είναι οργανωμένο, δηλαδή σε κοινότητες και γειτονιές όπως το Lambeth, το Woolwich, ή το Marylebone, οι σχέσεις των οποίων μεταξύ τους είναι στην καλύτερη μιας χαλαρής γειτνίασης. Ομοίως, οι ριζοσπάστες και οι ακτιβιστές των τελών του 1ου αιώνα, είχαν ουσιαστικά ένα τοπικό έρεισμα. Η πιο χαρακτηριστική οργάνωσή τους ήταν η Metropolitan Radical Federation, ουσιαστικά μια συμμαχία των λεσχών (clubs) των εργαζομένων καθαρά τοπικού χαρακτήρα, σε γειτονιές όπου υπήρχε μια παράδοση ριζοσπαστισμού, όπως το Chelsea, το Hackney, το Clerkenwell, το Woolwich. Η γνωστή λονδρέζικη τάση για χαμηλά κτίρια, και κατά συνέπεια πολεοδομική επέκταση, κατέστησε τις αποστάσεις μεταξύ των κεντρών αυτών σε ανυπέρβλητο πρόβλημα για την αυθόρμητη μετάδοση των ταραχών. Πόση επαφή θα μπορούσαν να έχουν το Battersea ή το Chelsea (τότε ακόμα γειτονιές της εργατικής τάξης, που εξέλεγαν σταθερά αριστερούς βουλευτές) με το ταραχώδες East End στην απεργία των λιμενεργατών του 1889. Πόση επαφή, αντίστοιχα, θα μπορούσε να έχει το Whitechapel με το Canning Town; Είναι στη φύση των πραγμάτων, οι άμορφα οικοδομημένες περιοχές που έχουν προκύψει είτε απ’ την επέκταση μιας παλιότερης πόλης είτε απ’ τη συνένωση μεγαλύτερων και μικρότερων αναπτυσσομένων κοινοτήτων, και για τις οποίες τεχνητά ονόματα έπρεπε να επινοηθούν (“πολεοδομικό συγκρότημα”, “Ευρύτερο Λονδίνο”, το Βερολίνο ή το Τόκυο) δεν είναι πόλεις με την παλιά έννοια της λέξης, ακόμα κι αν κατά καιρούς έχουν ενιαία διοίκηση.

Η δεύτερη αλλαγή είναι η αυξημένη τάση για λειτουργικό διαχωρισμό στις πόλεις του 19ου-20ού αιώνα, δηλαδή, απ’ την μια, η ανάπτυξη εξειδικευμένης βιομηχανίας, επιχειρήσεων, διοίκησης, και άλλων κέντρων ή ανοιχτών χώρων, κι απ’ την άλλη, ο γεωγραφικός διαχωρισμός των τάξεων. Ξανά εδώ το Λονδίνο ήταν η πρωτοπόρος πόλη, όντας ένας συνδυασμός τριών διαχωρισμένων μονάδων – του διοικητικού κέντρου του Westminster, του εμπορικού κέντρου του Λονδίνου, και του λαϊκού Southwark πέρα απ’ το ποτάμι. Μέχρι ενός σημείου, η ανάπτυξη αυτής της σύνθετης μετρόπολης ενθάρρυνε τους πιθανούς ταραχοποιούς. Η βόρεια και η ανατολική πλευρά του City of London και το Southwar όπου η εμπορική κοινότητα συνόρευε σε κάθε μεριά με γειτονιές εργατών, τεχνιτών, και το λιμάνι – καθεμιά τους εξίσου φιλόξενη στις ταραχές, όπως των υφαντουργών του Spitalfield ή των ριζοσπαστών του Clerkenwell – σχημάτιζαν φυσικά σημεία ανάφλεξης. Αυτές ήταν οι εστίες όπου ξέσπασαν μερικές απ’ τις ισχυρότερες ταραχές του 18ου αιώνα. Το Westminster είχε έναν δικό του πληθυσμό από τεχνίτες και διάφορους φτωχούς, των οποίων η εγγύτητα στους βασιλείς και στο κοινοβούλιο και η τυχαιότητα μιας ασυνήθιστης δημοκρατικής τάσης σ’ αυτήν την περιφέρεια, τους μετέτρεψαν σε μια εξαιρετική ομάδα πίεσης για αρκετές δεκαετίες απ’ τα τέλη του 18ου και μεσούντος του 19ου αιώνα. Η περιοχή μεταξύ City και Westminster, που καλυπτόταν από μια ασυνήθιστα πυκνοκατοικημένη παραγκούπολη, κατοικημένη από εργάτες, μετανάστες και τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους (Drury Lane, Covent Garden, St. Giles, Holborn), θα κοινωνήσει την έξαψη του μητροπολιτικού δημόσιου βίου.

Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, το μοτίβο αυτό απλοποιήθηκε. Η πόλη του 19ου αιώνα έπαψε να είναι κατοικημένη ζώνη, και μετατράπηκε ολοένα και περισσότερο σε μια καθαρά επιχειρηματική ζώνη, ενώ το λιμάνι μεταφέρθηκε προς τις εκβολές του ποταμού, οι μεσαίες και μικρομεσαίες τάξεις της πόλης μετακινήθηκαν προς περισσότερο ή λιγότερο απομακρυσμένα προάστια, αφήνοντας στο East End μια ολοένα και πιο ομογενή ζώνη φτωχών. Τα βόρεια και τα δυτικά όρια του Westminster πέρασαν στα χέρια της μεσαίας και ανώτερης τάξης, με οικισμούς που σχεδιάστηκαν από τους γαιοκτήμονες ή κερδοσκόπους μεσίτες, πιέζοντας έτσι τα κέντρα των τεχνιτών, των εργατών, κι άλλων που έτειναν περισσότερο προς τον ριζοσπαστισμό και τις ταραχές (Chelsea, Notting Hill, Paddington, Marylebone), ωθώντας τα σε μια περιφέρεια ολοένα και πιο απομακρυσμένη απ’ το υπόλοιπου του ριζοσπαστικού Λονδίνου. Οι φτωχογειτονιές μεταξύ των δυο πόλεων επέζησαν για καιρό ακόμα, όμως από τις αρχές του 20ού αιώνα διασπάστηκαν κι αυτές σε μικρότερους θύλακες απ’ την αστική ανοικοδόμηση που έδωσε στο Λονδίνο ορισμένες απ’ τις πιο ωχρές αρτηρίες (Shaftesbury Avenue, Roseberry Avenue) καθώς και μερικές απ’ τις πιο πομπώδεις (Kingsway, Aldwych), και μια εντυπωσιακή συσσώρευση στρατιωτικοποιημένων κατοικιών για να χωρέσουν βολικά το προλεταριάτο της Drury Lane και του Saffron Hill. To Covent Garden και το Soho (που εξέλεγαν κομμουνιστές δημοτικούς συμβούλους μέχρι το 1945) είναι ίσως τα τελεταία απομεινάρια της παλιομοδίτικης μητροπολιτικής αναταραχής στο κέντρο της πόλης. Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, το δυνητικά ταραχώδες Λονδίνο είχε ήδη διασπαστεί σε περιφερειακούς τομείς ποικίλου μεγέθους (με το αχανές East End να είναι ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς), γύρω από ένα μη-κατοικημένο City και West End, κι ένα αδιαπέραστο τοίχος μεσοαστικών γειτονιών, κι όλα αυτά περικυκλωμένα με τη σειρά τους από προάστια της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης.

Τέτοια μοτίβα διαχωρισμού αναπτύχθηκαν στις πολυπληθέστερες και πιο αναπτυσσόμενες δυτικές πόλεις από τις αρχές του 19ου αιώνα, αν και τα κομμάτια του ιστορικού κέντρου τους που δεν μεταμορφώθηκαν σε θεσμικές ή επιχειρηματικές ζώνες, ορισμένες φορές διατηρούν ίχνη της παλιάς δομής τους, κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ. Η μεταστέγαση της εργατικής τάξης του 20ού αιώνα και ο σχεδιασμός βάσει της μηχανοκίνητης συγκοινωνίας διέλυσαν ακόμα περισσότερο την πόλη ως πιθανή εστία ταραχών. (Ο σχεδιασμός του 19ου αιώνα βάσει των σιδηροδρόμων, είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, συχνά αναδημιουργώντας ανάμεικτες κοινωνικά και περιθωριακές συνοικείες γύρω απ’ τους νέους σταθμούς). Η πρόσφατη τάση για μεταστέγαση των βασικών υπηρεσιών όπως οι κεντρικές αγορές, από το κέντρο προς την περιφέρεια των πόλεων, θα προχωρήσει αναμφίβολα αυτή τη διάλυση.

Είναι λοιπόν οι αστικές ταραχές και οι εξεγέρσεις προορισμένες να εξαφανιστούν; Προφανώς όχι, αν μή τι άλλο τα τελευταία χρόνια έχουν στιγματιστεί από μια επανεμφάνιση αυτού του φαινομένου σε ορισμένες απ’ τις πιο σύγχρονες πόλεις, αν και υπήρξε επίσης μια παρακμή σε ορισμένα απ’ τα πιο παραδοσιακά κέντρα μιας τέτοιας δραστηριότητας. Οι λόγοι είναι κυρίως κοινωνικοί και πολιτικοί, όμως ίσως αξίζει να εξετάσουμε εν συντομία τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πολεοδομίας που τις ενθαρρύνουν.

Η σύγχρονες μαζικές συγκοινωνίες είναι ένα απ’ αυτά. Η μηχανοκίνητη συγκοινωνία έχει μέχρι στιγμή συνεισφέρει κυρίως στην κινητοποίηση εκείνης της κανονικά ατάραχης ομάδας, της μεσαίας τάξης, μέσω πρακτικών όπως οι μηχανοκίνητες διαδηλώσεις (οι Γάλλοι και οι Αλγερινοί ακόμα θυμούνται τα μαζικά κορναρίσματα των αντιδραστικών που φώναζαν “Αλγερία Γαλ-λι-κή!”) και κυρίως εκείνου του φυσικού μέσου σαμποτάζ και πάθους, του μπλοκαρίσματος της κυκλοφορίας. Επίσης, τα αυτοκίνητα έχουν χρησιμοποιηθεί από ακτιβιστές στις βορειοαμερικανικές ταραχές, και που παρεμποδίζουν τη δράση της αστυνομίας στον δρόμο, καθώς σχηματίζουν προσωρινά οδοφράγματα κατά τη στάση. Επιπλέον, η μηχανοκίνητη μεταφορά διαδίδει τα νέα των ταραχών πέρα απ’ την άμεση περιοχή της επίδρασής τους, καθώς τόσο τα ΙΧ όσο και τα λεωφορεία αναγκάζονται να αλλάξουν τα δρομολόγιά τους.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες, και ειδικά οι υπόγειοι σιδηρόδρομοι, που και πάλι χτίζονται σε αρκετές μεγαλουπόλεις σε μεγάλη κλίμακα, είναι ακόμα πιο άμεσα σχετικοί. Δεν υπάρχει καλύτερο μέσο μεταφοράς μεγάλου πλήθους πιθανών ταραχοποιών, γρήγορα και σε μεγάλες αποστάσεις από συρμούς που αναχωρούν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτός είναι κι ένας απ’ τους λόγους που το Δυτικό Βερολίνο έχει μια μάλλον αποτελεσματική δύναμη ταραχοποιών: το μετρό συνδέει την πανεπιστημιούπολη του Ελεύθερου Πανεπιστημίου που έχει χτιστεί μεταξύ απομονωμένων και θεαματικά μεσοαστικών κατοικιών και των κήπων του Dahlem, κατευθείαν με το κέντρο της πόλης.

Πιό σημαντικοί κι απ’ τις μεταφορές, είναι δυο άλλοι παράγοντες: η αύξηση στον αριθμό των κτιρίων εναντίον των οποίων αξίζει να γίνει ένα μπάχαλο, ή να τεθούν υπό κατάληψη, και η εξέλιξη της γειτνίασής τους με συνοικισμούς πιθανών ταραχοποιών. Έτσι, αν και είναι γενικά αληθές ότι η έδρα της κυβέρνησης ή των τοπικών αρχών είναι ολοένα και πιο απομακρυσμένα απ’ τις ταραχώδεις συνοικείες, και οι πλούσιοι κι ευγενείς σπάνια ζουν σε παλάτια στο κέντρο (τα διαμερίσματα είναι ταυτόχρονα λιγότερο εκτεθειμένα και πιο ανώνυμα), ωστόσο οι διάφοροι ευαίσθητοι θεσμοί έχουν πολλαπλασιαστεί. Υπάρχουν τα κέντρα των επικοινωνιών (τηλεφωνία, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Ακόμα και ο λιγότερο έμπειρος οργανωτής ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος αλλά και μιας εξέγερσης γνωρίζει τη σημασία τους. Υπάρχουν τα γιγαντιαία γραφεία των εφημερίδων, ευτυχώς τόσο συχνά συγκεντρωμένα στα παλιά κέντρα των πόλεων, που παρέχουν αξιόλογες ποσότητες υλικού για οδοφράγματα, κάλυψη ή φωτιά, όπως τα φορτηγάκια διανομής, πάκοι χαρτιού, εκτυπωτικό υλικό. Όλα αυτά χρησιμοποιούνταν για τους σκοπούς των οδομαχιών ευρέως μέχρι το 1919 στο Βερολίνο, από τότε και μετά όμως όχι ιδιαίτερα. Υπάρχουν, όπως όλοι γνωρίζουμε πια, τα πανεπιστήμια. Αν και η γενική τάση μεταφοράς τους εκτός του κέντρου της πόλης έχει ελαχιστοποιήσει τις εξεγερτικές δυνατότητές τους, υπάρχουν ακόμη αρκετοί ακαδημαϊκοί χώροι που ξέμειναν στο μέσο μεγάλων πόλεων προς ικανοποίηση των ακτιβιστών. Εκτός αυτών, η έκρηξη της ανωτάτης εκπαίδευσης έχει γεμίσει τα πανεπιστήμια ασφυκτικά με χιλιάδες ή ακόμα και δεκάδες χιλιάδες πιθανούς διαδηλωτές ή μαχητές. Υπάρχουν, πάνω απ’ όλα, τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, συμβολικά και πραγματικά στοιχεία της δομής εξουσίας, που ολοένα και περισσότερο συγκεντρώνονται σ’ αυτούς τους όγκους κρύσταλλου και τσιμέντου στους οποίους ο ταξιδώτης εύκολα αναγνωρίζει το κέντρο μιας πρότυπης πόλης του 21ου αιώνα.

Θεωρητικά, το καθένα απ’ αυτά θα μπορούσε από μόνο του να βρίσκεται στο στόχαστρο των ταραχοποιών όσο και τα δημαρχεία ή τα κοινοβούλια, καθώς η IBM, η Shell, ή η General Motors έχουν τουλάχιστον τόσο βάρος όσο και οι περισσότερες κυβερνήσεις. Οι τράπεζες εδώ και καιρό έχουν συνειδητοποιήσει το πόσο ευάλωττες είναι, και σε ορισμένες λατινικές χώρες – η Ισπανία είναι ένα καλό παράδειγμα – ο συνδυασμός συμβολικής αρχιτεκτονικής χλιδής και βαριάς οχύρωσης παρέχει το πλησιέστερο παράδειγμα μεσαιωνικής ακρόπολης όπου αμπαρώνονταν οι φεουδάρχες τον μεσαίωνα. Ακόμη κι αν τις αντικρύσει κανείς υπό ισχυρή αστυνομική περιφρούρηση σε στιγμές έντασης είναι μια εκπαιδευτική εμπειρία, ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι μόνοι πρωταθλητές της άμεσης δράσης που συστηματικά προσελκύονται απ’ αυτές είναι οι απολίτικοι ληστές και οι επαναστάτες “απαλλοτριωτές”. Αν όμως εξαιρέσουμε κάποια πολιτικά και οικονομικά αμελητέα σύμβολα του αμερικανικού τρόπου ζωής όπως οι τα Ξενοδοχεία Hilton, και τα περιστασιακά αντικείμενα μιας συγκεκριμένης εχθρότητας όπως η Dow Chemical, οι ταραχές σπάνια στοχεύουν άμεσα κάποιο απ’ τα κτίρια των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Δεν είναι ιδιαίτερα ευάλωττα. Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μερικές σπασμένες βιτρίνες ή ακόμα και μια κατάληψη μερικών τετραγωνικών απ’ τα γραφεία τους, για να διακοπεί η ομαλή λειτουργία μιας σύγχρονης εταιρίας πετρελαίου.

Απ’ την άλλη όμως, το “κέντρο” (downtown) είναι ευάλωττο συλλογικά. Η διακοπή της κυκλοφορίας, το κλείσιμο των τραπεζών, οι υπάλληλοι γραφείων που δεν μπορούν ή απλά δεν πάνε στη δουλειά, οι επιχειρηματίες που κλείνονται αβοήθητοι στα ξενοδοχεία χάνοντας τα ραντεβού τους, ή ανήμποροι να φτάσουν στους προορισμούς τους: όλα αυτά παρεμβαίνουν πολύ σοβαρά στις δραστηριότητες μιας πόλης. Μάλιστα, κάτι τέτοιο κόντεψε να γίνει στις ταραχές του 1967 στο Ντητρόιτ. Επιπλέον, σε πόλεις που αναπτύσσονται σύμφωνα με το βορειοαμερικανικό μοτίβο, κάτι τέτοιο είναι πιθανό να συμβεί αργά ή γρήγορα. Διότι, είναι γνωστό ότι οι κεντρικές ζώνες μιας πόλεις, όπως και το άμεσο περιβάλλον τους γεμίζουν με τις μειονότητες των φτωχών μόλις οι πιο εύποροι λευκοί τις εγκαταλείψουν για κάποιο προάστιο. Τα γκέττο κυκλώνουν το κέντρο σαν σκοτεινές και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Είναι αυτή ακριβώς η συσσώρευση των πιο άπορων και ανεξέλεγκτων δίπλα σε λίγα ασυνήθιστα ευαίσθητα αστικά κέντρα που δίνει στους αγωνιστές έστω και μιας μικρής μειοψηφίας την πολιτική δυνατότητα, την οποία οι ταραχές των μαύρων σίγουρα θα στερούνταν, εάν το 10-15% του πληθυσμού των ΗΠΑ που αποτελούν οι αφροαμερικάνοι ήταν πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο σ’ αυτήν την πελώρια και σύνθετη χώρα.

Παρολαυτά, ακόμα κι αυτή η αναβίωση των ταραχών στις δυτικές πόλεις είναι σχετικά περιορισμένη. Ένας ευφυής και κυνικός αστυνομικός διευθυντής θα θεωρούσε πιθανότατα όλα τα έκτροπα που συνέβησαν στις δυτικές πόλεις τα πρόσφατα χρόνια ως μικρο-επεισόδια, που μεγενθύνονται από τον δισταγμό ή την ανικανότητα των αρχών και την επίδραση της εκτεταμένης δημοσιότητας. Με εξαίρεση τις ταραχές του Quartier Latin τον Μάη του 1968 στο Παρίσι, καμμιά τους δεν έμοιαζε σαν να μπορεί, ή ακόμα και σαν να σκοπεύει, να ανατρέψει κυβερνήσεις. Όποιος επιθυμεί να κρίνει ο ίδιος τί ήταν μια αυθεντική old-style εξέγερση των φτωχών της πόλης, ή ένας σοβαρός ένοπλος ξεσηκωμός, και τί μπορούν να πετύχουν, πρέπει να πάει στις πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου: Στην εξέγερση της Νάπολης ενάντια στους Γερμανούς το 1943, στην Αλγερινή Κάσμπα του 1956 (εξαιρετικές ταινίες έχουν βγει σχετικά μ’ αυτήντ ην εξέγερση), στην Μπογκοτά του 1948, πιθανόν στο Καράκας και σίγουρα στον Άγιο Δομήνικο του 1965.

Η αποτελεσματικότητα των σύγχρονων ταραχών στις δυτικές πόλεις, δεν οφείλεται τόσο στην πραγματική δραστηριότητα των ταραχοποιών, όσο στο πολιτικό τους πλαίσιο. Στα γκέττο των ΗΠΑ επέδειξαν ότι οι μαύροι δεν είναι πια διατεθειμένοι να δεχθούν την μοίρα τους παθητικά, και καθαυτόν τον τρόπο επιτάχυναν την ανάπτυξη της μαύρης πολιτικής συνείδησης και τον φόβο των λευκών. Ωστόσο, ποτέ δεν πήραν τον χαρακτήρα σοβαρής άμεσης απειλής ακόμα και για τις τοπικές δομές εξουσίας. Στο Παρίσι απέδειξαν την αστάθεια ενός φαινομενικά σταθερού και μονολιθικού καθεστώτος. (Η πραγματική δύναμη πυρός των εξεγερμένων δε δοκιμάστηκε ποτέ πραγματικά, αν και ο ηρωισμός τους είναι αναμφίβολος: λιγότεροι από 2 ή 3 ανθρώπους σκοτώθηκαν, κι αυτοί σχεδόν σίγουρα από ατύχημα). Σε κάθε άλλο μέρος, οι φοιτητικές διαδηλώσεις και ταραχές, αν και με αρκετή επίδραση εντός των πανεπιστημίων, εκτός τους δε συνιστούσαν παρά μια αστυνομική δουλειά ρουτίνας.

Όμως αυτό μπορεί να ισχύει και για όλες τις αστικές ταραχές, γι αυτό και μια μελέτη του συσχετισμού τους με διαφορετικούς τύπους πόλεων είναι ένα αρκετά σημαντικό έργο. Το Γεωργιανό Δουβλίνο, δεν προσφέρεται εύκολα για εξεγέρσεις, και ο πληθυσμός του, ακόμα και όσοι προσφέρονται περισσότερ, δεν έχουν δείξει κάποια ιδιαίτερη τάση πρόκλησης ή έστω συμμετοχής σε εξεγέρσεις. Η εξέγερση του Πάσχα (Easter Rising) έλαβε χώρα εκεί επειδή εκεί ήταν η πρωτεύουσα, όπου υποτίθεται ότι λαμβάνονται οι βασικές εθνικές αποφάσεις, και παρόλο που απέτυχε πολύ γρήγορα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της ιρλανδικής ανεξαρτησίας, επειδή ήταν τέτοια η κατάσταση στην Ιρλανδία το 1917-21 που επέτρεψε κάτι τέτοιο. Η Αγία Πετρούπολη, που χτίστηκε απ’ το μηδέν βάσει ενός γιγαντιαίου και γεωμετρικού σχεδιασμού, είναι χαρακτηριστικά αποτρεπτική για κάθε είδους οδοφράγματων ή οδομαχιών, ωστόσο η Ρωσσική Επανάσταση ξεκίνησε και πέτυχε εκεί. Αντίθετα, το παροιμιώδες οικιστικό χάος της Βαρκελώνης, με τα παλιότερα κομμάτια της πόλης που φαίνονται ιδανικά για ταραχές, σπάνια παρήγαγε εξεγέρσεις. Ο καταλανικός αναρχισμός, με όλους τους βομβιστές τους, τους πιστολέρος, τους ενθουσιώδεις οπαδούς της άμεσης δράσης, μέχρι το 1936 δεν ήταν παρά ένα σύνηθες πρόβλημα δημόσιας τάξης για τις αρχές, τόσο περιορισμένο που οι ιστορικοί εκπλήσσονται όταν βλέπουν πόσο λίγοι αστυνομικοί υποτίθεται ότι (μάλλον αναποτελεσματικά) διασφάλιζαν την προστασία τους.

Οι επαναστάσεις προκύπτουν από πολιτικές καταστάσεις, κι όχι επειδή από κάποια πολεοδομική ευκολία για εξέγερση. Παρολαυτά, μια αστική ταραχή, ή ένας αυθόρμητος ξεσηκωμός μπορεί να η φωτιά που θα κάνει τον κινητήρα της επανάστασης να πάρει μπρος. Μια φωτιά που είναι πιθανότερο ν’ ανάψει σε πόλεις που ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν την εξέγερση. Ένας φίλος μου, που έτυχε να ηγηθεί της εξέγερσης του 1944 ενάντια στους Γερμανούς στο Quartier Latin του Παρισιού, περπάτησε στην περιοχή το ξημέρωμα μετά την Νύχτα των Οδοφραγμάτων το 1968, αντικρύζοντας με συγκίνηση ότι οι νεαροί που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1944 είχαν στήσει αρκετά απ’ τα οδοφράγματά τους στα ίδια ακριβώς σημεία με τότε. Κι ακόμα, θα προσέθετε ένας ιστορικός, στα ίδια μέρη που είχαν στηθεί τα οδοφράγματα του 1830, του 1848 και του 1871. Δεν προσφέρεται κάθε πόλη τόσο φυσικά σ’ αυτήν την εξάσκηση, όπου κάθε γενιά εξεγερμένων θυμάται ή ανακαλύπτει εκ νέου τα πεδία των μαχών των προγόνων της. Έτσι τον Μάη του 1968 οι πιο σφοδρές συγκρούσεις συνέβησαν γύρω απ’ τα οδοφράγματα της οδού Gay Lussac και πίσω απ’ την οδό Soufflot. Σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, στην Κομμούνα του 1871, ο ηρωικός Raoul Rigault που διέταξε το στήσιμο οδοφραγμάτων στην ίδια εκείνη περιοχή, συνελήφθη και σκοτώθηκε – την ίδια εκείνη μέρα του Μάη – απ’ τους Βερσαγιέζους. Δεν είναι κάθε πόλη σαν το Παρίσι. Η ιδιαιτερότητά του μπορεί να μην είναι πια αρκετή να επαναστατικοποιήσει τη Γαλλία, όμως η παράδοση και το περιβάλλον είναι ακόμα αρκετά ισχυρά για να παράγουν ότι πιο κοντινό σε μια επανάσταση, σε μια ανεπτυγμένη δυτική χώρα.

Σημειώσεις:

[1] Το κατά πόσο αυτά τα προάστια της εργατικής τάξης μπορούν να απομονωθούν απ’ το κέντρο της πόλης και να παραμείνουν άμεσος παράγοντας των εξεγέρσεων είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Το Sans στη Βαρκελώνη, το μεγάλο οχυρό του αναρχισμού, δεν έπαιξε κάποιον σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1936, ενώ το Floridsdorf στη Βιέννη, ένας εξίσου ισχυρός θύλακας του σοσιαλισμού, δεν κατάφερε πολύ περισσότερα απ’ το να μείνει σε απομόνωση αφότου οι εξεγέρσεις στην υπόλοιπη πόλη ηττήθηκαν το 1934.

Οδηγός ενός σκεπτικιστή για το Τριπάρισμα

Flammarion2Αναδημοσίευση από το Psy-Zone

*Τριπάρω (trip-tripping): Λέξη που προέρχεται από την αργκό της κουλτούρας των εμπειριών με ψυχοδηλωτικές ουσίες  και περιγράφει το »ταξίδι» του μυαλού που κάνει κάποιος με την χρήση αυτών των ουσιών.

Το tripping είναι σα να ονειρεύεσαι. Μια αυθεντική ενορατικότητα, μια εσωτερική επίγνωση μπορεί να αναδυθεί σαν φούσκα από τα βάθη του υποσυνειδήτου σου και επιδέξια να λύσει ένα πρόβλημα που βρίσκει δισεπίλυτο το νηφάλιο μυαλό σου. Ή μπορεί να βυθιστείς σε μια κατάσταση απόλυτης ανοησίας, σαν αποτέλεσμα της έκρηξης των εγκεφαλικών σου συνάψεων χωρίς λογική και συνοχή.

Όπως ακριβώς δεν λογαριάζεις τα όνειρά σου αληθινά, έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεις και τις ψυχεδελικές ουσίες. Είναι ζωτικής σημασίας να επιλέξεις ποια μαθήματα θα πάρεις κατά την επιστροφή σου στην πραγματικότητα και ποια θα αφήσεις πίσω σου.

Σοφία ή δόγμα;

tripping hazards

Πολλοί «ψυχοναύτες» διαδίδουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις και τις εικασίες τους σαν να είναι γεγονότα. Κάποιες φορές παίρνουν έναν αρχαίο μύθο, όπως αυτόν του αμαζονιακού ανιμισμού και τον «ντύνουν» με μία new-age φρασεολογία περί πνευματικότητας, ενέργειας και δονήσεων. «Η μητέρα Ayahuasca», λένε, «είναι το εργοστάσιο της φύσης, που προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί μας, εξυψώνοντάς μας σε μια ανώτερη δόνηση»..

Άλλες φορές αναφέρουν μια σχετικά ελέγξιμη επιστημονική υπόθεση, παρουσιάζοντάς την ως απόλυτο δεδομένο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο μύθος που λέει ότι το DMT είναι υπεύθυνο για την πρόκληση των ονείρων και ότι απελευθερώνεται όταν ένα άτομο πεθαίνει. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι ιδέες αυτές είναι ενδιαφέρουσες, αλλά όταν παρουσιάζονται ως «αδιαμφισβήτητη αλήθεια», σίγουρα περιορίζουν παρά απελευθερώνουν.

Η επιθυμία να μοιραστούμε μια εμπειρία είναι φυσική και σαφώς χαρακτηρίζεται από καλές προθέσεις – και ιδιαίτερα το μοίρασμα της «σοφίας», ύστερα από μια έντονη ψυχεδελική εμπειρία. Είτε πρόκειται για εξωγήινους και άυλες οντότητες, κοσμογονία, γενετική, και καμένες κβαντικές θεωρίες, είτε για μια επικείμενη αποκάλυψη, ο αυθόρμητος και χωρίς κριτική σκέψη εξερευνητής, σπεύδει να μοιραστεί την εμπειρία του με όποιον είναι πρόθυμος να την ακούσει.

Είναι μια πραγματικά ευγενική πρόθεση επικοινωνίας, δίχως άλλο. Ωστόσο, ο δογματισμός ντυμένος με τη μορφή της σοφίας, εξακολουθεί να είναι δογματισμός. Οι ευαγγελιστές έχουν τις ίδιες ευγενικές προθέσεις όταν χτυπούν από πόρτα σε πόρτα, αλλά αυτό δεν τους κάνει λιγότερο ενοχλητικούς, με τα αυτάρεσκα χαμόγελα και τον ενθουσιασμό πωλητή. Ξεχνούν ότι η φώτιση έρχεται με πολλές μορφές και ότι το ίδιο μέγεθος σίγουρα δεν ταιριάζει σε όλους.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θέλω να ενθαρρύνω τον σκεπτικισμό στην ψυχεδελική κοινότητα. Μερικές ψυχεδελικές συνειδητοποιήσεις πράγματι αποτελούν το απαύγασμα της ενορατικότητας, της αυτεπίγνωσης και της αυτοσυνείδησης. Αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, θα παραδεχτούμε ότι οτιδήποτε άλλο δεν είναι παρά αποκύημα της φαντασίας – μια υποσυνείδητη ανάληψη ελευθερίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στα όνειρα. Σαφώς και δεν υπάρχει λόγος να απορρίψουμε όλες αυτές τις εμπειρίες, μπορούμε ωστόσο να τις θεωρήσουμε ως καλές αναμνήσεις και όχι μαθήματα ζωής.

Το παράδοξο είναι ότι, αν δώσουμε πολλή έμφαση στην ψυχεδελική εμπειρία, θα υπονομεύσουμε την δυνατότητά μας να μας παρέχει μια πραγματική και ουσιαστική ενορατική εμπειρία. Τότε το tripping θα μας κάνει αφελείς, παράλογους, ηλίθια έρμαια της δικής μας φαντασίας. Και ακριβώς έτσι βλέπει συνήθως ο κόσμος τους λάτρεις των ψυχεδελικών εμπειριών.

Terence McKenna

Μεγάλο παράδειγμα αποτελεί ο Terence McKenna. Παρότι θαυμάζω την ακανθώδη κριτική του πάνω στους θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας, κάποιες «θεωρίες» του – ιδίως εκείνες που αναφέρονται σε Ζώνη Μηδέν, μαστουρωμένους πιθήκους και σε μια νοημοσύνη εξωγήινου μανιταριού – δεν είναι τίποτε άλλο παρά φαντασία και μυθεύματα. Η παρουσίαση των θεωριών του μπορεί να είναι πειστική σε ορισμένους, όμως ένας τόσο καλός χρήστης της γλώσσας όπως ο McKenna, μπορεί εύκολα να θεμελιώσει οποιαδήποτε θεωρία του κάνει κέφι. Το παράπονό μου δεν τίθεται τόσο στον ίδιο τον McKenna – ο οποίος προώθησε στοχαστικές διερωτήσεις και ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι διαθέτει το μονοπώλιο στην αλήθεια -, όσο στους θαυμαστές του που παίρνουν τις εικασίες του σαν ευαγγέλιο. Δεν πρέπει να συγχέουμε τη φανταστική λογοτεχνία με την πραγματικότητα, όσο δελεαστικό κι αν είναι. Ο σκεπτικισμός απαιτεί πολλά περισσότερα.

Η Αξία των μικρών διορατικών ιδεών

Κατά τη γνώμη μου οι πιο προσωπικές συνειδητοποιήσεις συνήθως έχουν και τη μεγαλύτερη σημασία. Σχετίζονται περισσότερο με την καθημερινότητα ενός ατόμου, απ΄ό,τι αποκαλυπτικά ευαγγέλια με παράλληλες διαστάσεις, θεωρίες συνομωσίας, εμφυτευμένα πνεύματα ή αστρικά ταξίδια. Εάν η ψυχεδελική εμπειρία είναι ένα ταξίδι μέσα στο εσωτερικό τοπίο του Εαυτού, είναι λογικό η νεοαποκτηθείσα γνώση να παραμένει στο πεδίο του εαυτού και να μην «εξαπλώνεται» σε κάποιο συμπαντικό, κοσμικό σύνολο. Το φάρμακο είναι ένα χημικό εργαλειακό βοήθημα, όχι μια δίοδος για την απόλυτη αλήθεια.

Discovering the secrets of the universe? Or just tripping balls?

Ανακαλύπτεις τα μυστήρια του σύμπαντος ή απλά τριπάρεις άσχημα ;

Σκεφτείτε το. Εκτός αν είστε κάποιος ατομικός φυσικός που χρειάζεται μια άμεση έμπνευση, μια χρήση του LSD μάλλον δύσκολα θα σας βοηθήσει να ανακαλύψετε κάτι για τη δομή της πραγματικότητας που αντιστέκεται στον έλεγχό της. Μπορεί να αισθάνεστε διαφορετικά – μπορεί να είστε απόλυτα πεπεισμένος ότι η αστρική μορφή σας έχει επισκεφτεί τα πέρατα του παραδείσου και της κόλασης, σφυριλατήθηκε μέσω της καθαρής γνώσης και της απόλυτης αγάπης και επέστρεψε για να διδάξει την ανθρωπότητα – , αλλά ειλικρινά, όλα προέρχονται από τον εαυτό σας. Και άλλοι άνθρωποι εξερευνούν τα δικά τους εσωτερικά κοσμοσύνολα, διαφορετικά αλλά εξίσου έγκυρα με εσάς.

Εάν η ψυχεδελική εμπειρία είναι ένα ταξίδι μέσα στο το εσωτερικό τοπίο του Εαυτού, τότε ισχύει ότι κάθε σοφία που αποκτήθηκε θα αφορά εκείνο το επίπεδο,όχι το σύμπαν γενικότερα.

Ακόμα και όταν πολλοί εκτίθενται σε ένα ναρκωτικό, όπως το DMT, και έχουν παρόμοιες εμπειρίες, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει – η νευρολογική μας «καλωδίωση» είναι ουσιαστικά η ίδια. Είναι λογικό μια χημική ουσία να επηρεάζει άτομα του ίδιου είδους με παρόμοιους τρόπους. Επομένως, δύσκολα αποδεικνύεται ότι το DMT είναι μια πύλη σε μια εναλλακτική διάσταση που κατοικείται από νοήμονα ρομπότ ξωτικά. Δε μπορεί παρά να είναι μια νέα υπόθεση – ίσως και επιστημονικά ελέγξιμη -, αλλά τίποτα περισσότερο. Η επιστημονική αρχή, γνωστή και ως «Το Ξυράφι του Όκκαμ» που αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας, εκφράζει ότι «κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες». Βάσει αυτής της αρχής υποδηλώνεται ότι οι εμπειρίες αυτές είναι νευρολογικής και όχι οντολογικής φύσης. (Βλ. James Kent and Teafaerie for in-depth critiques of the DMT entity phenomenon).

Η ουσία είναι ένα χημικό εργαλείο, δεν είναι μια ευθεία γραμμή με στόχο την αλήθεια.

 

Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Sam Harris, «Θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά βραδύνοες, ώστε να βγάλουμε συμπεράσματα σχετικά με τη φύση του σύμπαντος βασιζόμενοι σε μια εσωτερική εμπειρία – χωρίς να έχει σημασία το βάθος και η ένταση της εμπειρίας αυτής». Οπότε παραμερίστε για λίγο τον έντονα και επώδυνα πραγματικό χαρακτήρα των ψυχεδελικών σας ταξιδιών. Προσπαθήστε να εξαλείψετε για λίγο τις συναισθηματικές σας προκαταλήψεις και να εξετάσετε τις εσωτερικές σας ενοράσεις εξονυχιστικά, με ψυχρή λογική. Το tripping χαρακτηρίζεται από άγριες δημιουργικές εκρήξεις, αχαλίνωτη φαντασία, αδέσμευτη υπεροχή της φαντασίας και μη γραμμικά μοτίβα σκέψης – λόγοι αρκετά καλοί για να μην εκλαμβάνονται ως στιγμιαίες αναλαμπές αντικειμενικών δεδομένων, της αλήθειας εν γένει.

Παίζοντας με το μυαλό

Μια εμπειρία εννοείται ότι μπορεί να έχει νόημα ακόμα κι αν είναι ενδογενής. Ποτέ δε θα απέρριπτα την ψυχεδελική εμπειρία ως μια «απλή χημική αντίδραση» – εξάλλου, το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για την αγάπη, για τη συμπόνια, για να μην αναφέρουμε τη συνείδηση γενικότερα. Αλλά αν εφαρμόσουμε μια αυστηρή κριτική σκέψη, σαν μια διαδικασία ενσωμάτωσης αυτής της εμπειρίας στην ιδιοσυγκρασία μας, θα αναδείξουμε πρακτικά μαθήματα ως προς τον τρόπο της λειτουργικής μας σκέψης και όχι μια κάποια ιδεολογία.

Adrianna Williams/Corbis

(Adrianna Williams/Corbis)

Σκεφτείτε πόσο εύκολο είναι να ξεγελάσουμε τον εγκέφαλό μας. Εάν ένας νευρολόγος εφαρμόσει ηλεκτρικούς διεγέρτες και ηλεκτρόδια ερεθίζοντας διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου μας, θα βιώσουμε και διαφορετικές αισθήσεις: ζεστό, κρύο, ευδαιμονία, παράνοια, και ούτω καθεξής. Μπορεί ακόμα να έχουμε την ψευδαίσθηση εικόνων ή ήχων.

Αυτές οι αισθήσεις δε διαφέρουν σε τίποτα από τις αληθινές αισθήσεις, με δυσδιάκριτα όρια από την πραγματικότητα. Όσο ο νευρολόγος παίζει κομπολόι με το μυαλό μας, θα έχουμε την εντύπωση ότι στο δωμάτιο κάνει πολλή ζέστη ή ότι παίζει μουσική το τσίρκο της γειτονιάς. Και θα είμαστε εκτός πραγματικότητας, απολύτως λάθος.

Γνωρίζουμε επομένως από τις νευροεπιστήμες και από τα όνειρά μας ότι μια εξαιρετικά αληθοφανής και ρεαλιστική εμπειρία μπορεί να προκληθεί στο μυαλό, χωρίς κάποιο εξωτερικό ερέθισμα. Μπορούμε εύκολα να παίξουμε με το ανθρώπινο μυαλό.

Αυτό κάνουν και οι ψυχότροπες ουσίες – διαταράσσουν τον εγκέφαλο, μεταβάλλουν ριζικά την αντίληψη και τη γνωστική επεξεργασία. Μερικές ουσίες, όπως η καφεΐνη και οι αμφεταμίνες, μπορούν να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για την εστίαση προσοχής και την απόδοση ενός ατόμου. Τα ψυχεδελικά μπορούν επίσης να βελτιώσουν πολλές από τις πνευματικές μας ικανότητες και δεν θα πρέπει να απορρίπτονται ως κοινές τοξικές – ναρκωτικές ουσίες.

Μη βιάζεστε να γεμίσετε το πηγάδι της αβεβαιότητας. Οχυρώστε το καλύτερα.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: τα ψυχεδελικά μπορούν να προκαλέσουν παραισθησιογενείς εγκεφαλικές λειτουργίες. Οι απρόσεκτοι εξερευνητές του νου είναι πιθανό να προκαλέσουν σύγχυση ανάμεσα στις αυτοπαραγόμενες ιδέες τους με την «πραγματικότητα», μια σύγχυση που μπορεί να διαρκέσει αρκετά αφότου το trip έχει τελειώσει. Τα «νηφάλια» μυαλά κάνουν το λάθος αυτό εξίσου: η αντίληψη είναι μια εξαιρετικά υποκειμενική διαδικασία γεμάτη προκαταλήψεις και προβολές – ακόμα και στις καλύτερες των περιπτώσεων, αλλά οι δύτες και οι εξερευνητές της βαθύτερης συνείδησης του εαυτού, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι.

Μπορεί να μην είναι δημοφιλής άποψη, αλλά ο κίνδυνος της ψευδαίσθησης και της πλάνης είναι ακόμα υψηλότερος σε ένα θρησκευτικό πλαίσιο. Παρά το γεγονός ότι μια βακχική τελετή, όπως της Ayahuasca, είναι πολύ καθοδηγητική για περιηγήσεις σε εσωτερικά μονοπάτια, έρχεται με το βάρος πολυετών μυθολογικών αποσκευών. Πνευματιστές και τουρίστες ανά τον κόσμο εξορμούν στο Περού για να επισκεφτούν τη μητέρα Ayahuasca και άλλες θεότητες διδασκαλίας, όχι με την πρόθεση να τις βιώσουν ως εμπειρίες ή ως έννοιες, αλλά ως αυτόνομα, συναισθανόμενα όντα.

Είμαι πρόθυμος να διασκεδάσω με τέτοιες υποθέσεις, αλλά δε νομίζω ότι αυτή η έκδοση της πραγματικότητας που προσφέρεται από τους περουβιανούς πνευματιστές είναι η μόνη που πρέπει να εξετάσουμε. Είναι απλώς μια πολιτιστική αφήγηση και υπάρχουν χιλιάδες σαν κι αυτή. Ο μύθος της Ayahuasca δημιουργεί μια δελεαστική σήραγγα ανάμεσα σε πραγματικό και πνευματικό: είναι αρχαία, αποκρυφιστική, «αυθεντική» και ως εκ τούτου προσφέρει μια διέξοδο από τον φαινομενικά θλιβερό, υλιστικό μας κόσμο. Έχει υποστηριχτεί ότι το σαμανικό σύστημα πεποιθήσεων δρα σαν άγκυρα, υποβοηθώντας τη γείωση μιας βακχικής, τελετουργικής εμπειρίας. Απλά θυμηθείτε ότι οι άγκυρες μπορεί να συγκρατήσουν οποιαδήποτε κίνηση – ακόμα και την κίνηση προς τα μπροστά.

Σκάβοντας το Πηγάδι της αβεβαιότητας

«Είναι σημάδι ενός εκπαιδευμένου μυαλού να διασκεδάσει με μια ιδέα χωρίς την αποδοχή της. «

-Αριστοτέλης

Η φώτιση έρχεται με πολλές μορφές, και ένα μέγεθος σίγουρα δεν ταιριάζει σε όλους.

Τα μυαλά μας είναι καλωδιωμένα με γνωστικές προκαταλήψεις που διαστρεβλώνουν την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Πιο αξιοσημείωτες τέτοιες είναι ενδεχομένως τα Σφάλματα Επιβεβαίωσης (του επόμενου) («Confirmation Bias«). Προκειμένου να επιβάλλουμε το εσωτερικό μας πρότυπο για τον κόσμο, αγνοούμε κάθε απόδειξη περί του αντιθέτου και γαντζωνόμαστε σε ιδέες που αποδεικνύονται αναξιόπιστες.

Τα ψυχεδελικά μπορούν να διαλύσουν τέτοιου είδους αυταπάτες. Σου υπενθυμίζουν ότι το να μη γνωρίζεις είναι εντάξει. Χρησιμοποιούμενα απερίσκεπτα ωστόσο, θα αντικαταστήσουν απλώς τις ψευδαισθήσεις σου με άλλες τέτοιες. Αυτό είναι μέρος της δουλειάς του Εγώ – να γεμίζει το κενό της αβεβαιότητας με την καλύτερη εικασία, έστω κι αν αυτή είναι παράλογη. Πρέπει να είναι κανείς αφοσιωμένος εξερευνητής για να αποφύγει αυτήν την παγίδα.

Αφήστε τα ταξίδια να σας κρατήσουν ταπεινό. Η κενότητα του να μη γνωρίζεις είναι πολύτιμη.

Δεν θέλω να μηδενίσω την αξία των ψυχεδελικών ως γνωστικά εργαλεία -το αντίθετο. Με τη βοήθειά τους, έχω βιώσει συναισθήματα που δεν φανταζόμουν ότι ήταν εφικτά, και έχω ανακαλύψει μέρη του εαυτού μου που αγνοούσα την ύπαρξή τους. Έχουμε εμπλακεί όλοι μας σε μεταφυσικές περιπλανήσεις, ανιχνεύοντας τον ιστό του χωροχρόνου και της ανθρώπινης φύσης, κερδίζοντας ίσως μια βαθύτερη κατανόηση της θέσης μας στον κόσμο (cosmos). Πολλοί από μας έχουμε βιώσει μια αίσθηση ενότητας (oneness) ή «Samadhi» που αψηφά τη λεκτική επικοινωνία. Αυτές τις εμπειρίες δεν μπορεί να μας τις πάρει κανείς, και μια δόση σκεπτικισμού δεν είναι ικανή να τις απαξιώσει.

You never know what you’ll find in the subterranean realms of Self.

Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρείτε στα υπόγεια βασίλεια του Εαυτού σου.

Είναι όταν η ενόραση έρχεται με την μορφή παράδοξων ή αδικαιολόγητων απαιτήσεων που πρέπει να προσέξουμε. Κι ακόμη και στις περιπτώσεις υπερ-διάστατων οντοτήτων και παραλλήλων συμπάντων, δεν είναι ανάγκη να τα απορρίψουμε εξ ολοκλήρου. Χρειάζεται απλώς να δεχθούμε ότι δεν είναι παρά υποθέσεις, και να τις ζυγιάσουμε πλάι σ” άλλες υποθέσεις χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα στοιχεία. Αυτή είναι η επιστημονική και, θεωρώ, η πιο γόνιμη προσέγγιση στα ψυχεδελικά οράματα.

Εφαρμόστε τη λογική σαν ένα κόσκινο, φιλτράροντας τα πετράδια της σοφίας από τη σκόνη. 

Δεν προτείνω την αυτολογοκρισία. Ας συνεχίσουμε να μοιραζόμαστε τις εμπειρίες των ταξειδιών μας, ακόμα και τις πιο εξωφρενικές απ” αυτές! Αλλά παρακαλώ, αντισταθείτε στον πειρασμό να τοποθετήσετε τα πιστεύω σας στο βάθρο της Απόλυτης Αλήθειας. Όταν δυο άνθρωποι με πολύ διαφορετικές κοσμοθεωρίες συγκρούονται σ” έναν διάλογο, μπορούν είτε να συγκρουστούν βίαια, είτε να εξερευνήσουν ο ένας την προοπτική του άλλου με περιέργεια και συμπάθεια. Όταν παρουσιάζουμε τις πεποιθήσεις μας ως τέτοιες, δηλαδή πεποιθήσεις, μπορούμε να συνδιαλεχθούμε με άλλους ανθρώπους χωρίς να προσπαθούμε να τους πείσουμε, να τους προσηλυτίσουμε, ή να τους απειλούμε.

Τα ταξίδια, όπως και τα όνειρα, μπορούν να είναι εξίσου κατατοπιστικά και παραπλανητικά, καθώς μιλούν μια γλώσσα συμβολική και συναισθηματική. Και όπως ακριβώς τα όνειρα, υπάρχει μια μέση οδός μεταξύ της λατρείας τους ως θεϊκές αποκαλύψεις και της πλήρους άγνοιάς τους.

Σκεφτείτε τα ταξείδια σαν μια ανασκαφή στα υπόγεια βασίλεια του Εαυτού. Μη γεμίζετε το καρότσι στα τυφλά με όποια πέτρα βρίσκετε μπρος σας. Εφαρμόστε τη λογική σαν ένα κόσκινο, φιλτράροντας τα πετράδια της σοφίας από τη σκόνη. Συλλέξτε και γυαλίστε τους πολύτιμους λίθους αυτούς, και με τον καιρό μπορεί να βρείτε έναν πραγματικό θησαυρό.

ΠΗΓΗ : http://psychedelicfrontier.com/

Δεν μεταφράστηκαν τα σχόλια, αλλά για όποιον ενδιαφέρεται βρίσκονται στο τέλος του άρθρου στο link από πάνω.

Μετάφραση: PsyZone friends!

Σχετικά με την αναδιάρθρωση της ποινικής καταστολής

Abstract-Art-Painting-Mirza-Zuplijanin
Αναδημοσίευση από Υστερόγραφα μιας σκευωρίας του Τάσου Θεοφίλου

Η αναδιάρθρωση της ποινικής καταστολής και της φυλακής έχει πολλές προεκτάσεις. Μια από αυτές είναι η οικονομική της διάσταση, που μπορεί να μην είναι η κεντρική, όμως η σημασία της δεν πρέπει να υποτιμάται. Στις ΗΠΑ η αντιμετώπιση της καταστολής ως πεδίου κέρδους έχει πάρα πολύ μεγάλες διαστάσεις και το φαινόμενο ονομάζεται φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Οι ΗΠΑ έχουν το μεγαλύτερο πληθυσμό φυλακισμένων στον κόσμο μετά την Κίνα. Η φυλάκιση και η καταστολή στις ΗΠΑ δεν έχουν ενδιαφέρον μόνο επειδή παρέχουν το μοντέλο διαχείρισης πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, που σταδιακά εξάγεται σε άλλες χώρες  όπως η Ελλάδα, αλλά ότι αυτό το μοντέλο πέρα από διαχειριστικό είναι και κερδοφόρο. Οι ΗΠΑ πάντα είχαν ιδιαιτερότητες σε σχέση με το ποινικό τους σύστημα, την τιμώριση και τη φυλάκιση, όμως είναι οι τελευταίες δεκαετίες που αυτά επιβάλλονται με νέους όρους.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αντιστοιχούσαν 110 κρατούμενοι ανά 100.000 κατοίκους, δηλαδή ένα ποσοστό της τάξης του 0,1%. Από τότε το ποσοστό αυτό ξεκίνησε να ανεβαίνει για να διπλασιαστεί τη δεκαετία του 1980 και να ξαναδιπλασιαστεί τη δεκαετία του 1990. Το 1998 η αναλογία ήταν 445 ανά 100.000 κάτοικους (ποσοστό 0,45%), ενώ για τους ενήλικες άντρες έφτανε τους 1100 ανά 100.000 (1,1%). Παρατηρείται επίσης και μια ποιοτική αλλαγή της σύνθεσης των κρατουμένων, καθώς οι κρατούμενοι που το 1998 σχετίζονταν με ναρκωτικά έγιναν υπερδιπλάσιοι από το συνολικό αριθμό κρατουμένων το 1978. Από το 1980 μέχρι το 1997 οι κρατούμενοι από 500.000 εκτινάχθηκαν στο 1,8 εκατομμύρια. Μετά την εικοσαετία 1970-1990 χτίσθηκαν περίπου χίλιες φυλακές, ενώ 150 χτίστηκαν μόνο το 1995.

Σήμερα 2.266.832 άτομα, κάτι λιγότερο του 1% του συνολικού πληθυσμού των ΗΠΑ, βρίσκονται στη φυλακή. Ένας στους τριάντα έναν ενήλικες είναι στη φυλακή ή έχει κάποιου είδους περιοριστικούς όρους, οι περισσότεροι για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά.

Το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και γενικότερα η αυστηροποίηση και η ιδιωτικοποίηση της ποινικής καταστολής, συνδέονται με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970, τη μεταφορά κεφαλαίου σε χώρες του τρίτου κόσμου, τις αλλαγές στις σχέσεις μισθωτής εργασίας- κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα και την ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας των ναρκωτικών. Είναι κατ’ επέκταση συνδεδεμένο με τον “πόλεμο κατά των ναρκωτικών” που διεξάγουν οι ΗΠΑ σε διεθνές και εσωτερικό επίπεδο. Ένας πόλεμος που στηρίχτηκε από το δόγμα Νόμος και Τάξη.

Το πρώτο κύμα μεταφοράς κεφαλαίου παρουσιάστηκε τη δεκαετία του 1970 με εργοστάσια να μεταφέρονται στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, όπως η Νότια Καρολίνα, το Τέννεση και η Αλαμπάμα, όπου δεν υπήρχε οργανωμένος συνδικαλισμός και οι μισθοί ήταν χαμηλότεροι. Τη δεκαετία του 1980 με τις κυβερνήσεις Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου, από τη μια η εργατική τάξη δέχθηκε ακόμα μια επίθεση με την επιβολή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, αλλά το κυριότερο με τη μεταφορά των κεφαλαίων σε αγορές με φθηνότερο εργατικό δυναμικό, όπως το Μεξικό, η Βραζιλία και η Ταϊβάν. Αυτοί που δέχτηκαν το χειρότερο πλήγμα ήταν οι Αφροαμερικάνοι κι άλλοι ημι-ειδικευμένοι εργάτες που έχασαν τη θέση τους στη βιομηχανία. Συγχρόνως, μέσα στην οικονομική παρακμή άρχισε να αναδύεται η οικονομία των ναρκωτικών.

Ως αρχή του φυλακοβιομηχανικού συμπλέγματος μπορεί να θεωρηθεί ο Γενάρης του 1973, όταν άρχισε η αυστηροποίηση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Πλέον όσοι σχετίζονταν με αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά αντιμετώπιζαν ποινές από 25ετή κάθειρξη ως και ισόβια χωρίς αναστολή. Από αυτήν την αυστηροποίηση δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι ανήλικοι παραβάτες. Έτσι, η κατοχή 120gr ναρκωτικών για προσωπική χρήση ή 60gr για πώληση μπορούσαν πια να επισύρουν ακόμα και την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Λίγα χρόνια αργότερα ο πρόεδρος Ρέιγκαν κήρυξε τον “πόλεμο κατά των ναρκωτικών” ανοίγοντας ένα διεθνές μέτωπο. Ο “πόλεμος κατά των ναρκωτικών” ήταν από τη μία ένας κυνικός τρόπος για την κυβέρνηση των ΗΠΑ να συγκαλύψει την εμπλοκή της στο διεθνές εμπόριο ναρκωτικών και να αιτιολογήσει την στρατιωτική της εμπλοκή για τον έλεγχο του Τρίτου Κόσμου. Από την άλλη εκτός από την διάσταση της εξωτερικής πολιτικής, εξυπηρετούσε και την πολιτική της ατζέντα στο εσωτερικό. Την επιβολή κατάστασης ηθικού πανικού και την προπαγάνδιση του δόγματος Νόμος και Τάξη.

Το δόγμα Νόμος και Τάξη δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι μια στοχευμένη και μακροχρόνια σχεδιασμένη πολιτική καμπάνια. Ένας πολιτικός σχεδιασμός κερδοφόρας διαχείρισης και καταστολής των αποκλεισμένων. Το εισηγήθηκε ο Reagan το 1960 ως κυβερνήτης της Καλιφόρνια και ο Nixon το 1968 ως υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ. Χρησιμοποιήθηκε για να συντηρητικοποιήσει τη λευκή μεσοαστική κοινωνία και να την ενώσει γύρω από τον φόβο των συμμοριών και των ναρκωτικών ώστε να χτυπήσει εκλογικά και πολιτικά το Δημοκρατικό Κόμμα, κατηγορώντας το ότι είναι επιεικές απέναντι στο έγκλημα και τις ταραχές.

Η πρακτική εφαρμογή του ξεκινάει με την εκλογική νίκη του Ρέιγκαν το 1981 παράλληλα με την κήρυξη του “πολέμου κατά των ναρκωτικών”, που άρχισαν να διορίζονται συντηρητικοί αυστηροί δικαστές μετατρέποντας την ποινική δικαιοσύνη σε ένα υπερόπλο κατά των αποκλεισμένων. Η καμπάνια Νόμος και Τάξη είναι η πρώτη συντεταγμένη προσπάθεια να τοποθετηθούν τόσο οι αποκλεισμένοι όσο και τα διάφορα πολιτικά κινήματα που ανθούσαν τις δεκαετίες  60’ και 70’ αγκαλιάζοντας εργάτες, νεολαίας και λούμπεν, κάτω από τον κοινό παρανομαστή της εγκληματικότητας και να γίνουν έτσι πιο εύκολα διαχειρίσιμοι.

Έτσι χάρη στο Δόγμα Νόμος και Τάξη, ο “πόλεμος κατά των ναρκωτικών” σε εσωτερικό- εθνικό επίπεδο έγινε πόλεμος κατά των αποκλεισμένων, κατά βάση φτωχών Αφροαμερικάνων των αστικών κέντρων, αφού οι αστυνομικές επιχειρήσεις στόχευαν στους μικροδιακινητές και τους χρήστες των κοινοτήτων των Μαύρων. Οι συνέπειες ήταν πέρα από την εκτίναξη του πληθυσμού των φυλακών και η διεθνοποίησή του, με ένα 25% να είναι υπό απέλαση μετά την έκτιση της ποινής του, αφού οι συλλήψεις πέρα από τις κοινότητες των Μαύρων γινόταν επίσης και σε βάρος αναλώσιμων χαμηλόβαθμων διακινητών από χώρες τις Λατινικής Αμερικής που προσπαθούσαν να εισάγουν ναρκωτικά στη χώρα.

Καθώς το δόγμα Νόμος και Τάξη βάθαινε την επιβολή του, οι δικαστές άρχισαν να στέλνουν περισσότερο κόσμο στη φυλακή για περισσότερο καιρό. Ο πληθυσμός των κρατουμένων άρχισε να μεγαλώνει. Οι δικαστικές αποφάσεις άρχισαν να έχουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό των πολιτειών, όπου επέτρεπε να συντηρούν τους κρατούμενους και αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν. Εκατοντάδες νόμοι ψηφίζονταν που αυστηροποιούσαν τη νομοθεσία χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για το πώς θα συντηρηθεί αυτός ο πληθυσμός που επηρεαζόταν από την αυστηροποίηση.

Έτσι άρχισε να προωθείται η ιδέα της ιδιωτικοποίησης των φυλακών από τις κυβερνήσεις Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου, στη λογική της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών. Με την γνωστή επιχειρηματολογία ότι τα κρατικά μονοπώλια είναι δυσλειτουργικά και ζημιογόνα οικονομικά ενώ ο ιδιωτικός τομέας είναι πιο αποτελεσματικός λόγω ανταγωνισμού και μπορεί να παρέχει καλύτερες υπηρεσίες με λιγότερο κόστος. Στη λογική, λοιπόν, της άντλησης κέρδους και από τον τομέα της καταστολής, στα μέσα της δεκαετίας του 1980  άνοιξαν οι πρώτες ιδιωτικές φυλακές. Η κυβέρνηση Κλίντον το προχώρησε ένα βήμα ακόμη ενθαρρύνοντας το Υπουργείο Δικαιοσύνης να τοποθετεί παράνομους μετανάστες και κρατούμενους για ελαφριά αδικήματα σε ιδιωτικές φυλακές με την δικαιολογία ότι ανακουφίζεται  η ομοσπονδιακή αστυνομία από το φόρτο εργασίας. Σήμερα τουλάχιστον 27 πολιτείες έχουν ιδιωτικές φυλακές με 95.000 κρατούμενους περίπου.

Αυτή η αλλαγή, το πέρασμα της φυλακής στον ιδιωτικό τομέα άλλαξε το τοπίο καθώς τα διάφορα λόμπυ που έχουν κέρδος από αυτήν την κατάσταση πιέζουν για αυστηροποίηση της νομοθεσίας ώστε να αυξάνονται οι κρατούμενοι και κατ’ επέκταση τα κέρδη τους. Η αυστηροποίηση δηλαδή της καταστολής έφερε την  “ανάγκη” για ιδιωτικοποίησή της και η ιδιωτικοποίηση με τη σειρά της άνοιξε τον δρόμο για εκ νέου αυστηροποίηση.

Λόμπι

Οι φορείς που έχουν συμφέροντα από το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα αποτελούν ένα λόμπι που πιέζει για χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής που αυστηροποιεί την νομοθεσία. Παράδειγμα η CCPOA, το σωματείο των σωφρονιστικών υπαλλήλων της Καλιφόρνια, αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας της Πολιτείας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η CCA (correction corporation of America) και η GEO Group, οι δυο μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρείες των ΗΠΑ, οι οποίες προωθούν την αυστηροποίηση της ποινικής δικαιοσύνης και πολιτικές που στοχεύουν στη συνέχιση του “πολέμου κατά των ναρκωτικών”.

Αυτές οι επιχειρήσεις ξοδεύουν μεγάλη χρηματικά ποσά προς τα λόμπι που επηρεάζουν τη νομοθεσία σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο. Η CCA ξόδεψε 17,4 εκατομμύρια δολάρια σε χορηγίες προς τα σχετικά λόμπι από το 2002 ως το 2012, ενώ η GEO Group ξόδεψε 2,5 εκ. δολάρια από το 2004 ως το 2012. Επίσης, η CCA ξόδεψε 1,9 εκ. δολάρια για να υποστηρίξει πολιτικούς που προωθούν την ατζέντα της, ενώ η GEO Group 2,9 εκ. κατά την ίδια περίοδο.

Η CCA ισχυρίζεται ότι οι ιδιωτικές φυλακές είναι ένα μοναδικό επενδυτικό πεδίο με μικρό ανταγωνισμό και σίγουρα κέρδη. Το να φυλακίζεις ανθρώπους για κέρδος είναι ένα σίγουρο στοίχημα καθώς ο αριθμός των φυλακισμένων συνεχώς αυξάνεται και όταν αυξάνονται οι φυλακισμένοι, αυξάνονται και τα κέρδη. Με το να είναι κανείς αυστηρός απέναντι στο έγκλημα, είναι ένας τρόπος να βγάλει κέρδος. Η CCA καταλαβαίνει ότι δεν έχει όφελος από την πτώση της εγκληματικότητας και προειδοποιεί τους επενδυτές ότι ενδεχομένη αποποινικοποίηση δραστηριοτήτων όπως η χρήση μαριχουάνας μπορεί να έχει επιπτώσεις στα έσοδα.

Το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα μπορεί να μεγεθύνεται μόνο αν αυξάνονται οι κρατούμενοι, ανεξάρτητα εάν τα ποσοστά της εγκληματικότητας ανεβαίνουν ή πέφτουν. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ψηφιστεί εκατοντάδες νόμοι που αυστηροποιούν τις ποινές για κακουργήματα και πλημμελήματα, οι οποίοι δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα στην μείωση της εγκληματικότητας, αλλά προσέφεραν μια τόνωση στην βιομηχανία του εγκλεισμού. Κυριότερο παράδειγμα νομικής υποδομής που εγγυάται ότι ο πληθυσμός των φυλακών  θα αυξάνεται συνεχώς είναι ο three strikes out.

 Ο Three Strikes out είναι ένας δρακόντειος νόμος που εφαρμόστηκε πρώτη φορά στην Ουάσιγκτον το 1993, στην Καλιφόρνια το 1994 και σήμερα εφαρμόζεται σε 26 πολιτείες των ΗΠΑ και προβλέπει πως αν κάποιος καταδικαστεί για τρίτη φορά, ακόμα και αν η τρίτη είναι για πλημμελήματα, θα πρέπει να εκτίσει ποινή από 25 χρόνια ως πραγματική ποινή ισόβιας  χωρίς αναστολή.

Φυσικά δε λείπει και η διάσταση της παραοικονομίας και της διαφθοράς. Το 2009 αποκαλύφθηκε ένα σκάνδαλο. Δύο δικαστές ανηλίκων είχαν στείλει πολλά από τα 500 άτομα που δίκαζαν σε ιδιωτικές φυλακές για ασήμαντα αδικήματα, όπως κλοπές DVD. Όπως αποκαλύφθηκε οι δικαστές αυτοί είχαν πάρει το προηγούμενο διάστημα μίζες ύψους 2,6 εκατομμυρίων δολαρίων από ιδιωτικές φυλακές προκειμένου να τις προμηθεύουν με πελάτες. Για την ιστορία πέσανε στον λάκκο που σκάβανε, αφού καταδικάστηκαν σε 17,5 χρόνια ο ένας και σε 28 ο άλλος.

Ταξικότητα- ρατσισμός

Η ποινική καταστολή, η επιτήρηση, η αστυνόμευση, η φυλάκιση εμφανίζονται ως βάση σε προβλήματα που στην πραγματικότητα είναι κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά.

Ένα εργαλείο για να εμφανιστεί αυτή η λύση ως πειστική είναι η εγκληματοποίηση των χαμηλόβαθμων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων. Η εγκληματικοποίηση είναι ένα εργαλείο που κάνει εφικτό για την αστυνομία και την δικαιοσύνη να στοχεύουν όχι σε συγκεκριμένες πράξεις, αλλά σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες που εγκληματοποιώντας τες δημιουργούν την εικόνα της κοινωνικής απειλής.

Η εγκληματοποίηση συντηρεί το μύθο ότι τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα είναι προβλήματα ελλιπούς εφαρμογής του νόμου κι ότι μπορούν να λυθούν με την εντονότερη επιτήρηση και φυλάκιση των κοινωνικών ομάδων που στενάζουν κάτω από το ζυγό της οικονομικής εξαθλίωσης και του ρατσισμού.

Εγκαθιδρύοντας την εικόνα του εγκληματία μέσω των μίντια και των κυβερνητικών πολιτικών, το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα πετυχαίνει κοινωνικό και φυσικό έλεγχο απέναντι στους ανθρώπους που ορίζονται ως εγκληματίες, τους φτωχούς, τους έγχρωμους, γενικά τους μη πολίτες. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή και 6,6 είναι συνολικά  φυλακισμένοι ή υπό καθεστώς δικαστικής επιτήρησης. Κράτος και μίντια δημιουργούν την εικόνα ότι σε κάθε γωνία παραμονεύει ένας κίνδυνος ώστε να δικαιολογήσουν την κατασπατάληση δημόσιου χρήματος προκειμένου να καταπιεστεί και να φυλακιστεί ένα μεγάλος μέρος των χαμηλότερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων.

Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι από τους “εγκληματίες” που κλειδώνονται στη φυλακή είναι φτωχοί που έχουν διαπράξει μη βίαια αδικήματα, όπως κατοχή και μικροδιακίνηση ναρκωτικών. Ενδεικτικά τα βίαια αδικήματα αντιπροσωπεύουν ένα 14% των συνολικών, ενώ οι ανθρωποκτονίες και οι βαριές σωματικές βλάβες δεν είναι καν στα πρώτα δέκα.

Έτσι ο μαζικός εγκλεισμός έχει πάρει στις ΗΠΑ πρωτοφανείς διαστάσεις. Είναι το αντίστοιχο πρόβλημα για την εποχή μ’ αυτό που ήταν η δουλεία στα μέσα του 19 αιώνα. Οι Αφροαμερικάνοι που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της ποινικής καταστολή είναι περισσότεροι από ότι οι σκλάβοι.

Το υλικό της βιομηχανίας της καταστολής είναι οι κρατούμενοι. Οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι αλκοολικοί, οι μικροδιακινητές ναρκωτικών, οι τοξικομανείς, οι αποκλεισμένοι. Περίπου το 70% είναι αναλφάβητοι. Οι συλλήψεις για ναρκωτικά είναι πενταπλάσιες στους μαύρους από ότι στους λευκούς, παρότι μαύροι και λευκοί κάνουν χρήση ναρκωτικών σε ίδιο επίπεδο. Επιπλέον οι Αφροαμερικάνοι φυλακίζονται σε μεγαλύτερα ποσοστά αναλογικά με τις συλλήψεις τους από ότι οι λευκοί. Ως αποτέλεσμα, πάνω από τους μισούς κρατούμενους είναι οι αφροαμερικάνοι,  περίπου 1 στους 14 μαύρους βρίσκεται στη φυλακή και 1 στους 4 είναι πιθανόν να φυλακιστεί μια φορά στη ζωή του.

Η διαφοροποίηση στην επιβολή ποινών για την κοκαΐνη και το κρακ είναι ενδεικτική του δομικού ρατσισμού της ποινικής δικαιοσύνης στις ΗΠΑ. Περίπου το 90% των συλλήψεων για κρακ είναι μαύροι ενώ το 75% για κανονική κοκαΐνη είναι λευκοί. Η ομοσπονδιακή νομοθεσία χρειάζεται 5 γραμμάρια κρακ για να επιβάλλει μια μίνιμούμ ποινή 5 ετών, ενώ χρειάζεται 500 γραμμάρια κανονικής κόκας για την επιβολή της ίδιας ποινής! Νομοθεσία που δεν άλλαξε ακόμα και μετά από διαπολιτειακή στάση σε ομοσπονδιακές φυλακές με αίτημα την εξισορρόπηση των ποινών.

Η ταξικότητα   της αμερικάνικης δικαιοσύνης γίνεται έτσι εντελώς απροκάλυπτη. Ενδεικτικό είναι ότι ανά τους καταδικασθέντες σε θάνατο, το 95% δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει δικηγόρο. Είναι λοιπόν πιο πιθανό για κάποιον φτωχό να καταλήξει στη φυλακή, γεγονός που επηρεάζει την ταξικής της σύνθεση.

Από τη μια πλευρά η παραβατική οικονομία γίνεται η μόνη λύση των αποκλεισμένων για να επιβιώσουν και από την άλλη εντείνεται η καταστολή που στοχεύει στις οικονομικά και κοινωνικά χαμηλότερες τάξεις. Καθώς το κεϋνσιανικό μοντέλο εγκαταλείπεται η καταστολή και η φυλακή αντικαθιστούν το ρόλο του κοινωνικού κράτους.

Πεδίο κέρδους

Ένας από τους λόγους που νομιμοποιήθηκε κοινωνικά το φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ είναι ότι διάφορες απελπισμένες οικονομικά περιοχές της αμερικάνικης υπαίθρου είδαν στις φυλακές μια ευκαιρία για ανάπτυξη.

Στην αμερικάνικη ύπαιθρο η φυλακή παίζει σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη απ’ ότι η αγροτική οικονομία. Με την παραδοσιακή αγροτική οικονομία να παρακμάζει λόγω των μεγάλων επιχειρήσεων, πολλοί αγρότες πέρασαν δύσκολες οικονομικές στιγμές. Οικονομικά καταπιεσμένες περιοχές ανταγωνίζονται για το ποια θα λειτουργήσει κάποια φυλακή. Οι φυλακές αντιμετωπίζονται ως πηγές θέσεων εργασίας, τόσο για την κατασκευή τους, όσο και για τη λειτουργία τους. Μια μέση φυλακή έχει προσωπικό εκατοντάδες υπαλλήλους και ετήσιες πληρωμές μερικά εκατομμύρια δολάρια. Η φυλακή θεωρείται μια επένδυση που δε μολύνει το περιβάλλον, σημαντική προϋπόθεση για τις αγροτικές περιοχές. Μια καθαρή βιομηχανία που φέρνει προνόμια, ανάπτυξη και θέσεις εργασίας στις απελπισμένες οικονομικά περιοχές. Μια ευκαιρία για άντρες και γυναίκες της επαρχίας να εξασφαλίσουν μια μεσοαστική ζωή.

Ωστόσο αυτή η ανάπτυξη περισσότερο φαινομενική είναι. Για παράδειγμα ο μικρός δήμος της Καλιπάτρια στην Καλιφόρνια. Το 1993 έφερε 1100 θέσεις εργασίας για την φύλαξη χιλίων κρατουμένων, μετατρέποντας τη φυλακή στο μεγαλύτερο εργοδότη της περιοχής. Η φυλακή έφερε μια φαινομενική ανάπτυξη στην περιοχή καθώς άνοιξαν καινούρια καταστήματα και ανακαινίστηκαν κάποια σημεία της πόλης. Όμως τις περισσότερες υψηλόβαθμες θέσεις τις κάλυψαν εργαζόμενοι εκτός περιοχής με αποτέλεσμα να ανέβει η αξία των ακινήτων κατά 2/3, κάτι που συμφέρει τους μεσίτες και τους ιδιοκτήτες, όχι όμως τις ντόπιες φτωχιές οικογένειες.

Η φυλάκιση είναι μια μεγάλη επιχείρηση. Όπως και το στρατιωτικό- βιομηχανικό σύμπλεγμα, έτσι και το φυλακο-βιομηχανικό παραπαίει ανάμεσα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και κυβερνητικό συμφέρον. Ο διπλός σκοπός του είναι το κέρδος και ο κοινωνικός έλεγχος. Η δημόσια αιτιολόγηση είναι η μάχη κατά του εγκλήματος.

Κάποτε το αμερικάνικο ποινικό σύστημα εμφανίζονταν κάτω από την ιδέα ότι οι επικίνδυνοι κακοποιοί πρέπει να κλειδώνονται πίσω από τα κάγκελα για να προστατευτεί η κοινωνία. Σήμερα στην προσπάθεια του κράτους να κερδίσει χρήματα μετατρέποντας τις φυλακές σε ιδιωτικές εταιρείες, η αμερικάνικη ποινική δικαιοσύνη γίνεται πεδίο κέρδους.

Είναι δύσκολο να φανταστούμε μεγαλύτερη αναντιστοιχία μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ιδιωτικού κέρδους. Η σημασία των ιδιωτικών φυλακών εγγυάται στο ότι καταργείται το προφανές. Το να προσπαθεί δηλαδή μια κοινωνία να διατηρεί τον χαμηλότερο αναγκαίο αριθμό κρατουμένων, αλλά αντίθετα λειτουργώντας ως επιχείρηση να επιδιώκει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό κρατουμένων με τα λιγότερα δυνατά έξοδα.

Είναι ενδεικτικό επίσης ότι κάποιες εταιρίες ιδιωτικών φυλακών έχουν συνάψει συμβόλαιο με κάποιες πολιτείες, όπως η Αριζόνα, όπου ορίζεται ότι  η πολιτεία δεσμεύεται να διατηρεί ένα ποσοστό πληρότητας από 90 ως 100% και σε αντίθετη περίπτωση να αποζημιώνει τις εταιρίες για κάθε αχρησιμοποίητο κρεβάτι. Αυτές οι συμφωνίες είναι κοστοβόρες για τις πολιτειακές και τις τοπικές κυβερνήσεις. Ουσιαστικά οι πολιτείες πληρώνοντας πρόστιμο για τα αχρησιμοποίητα κρεβάτια είναι σα να τιμωρούνται για τα χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Έτσι για να ανταπεξέλθουν πρέπει συνεχώς να αυστηροποιούν τη νομοθεσία και να εντείνουν την καταστολή.

Οι ιδιωτικές εταιρίες βλέπουν το ζήτημα του υπερπληθυσμού των φυλακών ως μια επενδυτική ευκαιρία. Η CCA χτίζει φυλακές πριν κάνει συμβόλαια. Είναι βέβαιη πως αν τις χτίσει στο κατάλληλο μέρος θα βρεθεί τρόπος να γεμίσει με κρατούμενους. Τα άδεια κρεβάτια των φυλακών είναι ένας πειρασμός στον οποίον οι νομοθέτες δύσκολα θα μπορέσουν να αντισταθούν.

Το χτίσιμο και η λειτουργία φυλακών είναι κερδοφόρες δουλειές. Ένας από τους πιο αναπτυσσόμενους τομείς του φυλακοβιομηχανικού συμπλέγματος είναι οι ιδιωτικές σωφρονιστικές εταιρίες. Κατασκευαστικές, αρχιτεκτονικές, τράπεζες που δανειοδοτούν σχετικές επενδύσεις,, υποστηρικτικές (όπως επισιτισμού, ιατρικές, επίπλων), όλοι μπορούν να κερδίσουν από την επέκταση των φυλακών. Μια ακόμα εξειδικευμένη βιομηχανία που εμπορεύεται χειροπέδες, ναρκοτέστ, αλεξίσφαιρα γιλέκα, αλεξίσφαιρες κάμερες σε διάφορα χρώματα και πολυθρόνες καθήλωσης και συρματόπλεγμα με ξυράφια για τα πιο σαδομαζοχιστικά γούστα.

Εξοπλισμός που κάποτε πουλιόταν μόνο στο στρατό, όπως γυαλιά νυχτερινής όρασης, ηλεκτροφόρους φράχτες και γενικά η τεχνογνωσία που ξέμεινε από τον πόλεμο του Κόλπου, τώρα χρησιμοποιείται από την ποινική καταστολή. Στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό πως διαφημίστηκε αυτός ο εξοπλισμός από τα δελτία των ειδήσεων στην καταδίωξη του δραπέτη Μαριόν Κόλα το καλοκαίρι του 2013.

Από το 1980 οι επενδύσεις στον τομέα των φυλακών έχουν πενταπλασιαστεί σε τεχνικό, πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο. Αυτό που ήταν κάποτε ζήτημα κάποιων εξειδικευμένων εταιριών έχει γίνει τώρα μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων με  εκθέσεις σε επίσημα sites στο διαδίκτυο, καταλόγους προϊόντων και στρατηγική μάρκετινγκ. Το 1994 εκδίδεται το Correctional Building News , μια εφημερίδα που ασχολείται με τη βιομηχανία του σωφρονισμού και τις γύρω απ΄ αυτήν εξελίξεις, τόσο τις τεχνολογικές όσο και τις επενδυτικές.

Εταιρίες τηλεπικοινωνιών, όπως η ΑΤ&Τ, η Sprint και η MCA, μπαίνουν στο παιχνίδι χρεώνοντας τους κρατούμενους με εξωφρενικά ποσά για τις υπερπολύτιμες τηλεφωνικές κλήσεις, πολλές φορές μέχρι και με εξαπλάσια χρέωση.  Κάθε payphone στη φυλακή μπορεί να φέρει μέχρι και 15.000 δολάρια κέρδος κάθε χρόνο, πενταπλάσιο δηλαδή από ενός αντίστοιχου στο δρόμο. Οι δουλειές πηγαίνουν τόσο καλά που οι εταιρίες αναλαμβάνουν δωρεάν την εγκατάσταση υποδομών. Πολλοί κρατούμενοι μη μπορώντας να ανταπεξέλθουν στο οικονομικό βάρος παραιτούνται από την επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

Μικρότερες εταιρίες, όπως η Correctional Communication Corporation, εξειδικεύονται αποκλειστικά στις τηλεφωνικές επικοινωνίες εντός των φυλακών παρέχοντας και τον πλήρη εξοπλισμό για τη συστηματική παρακολούθηση των κλήσεων των κρατουμένων. Η American Express και η General Electrics έχουν επενδύσει στην κατασκευή ιδιωτικών φυλακών στην Οκλαχόμα και το Τέννεση. Η CCA έχει 48 εγκαταστάσεις φυλακών σε έντεκα πολιτείες των ΗΠΑ , στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Πόρτο Ρίκο και στην Αυστραλία.

Οι ιδιωτικές φυλακές κόβουν τη μια παροχές από τους κρατούμενους προκειμένου να περιορίσουν το κόστος και να αυξήσουν τα καθαρά κέρδη τους, με αποτέλεσμα τον υπερπληθυσμό και τον υποσιτισμό. Από την άλλη η οικονομική λειτουργία τους θυμίζει ξενοδοχείο, αφού στην ουσία ενθαρρύνουν τους πελάτες τους να καθίσουν το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα. Το μεγαλύτερο ποσοστό πληρότητας, το μεγαλύτερο κέρδος. Ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρει κάποια ιδιωτική φυλακή ο κρατούμενος πληρώνει κάποιο ποσό, παράδειγμα ποσό διαφορετικό για μονόκλινο, δίκλινο ή τρίκλινο κελί. Στην ουσία θεσμοθετείται η ταξική διαίρεση των κρατουμένων, που στις ελληνικές φυλακές υπάρχει μέσω των υπογείων διαδρομών της διαφθοράς.

Καθώς κάποιες φυλακές χρεώνουν όχι μόνο την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τα είδη πρώτης ανάγκης, αλλά ακόμα και την πρόσβαση στη βιβλιοθήκη, οι κρατούμενοι είναι αναγκασμένοι να εργάζονται περίπου για 20 σεντς την ώρα. Στις κρατικές είναι 50 σεντς την ώρα και μπορεί να φτάσει τα 2 δολάρια για τις high shill jobs …

Πολλές επιχειρήσεις έχουν καταλάβει ότι η εργατική δύναμη των κρατούμενων μπορεί να είναι τόσο κερδοφόρα όσο η εργατική δύναμη του τρίτου κόσμου. Πολλές γνωστές εταιρείες όπως η Motorola, η Compaq, η Microsoft, η Boeing  και η Victoria secrete χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη των φυλακισμένων.

Η εργατική δύναμη τω ν κρατουμένων είναι πολύ συμφέρουσα αφού δεν υπάρχει κανένα εργασιακό δικαίωμα, δεν υπάρχει συνδικαλισμός, δεν υπάρχουν απεργίες, δεν υπάρχουν αποζημιώσεις. Επιπλέον οι κρατούμενοι γίνονται μία τάξη σκλάβων ανταγωνιστική στην εργατική, η οποία με αυτόν τον τρόπο χάνει ακόμη περισσότερο την διαπραγματευτική της ισχύ. Η εργατική τάξη μετατρέπεται σε κάστα κρατούμενων σκλάβων.

Εκπαίδευση- φυλακές

Ενδεικτική αυτής της καστοποίησης είναι η μετατόπιση του βάρους στο επίπεδο του κρατικού προϋπολογισμού από την εκπαίδευση στον σωφρονισμό. Είναι κοινός τόπος ότι ο ρόλος τόσο των σχολείων όσο και της φυλακής είναι η πειθάρχηση των ατόμων στην καπιταλιστική λειτουργία. Τα ποσά που διατίθενται στο σωφρονισμό από την πολιτεία της Καλιφόρνια, για παράδειγμα, αφαιρούνται από τα χρήματα που θα επενδύονταν στην εκπαίδευση. Ενδεικτικό είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες χτίστηκαν στην Καλιφόρνια 19 φυλακές και μόνο ένα πανεπιστήμιο, ενώ οι προσλήψεις για το υπουργείο σωφρονισμού είναι περίπου τριπλάσιες τω προσλήψεων που σχετίζονται με την εκπαίδευση. Η μαύρη νεολαία του Λος Άτζελες και του Όκλαντ έχει διπλάσιες πιθανότητες να καταλήξει στη φυλακή απ’ ότι στο πανεπιστήμιο.

Είναι προφανές ότι η καστοποίηση δίνει τη θέση της στην ταξική κινητικότητα και ως εκ τούτου τα ιδρύματα πειθάρχησης για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα παύουν να είναι τα σχολεία, τα κολέγια και τα πανεπιστήμια και γίνονται οι φυλακές.

Αυστηροποίηση εντός

Όμως πέρα από τους κρατούμενους-σκλάβους υπάρχουν και κρατούμενοι που είναι καταδικασμένοι στην απόλυτη απραγία.

Η αυστηροποίηση της ποινικής καταστολής και η διεύρυνσή της δε θα μπορούσε παρά να αντανακλάται και στην εσωτερική λειτουργία της φυλακής. Υπάρχει έτσι μια διαβάθμιση της φυλάκισης προς το αυστηρότερο. Το πρώτο βήμα έγιανε το 1989 με τις πτέρυγες SHU (Security House Units), οι οποίες είχαν καταργηθεί το 1963 μαζί με το κλείσιμο του Αλκατράζ. Στην αρχή επανήλθαν στις φυλακές του Pelican Bay για χίλιους κρατούμενους, ενώ σήμερα είναι αρκετά διευρυμένες. Ενδεικτικά το καλοκαίρι του 2013 30.000 κρατούμενοι έκαναν απεργία πείνας για την κατάργησή τους.

Οι πτέρυγες SHU είναι πτέρυγες πλήρους απομόνωσης, όπου επιτρέπεται μόνο μια ώρα προαυλισμού σε ένα προαύλιο το οποίο είναι κλειστό από παντού. Ουσιαστικά είναι κι αυτό μέρος της αισθητηριακής απομόνωσης. Οι κρατούμενοι δεν έχουν πρόσβαση σε καμιά δραστηριότητα. Τα αναγνώσματα είναι εξαιρετικά περιορισμένα και δεν επιτρέπεται καμιά φυσική επαφή με τους επισκέπτες.

Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση εξόδου από τη SHU καθώς τα κριτήρια εισόδου κι εξόδου είναι ρευστά και βασίζονται στη “καλή θέληση” της διεύθυνσης. Ο μέσος χρόνος παραμονής είναι τα 7,5 χρόνια, ενώ συχνά ξεπερνά και τα 10.

Οι πτέρυγες SHU είναι Αλκατράζ υψηλής τεχνολογίας κι έχουν δεχθεί κριτική ακόμα και από ομοσπονδιακό δικαστή. Θεωρούνται από τους υποστηρικτές τους το αναγκαίο κακό προκειμένου να απομονωθούν από το σύνολο του πληθυσμού οι αρχηγοί των συμμοριών και οι υποκινητές ταραχών (η “ένταξη σε συμμορία” είναι στην ουσία ένας σωφρονιστικός τρομονόμος. Ένα πολύ ελαστικό και εσωτερικό ιδιώνυμο).  Είναι σχεδιασμένες για να απομονώσουν και να μινιμάρουν κατά το δυνατόν την επαφή μεταξύ κρατουμένων, ώστε να μην αλληλεπιδρούν με άλλους ανθρώπους. Αυτό έχει ως συνέπεια την απανθρωποποίηση των κρατουμένων. Αυτές οι συνθήκες συνεχώς διευρύνονται σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των κρατουμένων.

Η ύπαρξή τους έχει επηρεάσει και τις κανονικές φυλακές προς το αυστηρότερο. Η ριζική κατάργηση της ιδιωτικότητας είναι σαφής στόχος των περισσότερων φυλακών νέας γενιάς. Στόχος είναι η συνεχής παρακολούθηση της συμπεριφοράς των κρατουμένων. Ένα μοντέλο πανοπτισμού υποβοηθούμενο από την τεχνολογία.

*

Στην Ελλάδα η αντιεγκληματική ρητορική ξεκινάει να συστηματοποιείται στα μέσα της δεκαετίας του 90’, με αιχμή την αντιαλβανική – αντιμεταναστευτική υστερία. Η καμπάνια Νόμος και Τάξη σε γενικές γραμμές ακολουθεί παρόμοια διαδρομή μ’ αυτήν που ακολούθησε στις ΗΠΑ αλλά με τρεις δεκαετίες καθυστέρηση. Τα πρώτα βήματα, όμως, για την ιδιωτικοποίηση της ποινικής καταστολής στην ουσία γίνονται το 2008.

Το 2008 ψηφίζεται ο νόμος 3707/2008 βάσει του οποίου για να έχει κάποιος το δικαίωμα να δουλέψει ως σεκιούριτι σε κάποια πιστοποιημένη εταιρεία θα πρέπει να έχει αποφοιτήσει από κάποια σχετική σχολή και να έχει περάσει με επιτυχία τις αντίστοιχες εξετάσεις. Με 105 ώρες διδασκαλίας ακόμα και μέσω skype και κόστος 350-480 ευρώ συν 150 ευρώ για εξέταστρα, μπορεί κάποιος να λάβει το πιστοποιητικό ΚΕΜΕΑ (κέντρο μελετών ασφάλειας) του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, που του εξασφαλίζει τα εργασιακά του δικαιώματα ως σεκιούριτι.

Στόχος είναι η δημιουργία ενός θεσμού βοηθητικού της ΕΛΑΣ και ελεγχόμενου απ’ αυτή, με πολύ φθηνότερο προσωπικό. Σε αυτά τα πλαίσια η ΕΛΑΣ για τα δύο επόμενα χρόνια δε θα κάνει προσλήψεις, ώστε να ρίξει το προσωπικό της από τους 60.000 στους 40.000. Στην πραγματικότητα όμως το προσωπικό που θα ελέγχεται από την ΕΛΑΣ μέσω ιδιωτικών εταιρειών σεκιούριτι προβλέπεται να ξεπεράσει τους 100.000, δεδομένου επίσης ότι είναι κοντά στο να επιτραπεί η άδεια οπλοφορίας- οπλοχρησίας από σεκιούριτι.

Έτσι στις 20 Μαρτίου του 2010 ο Χρυσοχοΐδης ως υπουργός Δημόσιας Τάξης εισήγαγε σχέδιο νόμου με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, βάσει του οποίου εκτός από τη δημιουργία κέντρων κράτησης για μετανάστες ρυθμίζεται και η παράμετρος ότι η φύλαξη τους μπορεί να ανατίθεται σε ιδιώτες. Συγκεκριμένα  προβλέπεται ότι την ευθύνη φύλαξης την έχει η αστυνομία ενώ με απόφαση του υπουργού δημόσιας τάξης “η φύλαξη μπορεί να ανατίθεται και σε κατάλληλο εκπαιδευμένο προσωπικό ιδιωτικής εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας”. Με την ίδια απόφαση “καθορίζεται το είδος ,το περιεχόμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης καθώς και οι υπηρεσίες της Ελληνικής αστυνομίας”.

Στις 13 Ιανουαρίου 2014 διεξήχθη  ο ανοιχτός διαγωνισμός για την ανάθεση και την φύλαξη των προαναχωρησιακών κέντρων κράτησης αλλοδαπών ,στην Κόρινθο, το Παρανέστι Δράμας και την Ορεστιάδα. Είναι φυσικά το πρώτο βήμα προς την ιδιωτικοποίηση των φυλακών να γίνει στο πιο ευάλωτο τμήμα τους, αυτό των κέντρων κράτησης, όμως αυτή η προσπάθεια αφορά και τα καταστήματα κράτησης.

 Όπως γίνεται μετά από κάθε απόδραση τα τελευταία χρόνια, έτσι και μετά από την δεύτερη απόδραση Παλαιόκωστα -Ριτζάι από τα πειθαρχεία της Γ πτέρυγας Κορυδαλλού, ο Δένδιας άνοιξε το θέμα της ιδιωτικοποίησης των φυλακών ως υπουργός δικαιοσύνης εκείνη την περίοδο. Σύμφωνα με την εφημερίδα  Ημερησία στις 24/2/2009 ανάμεσα στα μέτρα που θα έπαιρνε η κυβέρνηση για να αποτρέψει αποδράσεις θα ήταν και μια “νομοθετική ρύθμιση για πρόσληψη διευθυντών φυλακής με ειδικά προσόντα εντός του υπάρχοντος πλαισίου. Η κυβέρνηση προχωράει στο σχεδιασμό αποκρατικοποίησης και των φυλακών με ιδιώτες μάνατζερς”. Για άγνωστους λόγους αυτοί οι σχεδιασμοί προσωρινά πάγωσαν.

Συγχρόνως προχωράει στην εφαρμογή του μέτρου του βραχιολιού -GPS με πρόσχημα την αποσυμφόρηση. Βέβαια δεν υπάρχει κάποιος τόσο αφελής ώστε να πιστέψει πως αυτή η κυβέρνηση μπορεί να κάνει έστω και μισό βήμα προς την επιεικέστερη αντιμετώπιση των φυλακισμένων. Το βραχιολάκι -GPS έχει πολλές προεκτάσεις

και η κυβέρνηση πολλούς λόγους να επιδιώκει την εφαρμογή του. Καταρχήν είναι ένα ακόμη βήμα προς την ιδιωτικοποίηση της φυλακής ή γενικότερα της τιμωρίας και της καταστολής, καθώς τον έλεγχο των φορέων θα αναλαμβάνουν ιδιωτικές εταιρείες security με έξοδα του ίδιου του φορέα του (με 2000-3000ευρώ).Δεύτερον, δίνει τη δυνατότητα διερεύνησης της γκάμας των ανθρώπων που μπαίνουν στον έλεγχο της δικαστικής επιτήρησης, καθώς αν μέχρι τώρα ήταν σχεδόν αδύνατον να φυλακίζεται κάποιος για πλημμελήματα, δεν θα είναι καθόλου υπερβολικό να μπαίνει υπό ηλεκτρονική-αστυνομικοδικαστική επιτήρηση. Τρίτον, αν συνδυαστεί με την εναλλακτική ποινή της κοινωφελούς -άμισθης εργασίας που τα τελευταία χρόνια προωθούν τα μίντια, θα ανοίξει τον δρόμο για νια νέα τάξη σκλάβων, στα πρότυπα των Η.Π.Α, ανταγωνιστική στην τάξη των εργαζόμενων μειώνοντας ακόμα περισσότερο τους μισθούς και την διαπραγματευτική της δύναμη. Με λίγα λόγια όσοι χρωστάνε σε τράπεζες και στο δημόσιο επειδή απολύθηκαν ως πλεονάζον εργατικό δυναμικό είναι πιθανόν να συλλαμβάνονται, να τους επιβάλλεται η ποινή της κοινωφελούς εργασίας και να δουλεύουν αμισθί υπό την μορφή τιμωρίας, ενδεχομένως ακόμη και στις θέσεις από τις οποίες απολύθηκαν ως πλεονάζοντες.

*

Ο ρόλος της φυλακής είναι πολύ σημαντικός για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Από την μία είναι ο τρόπος για να ελέγχει και να παροπλίζει τους αγωνιστές και τους κολασμένους και από την άλλη ο τρόπος να πειθαρχεί το προλεταριάτο. Είναι συγχρόνως ο χώρος που η παραβατική οικονομία οργανώνεται κάθετα και με τρόπο τέτοιο ώστε να εξυπηρετεί κοινωνικά και οικονομικά τα συμφέροντα του Κεφαλαίου. Η φυλακή ως βασικός θεσμός για την λειτουργία του καπιταλισμού συντονίζεται με την μισθωτή εργασία και την οικονομία. Στα πλαίσια της συνολικότερης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης η φυλακή δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός αυτής. Έτσι η φυλακή και η καταστολή αναδιαρθρώνονται με προοπτική τόση την αυστηροποίηση και την διεύρυνση των κοινωνικών πεδίων που απευθύνονται όσο και την ιδιωτικοποίηση τους.

Το ζήτημα της αναδιάρθρωσης -ιδιωτικοποίησης των φυλακών δεν αφορά μόνο τους κρατούμενους ή μόνο τους αναρχικούς. Δεν αφορά μόνο αυτούς που ως τώρα ήταν το υποκείμενο της καταστολής, ακτιβιστές και παραβατικούς. Αφορά όλους (τους αποκλεισμένους, τους απεργούς, τους επισφαλείς εργαζόμενους) όσους δεν έχουν να χάσουν τίποτα παρά τις αλυσίδες τους: σιδερένιες, πλαστικές ή με GPS.

 

Πολιτική Οικονομία του Διαδικτυακού Ολιγοπωλίου : από την ψηφιακή επανάσταση στον γνωσιακό καπιταλισμό

google

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ephemeron

Εισαγωγή

Στις 20 Δεκεμβρίου 2013, μια ομάδα διαδηλωτών στο Oakland επιτέθηκε με πέτρες και συνθήματα σε ένα Google Bus. Το λεωφορείο αυτό μετέφερε υπαλλήλους της Google στα πλαίσια του ιδιόκτητου δικτύου μεταφορών της εταιρείας που καλύπτει όλη σχεδόν τη βόρεια Καλιφόρνια και συνδέει τις κύριες πόλεις με το Googleplex στο Mountainview. Σκοπός του δικτύου των Google Buses είναι να εξασφάλισει ξεκούραστη και δωρεάν μετακίνηση στα χρυσοπληρωμένα στελέχη της εταιρείας που προτιμούν να μένουν στο Oakley και το San Francisco, αρκετά μακριά δηλαδή από τα γραφεία της Google στη Silicon Valley.

Για τους διαδηλωτές, η μαζική εγκατάσταση στα αστικά κέντρα της Βόρειας Καλιφόρνια αυτής της νέας τάξης τεχνο-καπιταλιστών, φορτωμένων με ηλεκτρονικά γκάντζετ και stock options, δημιουργεί τεράστια προβλήματα στις εργαζόμενες και λαϊκές τάξεις κατοίκων: κατακόρυφη αύξηση τιμών στα καταναλωτικά αγαθά λόγω της τεράστιας αγοραστικής δύναμης που έχουν οι νεοφερμένοι· μαζικές εξώσεις εργαζόμενων οικογενειών από ενοικιαζόμενα διαμερίσματα που προορίζονται για πολυτελείς κατοικίες· υποβάθμιση των δημόσιων μεταφορών με πρόσχημα την ύπαρξη ιδιωτικών λεωφορείων· gentrification του κέντρου των πόλεων· επιτήρηση και αστυνομοκρατία.

Λίγες μέρες μετά την επίθεση στο Google Bus, ομάδα ακτιβιστών με το όνομα The Counterforce κατασκήνωσε μπροστά στο σπίτι του Anthony Levandowski, αρχιμηχανικού της Google στο Berkeley. Στο κείμενο που μοίρασαν στη γειτονιά οι διαδηλωτές στηλίτευαν τη συνεργασία του Levandowski με την αμυντική βιομηχανία στα πλαίσια του πρότζεκτ Google Car, του αυτοκίνητου χωρίς οδηγό. Στο San Francisco όλο και περισσότερα μπαρ και εστιατόρια απαγορεύουν πλέον την είσοδο σε άτομα με Google Glasses με ενσωματωμένη κάμερα και σύνδεση στο διαδίκτυο. Αυτό γιατί η υποψία ότι όσοι φορούν τα πανάκριβα αυτά δίοπτρα καταγράφουν σε βίντεο όσους και ό,τι βλέπουν οδηγεί συχνά σε τσακωμούς και επεισόδια. Όπως γράφει η Susie Cagle, δεν είναι μόνο η υποψία καταγραφής και επιτήρησης που δημιουργεί πρόβλημα, αλλά και το γεγονός ότι η κατοχή των Google Glasses λειτουργεί ως ταξική σήμανση: από τη μία πλευρά η νέα τεχνολογική ελίτ που απολαμβάνει επιδεικτικά τα ανάλογα προνόμια κι από την άλλη η μάζα των κανονικών ανθρώπων.

Το ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι το εξής: τι συνέβη κι η Google, εταιρεία με σύνθημα το Don’t be evil, με φιλικό προφίλ και πασίγνωστες υπηρεσίας έγινε ξαφνικά στόχος αυτών των επιθέσεων; Πως προέκυψε η κριτική που ασκείται πλέον όλο και συχνότερα στην Silicon Valley ; Ποιας νόσου σύμπτωμα είναι το Google Bus;

Παρακάτω θα προσπαθήσω να δείξω ότι εταιρείες όπως η Google, η Facebook, η Apple, η Amazon κι η Microsoft, μεταξύ άλλων, αποτελούν πλέον ένα διαδικτυακό ολιγοπώλιο, δηλαδή μια μορφή αγοράς συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων παντοδύναμων παικτών, που κυριαρχεί σε κάθε πτυχή των ψηφιακών δραστηριοτήτων μας. Ως τέτοιο το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι προϊόν της ανάδυσης ενός μεταφορντικού γνωσιακού καπιταλισμού με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η κριτική των εταιρειών αυτών αποτελεί λοιπόν κριτική του νέου καπιταλιστικού παραδείγματος του 21ου αιώνα.

Ιστορικές και ιδεολογικές ρίζες

Όπως δείχνει ο Fred Turner στο βιβλίο του From Counterculture to Cyberculture, οι ιδεολογικές ρίζες της Silicon Valley πηγάζουν από δύο αμερικανικές παραδόσεις: την Κυβερνητική (Cybernetics) και το κίνημα των New Communalists. Η Κυβερνητική είναι μια γενική θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Norbert Wiener τη δεκαετία του 40 και του 50, βασισμένη στην ιδέα ότι οι κοινωνία όπως και η φύση αποτελούν συστήματα. Για να λειτουργήσουν σωστά αυτά τα συστήματα και να αποφευχθεί η εντροπία, δηλαδή η αταξία και το χάος που μπορεί να οδηγήσουν σε δραματικά γεγονότα όπως ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, πρέπει να εξασφαλισθεί η ελεύθερη ροή της πληροφορίας. Η μηχανιστική αυτή προσέγγιση των κοινωνικών σχέσεων είχε τεράστια επιρροή στους δημιουργούς τους διαδικτύου και αποτελεί ακόμα, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά μια από τις ιδεολογικές του βάσεις.

Οι New Communalists αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι του κινήματος των χίπις και της πολιτιστικής επανάστασης που επέφεραν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 60 και του 70. Σε αντίθεση με τη ριζοσπαστική Νέα Αριστερά (New Left) που μετουσιώθηκε την ίδια εποχή σε οργανώσεις με παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές (διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ακτιβιστικές καμπάνιες ακόμη και βίαιες δράσεις), οι New Communalists απέρριπταν γενικά και απόλυτα οποιουδήποτε τύπου οργάνωση με σαφή πολιτικό περιεχόμενο και στόχο. Για αυτούς ο μόνος τρόπος καταστροφής του συγκεντρωτικού καπιταλισμού της εποχής ήταν να αποτραβηχτούν σε κοινόβια χωρίς ιεραρχικές δομές. Αυτή η επιστροφή στη φύση ελευθεριακού τύπου συνοδεύτηκε από βαθιά πίστη στις χειραφετικές δυνατότητες της τεχνολογίας η οποία εκφράστηκε εμβληματικά από την έκδοση του Whole Earth Catalog.

Όπως εξηγεί ο Turner, τη δεκαετία του 80, όταν το όραμα των χίπις για μια εναλλακτική κοινωνία είχε πια πεθάνει, οι παραπάνω ιδεολογικές ρίζες μπολιάστηκαν με δυο φαινόμενα της εποχής: την ανάδυση του προσωπικού υπολογιστή ως νέα deus ex machina και την ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Σταδιακά η παραδοσιακή προς το κράτος επιφυλακτικότητα των πρώην χίπις, που εντωμεταξύ αγκάλιασαν την πληροφορική και τα δίκτυα, εξελίχθηκε σε πραγματική εχθρότητα. Η ελευθεριακός τρόπος ζωής τους σε συνδυασμό με τα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού που θριάμβευε, εξελίχθηκε σε ένα νέο δεξιόστροφο πολιτικό ιδίωμα τον Ελευθερισμό (Libertarianism).

Τη δεκαετία του 90 άτομα και δίκτυα αυτού του χώρου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εμπορευματοποίηση τους διαδικτύου. Πρώην χίπις με κομβική θέση μεταξύ της τεχνολογικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ όπως οι Stewart Brand και John Perry Barlow, καθώς και τα δίκτυα που δημιούργησαν (Global Business Network, The Well, Electronic Frontier Foundation), έδωσαν το έναυσμα της μετάλλαξης του διαδικτύου από αποκεντρωμένο και μη εμπορικό σύστημα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών, στο γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ προϊόντων και υπηρεσιών που γνωρίζουμε σήμερα.

Η μετάλλαξη αυτή βασίστηκε στο εξής επιχείρημα: τα παραδοσιακά πολιτικά υποκείμενα όπως το κράτος, η κυβέρνηση αλλά και οι μεγάλες συγκεντρωτικές και ιεραρχικές επιχειρήσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού έχουν πια ξεπεραστεί. Μαζί με αυτές έρχεται το τέλος όλων των παλαιού τύπου αντιπροσωπευτικών δομών (κόμματα, συνδικάτα, οργανώσεις κλπ.). Πλέον, με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, ενδυναμώνεται ο ρόλος των ατόμων (empowerement) που συνδέονται και συντονίζονται μέσω πληροφοριακών δικτύων δημιουργώντας έτσι ενός νέου τύπου κοινωνική (απορ)ρύθμιση που θυμίζει έντονα την Κυβερνητική ουτοπία του Wiener υπό τη σκέπη του αόρατου χεριού της Αγοράς του Adam Smith. Το προϊόν αυτής της μετάλλαξης ήταν αυτό που οι Barbrook και Cameron – αναφερόμενοι στη Γερμανική ιδεολογία του Μαρξ – ονομάζουν « Californian Ideology (…) a contradictory mix of technological determinism and libertarian individualism (that) would (become) the hybrid orthodoxy of the information age».

Οι ιδρυτές των εταιρειών που κυριαρχούν σήμερα στο διαδίκτυο ενστερνίστηκαν αμέσως αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Steve Jobs, συμμετείχαν αυτοπροσώπως στη μετεξέλιξη της ελευθεριακής καλιφορνέζικης κουλτούρας. Άλλοι πιο νέοι όπως o Mark Zuckerberg κι ο Eric Schmidt έγιναν φανατικοί ευαγγελιστές του μέσω βιβλίων και δημόσιων τοποθετήσεων τους. Ίσως κάποιοι να πιστεύουν ειλικρινά ότι η τεχνολογία και η ελεύθερη αγορά θα σώσει την ανθρωπότητα. Καταλαβαίνουν όμως πολύ καλά επίσης ότι η συγκεκριμένη ιδεολογία εξυπηρετεί επίσης το ταξικό τους συμφέρον.

Γνωσιακός καπιταλισμός και εργασία

Από τις αρχές της δεκαετίας του 90 έχει αρχίσει μια συζήτηση για το πως μπορεί να χαρακτηριστεί το καπιταλιστικό παράδειγμα του 21ου αιώνα. Η έννοια του Γνωσιακού Καπιταλισμού (Cognitive Capitalism) πηγάζει από αυτές τις συζητήσεις. Η κεντρική ιδέα είναι ότι ενώ οι βασικές αρχές της οικονομίας παραμένουν άθικτες (συσσώρευση κεφαλαίου, ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας για το μοίρασμα της παραγόμενης υπεραξίας, εκμετάλλευση και αλλοτρίωση), η λειτουργία του καπιταλισμού στην εποχή μας έχει σημαντικές διαφοροποιήσεις από το βιομηχανικό μοντέλο που αναπτύχθηκε και κυριάρχησε στον 20ο αιώνα.

Η εργασία στα πλαίσια του γνωσιακού καπιταλισμού είναι σε μεγάλο μέρος άυλη. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζόμενων δεν καταπιάνεται με την παραγωγή και εμπορία υλικών αγαθών, αλλά με πληροφορίες και υπηρεσίες. Η άυλη εργασία προϋποθέτει διαφορετικές ικανότητες και δεξιότητες από την παραγωγή σε φορντικού τύπου βιομηχανίες. Ο γνωσιακός καπιταλισμός χρειάζεται εργαζόμενους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ικανούς για αυτόνομη εργασία, ευέλικτους και μετακινήσιμους σύμφωνα με τις ανάγκες του εργοδότη. Ταυτόχρονα, αντίθετα με τη βιομηχανική εργασία, η άυλη εργασία στα πλαίσια του γνωσιακού καπιταλισμού περικλείει το σύνολο της συναισθηματικής και κοινωνικής δραστηριότητας των εργαζομένων. Για παράδειγμα, η παρουσία ενός γνωσιακού εργαζόμενου στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις σχέσεις του εκεί μπορεί να έχει έμμεσες θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις στη φήμη ή την εικόνα της εταιρείας για την οποία δουλεύει. Για το λόγο αυτό τα όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου, επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής για ένα γνωσιακό εργαζόμενο είναι πολύ πιο δυσδιάκριτα συγκριτικά με έναν βιομηχανικό εργάτη.

Παράλληλα, η άυλη εργασία με ψηφιακά εργαλεία παράγει μεγάλο όγκο δεδομένων σε σχέση με το χρόνο εργασίας, τις ακριβείς δραστηριότητες του κατά τη διάρκεια της ημέρας κλπ. Με άλλα λόγια ο γνωσιακός εργαζόμενος χαμηλής ιεραρχίας, όπως για παράδειγμα οι υπάλληλοι στα τηλεφωνικά κέντρα, υπόκεινται σε συνεχή επιτήρηση από τον εργοδότη με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας του.

Από οικονομικής άποψης το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της γνωσιακής εργασίας είναι ότι παράγει μεγαλύτερη υπεραξία από την υλική εργασία. Με άλλα λόγια τα περιθώρια κέρδους της διαδικτυακής βιομηχανίας είναι σημαντικότερα και επιτυγχάνονται πολύ γρηγορότερα από αυτά μιας παραδοσιακής βιομηχανικής δραστηριότητας. Έτσι εξηγούνται τα δυσθεώρητα κέρδη των προαναφερθέντων εταιρειών. Για παράδειγμα η Apple έκανε τον απίστευτο τζίρο των 697.000 δολαρίων ανά εργαζόμενο για το 2012. Συγκριτικά, η McDonalds έβγαλε μόνο 18.000 ανά εργαζόμενο. Η Apple είναι σήμερα η πλουσιότερη αμερικανική εταιρεία με αποθεματικά 145 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ετήσιο τζίρο για το 2013 πάνω από 57 δισεκατομμύρια. Τα οικονομικά μεγέθη των υπόλοιπων, Google, Facebook, Microsoft, eBay, Amazon κλπ. είναι μικρότερα αλλά της ίδιας τάξης.

Πως καταφέρνουν αυτές οι εταιρείες να εξάγουν τόση υπεραξία από τους εργαζόμενους τους; Χωρίζοντας τους σε δύο κατηγορίες: από τη μια πλευρά η μειοψηφία των γνωσιακών εργαζόμενων υψηλής στάθμης (προγραμματιστές, μηχανικοί, ειδικοί στο μάρκετινγκ κλπ.), οι οποίοι απολαμβάνουν υπέρογκους μισθούς και ιδανικές συνθήκες εργασίας. Από την άλλη η πλειοψηφία της παραγωγικής δύναμης η οποία τις περισσότερες φορές ενοικιάζεται μέσω εργολάβων με χαμηλούς μισθούς. Έτσι μπορεί η Apple να είναι σήμερα η πρώτη εταιρεία σε πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών, smartphones και tablets στο κόσμο χωρίς να έχει ούτε ένα ιδιόκτητο εργοστάσιο. Η παραγωγή γίνεται στην Κίνα από κολοσσούς όπως η Foxconn (1,5 εκατομμύρια εργάτες) σε συνθήκες εκμετάλλευσης τέτοιες που δεκάδες εργαζόμενοι αυτοκτονούν μην αντέχοντας τις συνθήκες διαβίωσης τους. Παρόμοιες σκληρές συνθήκες εργασίας υπάρχουν και στα κέντρα διανομής της Amazon ακόμη και στην Ευρώπη, όπου οι εργαζόμενοι, επισφαλείς σε μεγάλο ποσοστό, τελούν υπό συνεχή επιτήρηση και ψυχολογική πίεση. Φαίνεται λοιπόν ότι η εκμετάλλευση που προϋποθέτει η συσσώρευση κεφαλαίου δεν εξαφανίζεται στα πλαίσια του γνωσιακού καπιταλισμού αλλά έχει νέα χαρακτηριστικά και επιμερίζεται διαφορετικά μεταξύ των εργαζομένων.

Η ολιγοπωλιακή δομή της διαδικτυακής οικονομίας

Τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής τεχνολογίας, βασικό συστατικό του γνωσιακού καπιταλισμού, εξηγούν επίσης της μονοπωλιακή φύση της διαδικτυακής οικονομίας. Η ψηφιακή επανάσταση σταδιακά κατάργησε τα παραδοσιακά σύνορα μεταξύ αγορών όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι ψηφιακές υπηρεσίες και το hardware δημιουργώντας έτσι συνθήκες κάθετης συγκέντρωσης και ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ ενός μικρού αριθμού πολυεθνικών κολοσσών. Ενώ οι δραστηριότητες τους περιορίζονταν αρχικά σε συγκεκριμένους τομείς σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς δραστηριοποιούνται στο σύνολο της διαδικτυακής οικονομίας.

Για παράδειγμα, ενώ η αρχική αγορά της Apple ήταν οι υπολογιστές και το λειτουργικό σύστημα OS, πλέον η εταιρεία παράγει κάθε τύπου λογισμικό (Final Cut, Pages, iMovie, iPhoto, GarageBand, iWork κλπ.), φορητές συσκευές με ιδιόκτητο λειτουργικό (iPhone, iPad, iOS) αλλά και παντοδύναμες πλατφόρμες διανομής περιεχομένου (AppStore, iTunes). Η Amazon έκανε την αντίθετη διαδρομή, αφού από τις διαδικτυακές υπηρεσίες και τη διανομή βιβλίων έφτασε σήμερα να παράγει την πιο δημοφιλή συσκευή ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων στον πλανήτη, το Kindle, καθώς και το κλειστό, λειτουργικό του σύστημα. Επίσης η Amazon είναι ο μεγαλύτερος πάροχος υπηρεσιών επιγραμμικής αποθήκευσης (cloud services, hosting) στον κόσμο. Η Microsoft εκτός από τα Windows προσφέρει κάθε είδους λογισμικό, μερικά εκ των οποίων τείνουν να γίνουν μονοπώλια (πχ. Microsoft Office), διαδικτυακές υπηρεσίες (Hotmail, Skype) ακόμη και κινητές συσκευές (Nokia). Η Google εκτός από την απόλυτη κυριαρχία της σε διαδικτυακές υπηρεσίες όπως η μηχανή αναζήτησης (πάνω από 80% μερίδιο αγοράς παγκόσμια), το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Gmail), οι χάρτες (Google Maps), η επιγραμμική αποθήκευση (Drive), τα κοινωνικά δίκτυα (Google+) κλπ. ελέγχει επίσης το πιο διαδεδομένο λειτουργικό για κινητά (Android) αλλά ακόμη και την κατασκευή συσκευών (Motorola). Οι παραπάνω εταιρείες διαθέτουν επίσης τεράστια ιδιόκτητα δίκτυα τηλεπικοινωνιών, όπως για παράδειγμα υπερατλαντικά καλώδια, και πειραματίζονται με την παροχή ασύρματης σύνδεσης σε περιοχές του πλανήτη όπου τα σταθερά δίκτυα δεν λειτουργούν (κυρίως Αφρική και Ασία). Προσθέτοντας τηλεπικοινωνιακούς και πληροφοριακούς γίγαντες τύπου Verizon, Cisco, IBM, Deutsche Telekom και Comcast, έχει κανείς σαφή εικόνα ενός ολιγοπωλίου αποτελούμενου από δύο δεκάδες αλληλοσυνδεδεμένες πολυεθνικές το οποίο ελέγχει απόλυτα το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κομμάτι του σύγχρονου διαδικτύου.

Οι παίκτες αυτοί έχουν τη δυνατότητα να θέτουν υψηλά τεχνολογικά και οικονομικά εμπόδια στους εν δυνάμει ανταγωνιστές τους μικρότερης κλίμακας. Για παράδειγμα η Google διαθέτει άγνωστο αριθμό data centers με πάνω από ένα εκατομμύριο σέρβερς. Η λειτουργία της βαριάς αυτής βιομηχανίας του διαδικτύου προϋποθέτει τεχνολογίες αιχμής αλλά κυρίως τεράστια κεφάλαια απαραίτητα για να καλυφθούν τα υψηλά έξοδα λειτουργίας (συσκευές, ενέργεια, ψύξη κλπ.). Γίνεται λοιπόν εύκολα κατανοητό ότι οποιοσδήποτε νεοεισερχόμενος παίκτης που δεν διαθέτει τέτοιους πόρους αδυνατεί να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό. Επίσης το διαδικτυακό ολιγοπώλιο διατηρεί το προβάδισμα του εξαγοράζοντας συνεχώς καινοτόμες υπηρεσίες (start-ups), είτε για να τις εντάξει στη στρατηγική του, είτε για να εξαφανίσει εν δυνάμει ανταγωνιστές. Πρόσφατα παραδείγματα η εξαγορά του Whatsapp από τη Facebook και του Topsy από την Apple. Από το 2001 μέχρι σήμερα η Google έχει εξαγοράσει 150 μικρότερες εταιρείες.

Τέλος, οι μεγάλοι παίκτες παρόλο που ανταγωνίζονται μεταξύ τους στο σύνολο των ψηφιακών αγορών, δημιουργούν και στρατηγικές συμμαχίες σε συγκεκριμένους τομείς. Πρόσφατα παραδείγματα η απόφαση της Nokia να χρησιμοποιεί πλέον στα κινητά που παράγει το λειτουργικό Android της Google και αυτή της Apple να εγκαταστήσει στο iOS 7 τη μηχανή αναζήτησης Bing της Microsoft. Ενώ η υψηλή οικονομική συγκέντρωση είναι χαρακτηριστικό κι άλλων αγορών, όπως για παράδειγμα της πολιτιστικής βιομηχανίας, στην περίπτωση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου η κλίμακα είναι παγκόσμια και οι εξελίξεις ταχύτερες γιατί οι συγκεντρωτικές τάσεις εντείνονται από ένα κλασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας δικτύων το network effect. Αυτό το χαρακτηριστικό αυξάνει τη χρησιμότητα μια υπηρεσίας για κάθε χρήστη ξεχωριστά, όσο ο συνολικός τους αριθμός μεγαλώνει. Τελικά οι διαδικτυακές πολυεθνικές, οι οποίες υπήρξαν κάποτε φορείς καινοτομίας, έχουν πλέον εξελιχθεί σε εμπόδια για την ανάπτυξη μη εμπορικών υπηρεσιών και μικρής κλίμακας επιχειρηματικότητα, οι οποίες παραδοσιακά αποτελούν τον κύριο παράγοντα εμπλουτισμού του διαδικτύου.

Ο ρόλος των πληροφοριακών ενδιάμεσων

Ο ζωτικός ρόλος που καταλαμβάνει το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι αυτός του πληροφοριακού ενδιάμεσου (infomediary). Σκοπός των προαναφερόμενων εταιρειών είναι να καλύψουν όλο το φάσμα υπηρεσιών, συσκευών, λογισμικών και τηλεπικοινωνιακών δομών που απαιτείται ούτως ώστε να συνδεθεί η ζήτηση πληροφοριακών και πολιτιστικών αγαθών με την προσφορά. Αυτό δηλαδή που ο Yochai Benkler αποκαλεί physical infrastructure layer και logical layer του διαδικτύου. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι γενικά το διαδικτυακό ολιγοπώλιο απέχει από τις δραστηριότητες παραγωγής περιεχομένου και πληροφορίας (ΜΜΕ, στούντιο μουσικής ή κινηματογράφου κλπ.) και επικεντρώνεται στα κανάλια διανομής όπου η παραγόμενη υπεραξία είναι υψηλότερη και η δυνατότητα ελέγχου της παραγωγικής αλυσίδας πιο εύκολη.

Πράγματι, οποιοσδήποτε χρήστης θελήσει να έχει πρόσβαση σε περιεχόμενα μέσω διαδικτύου είναι πλέον αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει τα κανάλια που ελέγχονται από το διαδικτυακό ολιγοπώλιο. Έτσι ο εκδημοκρατισμός των ψηφιακών μέσων παραγωγής, που όντως υφίστανται, υποσκελίζεται από τη συγκέντρωση των μέσων διανομής. Την ίδια στιγμή που το διαδικτυακό ολιγοπώλιο γίνεται απαραίτητο στους χρήστες, επιβάλλει τους κανόνες του και στους παραγωγούς περιεχομένου ή υπηρεσιών οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να υπακούσουν στις επιταγές του αν δεν θέλουν να εξαφανιστούν. Για παράδειγμα το Search Engine Optimization, του οποίου οι κανόνες επιβάλλονται από την Google, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για εκατομμύρια μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις η οικονομία των οποίων εξαρτάται άμεσα από τη θέση που καταλαμβάνουν στα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησης. Κατά τον ίδιο τρόπο οι εκατοντάδες χιλιάδες προγραμματιστές που παράγουν εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα εξαρτώνται άμεσα από τις δύο κυρίαρχες πλατφόμες AppStore και Android Market. Η επιτυχία πολλών συγγραφέων εξαρτάται από τις διαθέσεις της Amazon, η επισκεψιμότητα ενημερωτικών ιστότοπων από τους αλγόριθμους των Google News και Facebook και ούτως καθεξής. Η αδιαφάνεια και η πολυπλοκότητα των αλγόριθμων δε τους θέτει έξω από κάθε δυνατότητα δημοκρατικού ελέγχου αφού ακόμη κι η νομοθετική και δικαστική εξουσία αδυνατεί να καταλάβει το πως ακριβώς λειτουργούν.

Το διαδικτυακό ολιγοπώλιο σαφώς και προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα όμως παρακρατεί υπέρογκο κομμάτι της παραγόμενης υπεραξίας, είτε μέσω προμηθειών επί των πωλήσεων (Apple, Amazon), είτε κυριαρχώντας στη διαφημιστική αγορά (Google, Facebook). Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, όπως αυτή της Apple, οι ολιγοπωλιακοί παίκτες « φυλακίζουν» τους χρήστες σε κλειστά συστήματα περιορίζοντας δραστικά τις επιλογές τους. Για παράδειγμα ένας ιδιοκτήτης iPhone δεν μπορεί παρά να επιλέξει ανάμεσα στις εφαρμογές που η εταιρεία δέχεται να διανείμει μέσω του AppStore. Αυτή η δυνατότητα δεν έχει μόνο οικονομικές αλλά και πολιτικές επιπτώσεις αφού η Apple δεν διστάζει ακόμη και να λογοκρίνει περιεχόμενα που δεν είναι της αρεσκείας της. Σε άλλες περιπτώσεις όπως αυτή της Google η στρατηγική που εφαρμόζεται είναι πιο ανοιχτή με σκοπό να κεφαλαιοποιήσει τις θετικές εξωτερικότητες που προσφέρουν κοινότητες ανοιχτού λογισμικού. Αυτός είναι ο λόγος που η συγκεκριμένη εταιρεία χρησιμοποιεί εν μέρει προγράμματα ανοιχτού κώδικα για τα προϊόντα της (πχ. Android και Chrome) ή χρηματοδοτεί ανάλογα πρότζεκτ όπως το Mozilla Foundation. Έστω όμως κι αν οι στρατηγικές των εταιρειών αυτών διαφέρουν ο στόχος τους είναι κοινός: ο πλήρης έλεγχος της πρόσβασης του κοινού σε πολιτισμικά και πληροφοριακά αγαθά καθώς και σε διαδικτυακές υπηρεσίες.

Συλλογική νοημοσύνη, προσωπικά δεδομένα και επιτήρηση

Ένα καίριο χαρακτηριστικό της διαδικτυακής οικονομίας είναι το γεγονός ότι εξαρτάται από έμμεση χρηματοδότηση. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσβαση σε μεγάλο κομμάτι των περιεχομένων και των υπηρεσιών που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο είναι δωρεάν για τον τελικό χρήστη. Οι δύο πηγές της έμμεσης χρηματοδότησης είναι η άμισθη εργασία των ίδιων των χρηστών (free labor) οι οποίοι παράγουν περιεχόμενο και τα προσωπικά τους δεδομένα που πωλούνται στους διαφημιστές.

Πράγματι μια από τις βάσεις των υπηρεσιών που προσφέρει το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι η συμμετοχή του κοινού στην δημιουργία και την διάδοση περιεχομένου (κείμενο, εικόνες, βίντεο, ήχος) και μετά-περιεχομένου κάθε μορφής (οδηγίες, απαντήσεις, εξηγήσεις, ψήφοι, κριτικές). Σε γενικές γραμμές το χαρακτηριστικό αυτό εκλαμβάνεται θετικά από τους χρήστες των συμμετοχικών εφαρμογών λόγω του ενεργού ρόλου που καλούνται να παίξουν, κάτι που εκ πρώτης όψεως αντιτίθεται στο παθητικό μοντέλο του εξαρτημένου και ετερόνομου τηλεθεατή. Όπως αναφέρει ο Nick Dyer Witheford, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο Μαρξ στο βιβλίο του Grundrisse (The Fragment on Machines) υποστήριζε ότι σε τελική ανάλυση η γνώση, με την έννοια της συσσωρευμένης εμπειρίας, αποτελεί την κινητήρια δύναμη του παραγωγικού συστήματος, κάτι που ονόμασε « general intellect» ή συλλογική νοημοσύνη.

Η ιδέα αυτή του Μαρξ υιοθετήθηκε και εμπλουτίστηκε στην συνέχεια από διανοητές του Ιταλικού αυτονομιστικού μαρξισμού (Virno, Negri, Lazzarato, Hardt) και τα γραπτά τους στο περιοδικό Futur Interieur. Οι τελευταίοι, προσπαθώντας να ενσωματώσουν στην ανάλυση του Μαρξ τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου παραγωγικού συστήματος, θεώρησαν τη συλλογική νοημοσύνη – δηλαδή το σύνολο των επικοινωνιακών, πολιτιστικών, διαλογικών, γλωσσικών ή ηθικών χαρακτηριστικών, που αναπτύσσουν οι άνθρωποι στις σχέσεις τους μ’ άλλους ανθρώπους, μέσω του διαλόγου κι οποιωνδήποτε άλλων σχέσεων κι αλληλεπιδράσεων έχουν μεταξύ τους – ως βασική συνιστώσα του μεταφορντικού καπιταλισμού. Ως αποτέλεσμα εργοστάσιο και κοινωνία ταυτίζονται δημιουργώντας το social factory.

Εάν μεταφέρουμε την ιδέα της συλλογικής νοημοσύνης στο πεδίο της διαδικτυακής οικονομίας καταλαβαίνουμε ότι ο βασικός πόρος που διαθέτουμε εμείς οι απλοί χρήστες του διαδικτύου για το οικονομικό σύστημα είναι η ίδια η δυνητική μας ύπαρξη και οι τρόποι με τους οποίους αυτή μετουσιώνεται σε υπεραξία: οι μουσικές που ακούμε και που παράγουμε, τα βιβλία που διαβάζουμε, οι φωτογραφίες που βγάζουμε, οι ιδέες και απόψεις που εκφράζουμε δημόσια και ιδιωτικά, οι προτιμήσεις μας, οι φίλοι μας, οι λιγότεροι φίλοι, οι πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις που συνάπτουμε καθημερινά και βέβαια η τεχνογνωσία που ο καθένας μας διαθέτει σε ότι αφορά τους τρόπους διασποράς αυτών των πληροφοριών. Σε μια τέτοια διάρθρωση, οι διαδικτυακές υπηρεσίες είναι πρωταρχικής σημασίας για το σύγχρονο παραγωγικό σύστημα αφού αποτελούν ουσιαστικά « μηχανές συγκομιδής » της συλλογικής νοημοσύνης.

Όταν η Facebook αγοράζει το Instagram στην ουσία το αντικείμενο της αγοραπωλησίας δεν είναι τόσο η τεχνολογία αλλά η «κοινότητα», με την έννοια ενός συνόλου πληροφοριών που αφορούν τους χρήστες, τις τεχνικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους αλλά και τις δεξιότητες που κομίζουν. Οι δραστηριότητες των χρηστών μέσα σε αυτές τις πλατφόρμες αποτελούν λοιπόν μια νέου είδους άμισθη εργασία που ουσιαστικά χρηματοδοτεί τις υποτίθεται « δωρεάν» υπηρεσίες μέσω της παραγωγής περιεχομένων.

Ταυτόχρονα με τη εκμετάλλευση της άμισθης εργασίας των χρηστών, οι πλατφόρμες του διαδικτυακού ολιγοπωλίου έχουν σαν στόχο την παρακολούθηση και καταγραφή όλων των πτυχών της δυνητικής μας ύπαρξης υλοποιώντας έτσι την απόλυτη διαφάνεια του υποκειμένου. Η εγκαθίδρυση της διαφάνειας ως υπέρτατη αξία βρίσκει τις ιδεολογικές ρίζες της σε αυτό που ο Φουκώ ονομάζει Πανοπτισμό: « το μείζον αποτέλεσμα του πανοπτικού είναι το ακόλουθο: να υποβάλλει στον κρατούμενο μια συνειδητή και μόνιμη, σε βάρος του, κατάσταση ορατότητας που εξασφαλίζει την αυτόματη λειτουργία της εξουσίας. Να μονιμοποιεί τα αποτελέσματα της επιτήρησης, ακόμη κι αν αυτή είναι ασυνεχής στην άσκησή της. Το αρχιτεκτονικό τούτο συγκρότημα να είναι μια μηχανή για την εγκαθίδρυση και τη στήριξη ενός είδους εξουσίας ανεξάρτητης από εκείνον που την ασκεί. Κοντολογίς, οι κρατούμενοι να παγιδεύονται και να υφίστανται μια εξουσία της οποίας οι ίδιοι είναι οι φορείς». (Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, Αθήνα, Ράππας, 1989, σελ. 266).

Στην περίπτωση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου διαφαινόταν ότι ο λογική του Πανοπτισμού δεν θα έμπαινε στην υπηρεσία ενός σωφρονιστικού ή κατασταλτικού μηχανισμού αλλά θα συμμετείχε απλά και μόνο στην άντληση διαφημιστικής υπεραξίας. Όμως οι αποκαλύψεις του Edward Snowden έδειξαν μια σύμπτωση συμφερόντων μεταξύ του διαδικτυακού ολιγοπωλίου και των υπηρεσιών ασφαλείας. Οι τελευταίες ευνόησαν την ανεξέλεγκτη συσσώρευση προσωπικών δεδομένων με την προϋπόθεση ότι θα έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά όποτε το θελήσουν. Δεν έχει σημασία αν οι Google, Facebook κλπ. συνεργάστηκαν συνειδητά με την NSA ή παγιδεύτηκαν από αυτή. Σημασία έχει η αντικειμενική σύγκλιση και το αποτέλεσμα: οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας διαθέτουν απεριόριστη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στα δεδομένα των κυριότερων πάροχων διαδικτυακών υπηρεσιών στον κόσμο. Μέηλ, τσάτ, κοινωνικά δίκτυα, VoIP, αναζητήσεις, αγορές, προτιμήσεις αλλά και τηλεφωνικές επαφές, γεωεντοπισμός και οτιδήποτε άλλο παράγουμε και μοιραζόμαστε στο διαδίκτυο και στα κινητά τηλέφωνα καθημερινά μέσω των πιο γνωστών υπηρεσιών αποτελούν έτσι δυνητικό πεδίο ανεξέλεγκτης μαζικής παρακολούθησης. Το διαδίκτυο από εργαλείο στην υπηρεσία της δημοκρατίας μετατρέπεται έτσι στη μεγαλύτερη μηχανή επιτήρησης της ανθρώπινης ιστορίας,

Διαδικτυακό ολιγοπώλιο και οικονομικό-πολιτικό κατεστημένο

Τα παραπάνω δείχνουν ξεκάθαρα τη θέση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου στο κέντρο του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτό επιβεβαιώνεται επίσης και από τις ιδιαίτερες σχέσεις που οι πολυεθνικές του διαδικτύου διατηρούν με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες του πλανήτη (Morgan Stanley, Goldman Sachs κλπ.), οι σημαντικότεροι ολιγάρχες (Ρωσία, Σαουδική Αραβία) και τα πιο δραστήρια hedge funds έχουν μεγάλο αριθμό μετοχών όλων των εταιρειών του διαδικτυακού ολιγοπωλίου. Τα συμφέροντα αυτών των εταιρειών ταυτίζονται έτσι εν πολλοίς με αυτά της καρδιάς του παγκόσμιου κεφαλαίου. Επίσης το διαδικτυακό ολιγοπώλιο είναι αυτό που προσφέρει την υλική και λογισμική βάση για τη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφού το τελευταίο δεν νοείται στη σημερινή του μορφή χωρίς ψηφιακές τεχνολογίες και δίκτυα.

Ταυτόχρονα οι συγκεκριμένες εταιρείες ασκούν οργανωμένη και μαζική φοροδιαφυγή χρησιμοποιώντας φορολογικούς παραδείσους και πολύπλοκα σχήματα με off shore εταιρείες ώστε να ελαχιστοποιούν τους φόρους που πληρώνουν στις χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται. Πρόσφατα οι γαλλικές φορολογικές υπηρεσίας επέβαλλαν πρόστιμο ενός δισεκατομμυρίου ευρώ στη Google για αυτό το λόγο. Το ίδιο συμβαίνει και στη Μεγάλη Βρετανία. Σήμερα μόνο τέσσερις εταιρείες του χώρου οι Apple, Microsoft, Google και Cisco Systems διαθέτουν ένα κρυμμένο θησαυρό 331 δισεκατομμυρίων δολαρίων εκ των οποίων τα 255 βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους και δεν φορολογούνται ούτε από το αμερικανικό κράτος. Σε μια επίδειξη κυνικότητας, οι συγκεκριμένες εταιρείες αγοράζουν κρατικό χρέος των ΗΠΑ με αυτά τα χρήματα με αποτέλεσμα όχι μόνο μην πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν αλλά να βγάζουν κέρδη δανείζοντας το κράτος.

Η σύνδεση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου με το οικονομικό κατεστημένο συμπληρώνεται από στενές σχέσεις με ισχυρούς πολιτικούς. Είναι γνωστό ότι οι Microsoft και Google μαζί με τα πανεπιστήμια της Καλιφόρνια ήταν οι σημαντικότεροι χρηματοδότες της προεκλογικής καμπάνιας του Ομπάμα το 2012. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Silicon Valley μπήκαν στην κυβέρνηση και το αντίστροφο. Η καμπάνια του Ομπάμα το 2012 χαρακτηρίστηκε από την πιο πολύπλοκη και αποτελεσματική χρήση big data στην ιστορία. Για παράδειγμα οι σύμβουλοι του Αμερικανού προέδρου είχαν ελεύθερη πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων μέσω του Facebook τα οποία τους επέτρεψαν να στοχεύσουν τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους. Οι σύμβουλοι αυτοί μετά τις εκλογές απορροφήθηκαν από την Silicon Valley.

Η πολιτική φιλοδοξία των παικτών του διαδικτυακού μονοπωλίου διαφαίνεται και από την πρόσφατη εμπλοκή τους στο χώρο των ΜΜΕ. Ο ιδρυτής της Amazon Jeff Bezos αγόρασε έτσι μια από τις σημαντικότερες αμερικανικές εφημερίδες, την Washington Post, ο ιδιοκτήτης της eBay Pierre Omidyar επένδυσε 250 εκατομμύρια δολάρια για τη δημιουργία του First Look Media, ο συνιδρυτής του Facebook Chris Hughes αγόρασε το περιοδικό New Republic. Ακόμη και στη Γαλλία η Monde και το περιοδικό Nouvel Observateur ελέγχονται από τον επιχειρηματία Xavier Niel ιδιοκτήτη ενός από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς πάροχους της Ευρώπης. Και βέβαια η Google χρηματοδοτεί αναρίθμητα πρότζεκτς γύρω από τον χώρο των ΜΜΕ. Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά στην Ελλάδα ο έλεγχος ΜΜΕ από ισχυρούς επιχειρηματίες γίνεται πάντα για ιδιοτελείς σκοπούς. Μπορεί λοιπόν να υποθέσει κανείς με αρκετή ασφάλεια ότι η στρατηγική των συγκεκριμένων επιχειρηματιών μέσω της εμπλοκής τους στο χώρο είναι η προάσπιση των συμφερόντων τους και η προώθηση της ατζέντας των θεμάτων που τους αφορούν.

Κατακλείδα

Πίσω από τη συμπαθητική φιγούρα των νέων και και ταλαντούχων ιδρυτών τους, κάτω από τα αστραφτερά περιβλήματα των πανάκριβων συσκευών που παράγουν, μέσα στον κώδικα του λογισμικού που δημιουργούν, οι τεχνολογικοί γίγαντες της Silicon Valley κρύβουν ένα πολύ διαφορετικό πρόσωπο: αυτό ενός παγκόσμιας κλίμακας ολιγοπωλίου που ελέγχει την υλική και λογισμική βάση μέσω της οποίας λειτουργεί σήμερα η οικονομία και η κοινωνία. Αυτό που προσπάθησα να δείξω σε αυτό το κείμενο δεν είναι ότι όλοι αυτοί συνωμοτούν με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία. Ούτε ότι οι υπηρεσίες και τα εργαλεία που προσφέρουν δεν έχουν χειραφετικές δυνατότητες προσωπικής ολοκλήρωσης και εκδημοκρατισμού, το αντίθετο μάλιστα. Το βασικό επιχείρημα μου είναι ότι το διαδικτυακό ολιγοπώλιο εκπροσωπεί την αβαντ γκαρντ του σύγχρονου, γνωσιακού καπιταλισμού. Ως τέτοιο λοιπόν εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και επιδιώκει τη συνέχιση, με άλλα μέσα, της συσσώρευσης κεφαλαίου από αυτές. Όσο πιο γρήγορα αυτό γίνει κατανοητό από όλους μας, τόσο πιο εύκολα θα μπορέσουμε να επιβάλλουμε τη δημοκρατική ρύθμιση του διαδικτύου και την ανάδυση εναλλακτικών τεχνολογικών και κατ’επέκταση πολιτικών μοντέλων.

Μαϊντάν-Σύνταγμα χωρίς αντι-ιμπεριαλιστικό εισιτήριο

012414_ANR_Ukraine_640

Αναδημοσίευση από το μπλόγκ communisation

Συνειδητή σιωπή και εξίσου συνειδητός θόρυβος· να η αντιστοιχία των ταραχών στη Βοσνία και της ανατροπής του καθεστώτος Γιανουκόβιτς στην Ουκρανία στην πολιτική φιλολογία της αριστεράς. Ό,τι δε χωράει στο αντιιμπεριαλιστικό καλούπι της θεωρίας προορίζεται για θάψιμο χωρίς πολλά-πολλά. Το κόμμα και οι οπαδοί του να είναι καλά και τα υπόλοιπα ας πετιούνται στο καλάθι της ιστορίας ως «περιθωριακά συμβάντα»…Παρακάτω κατατίθενται κάποιες σκέψεις με μορφή σημειώσεων πάνω στα γεγονότα στην Ουκρανία από μια μη αντιιμπεριαλιστική σκοπιά που αναγνωρίζει την αυτάρκεια των κινημάτων που ξεσπάνε, φυσικά όχι πάντα προς την κατεύθυνση που εμείς θα επιθυμούσαμε. Γιατί η ιστορία των μέχρι σήμερα κοινωνιών παραμένει η ιστορία της πάλης των τάξεων όσο κι αν πρεσβευτές ξένων χωρών περνούν από το Μαϊντάν για δηλώσουν τη συμπόνια του χασάπη για τα πρόβατα που πρόκειται να σφαχτούν.

Από τη σκοπιά της ακρίβειας όσων πρόκειται να ειπωθούν, δηλαδή από τη σκοπιά του «ιστορικού», θα ήταν σκοπιμότερο να περιμένουμε. Για να μπορέσουν να γίνουν γνωστά πράγματα που αφορούν το κίνημα των περασμένων μηνών και παραμένουν σε εμάς άγνωστα, να αναδυθούν πιθανώς εξελίξεις που προς το παρόν παραμένουν υπόγειες και να προσδώσουν στα μέχρι τώρα τετελεσμένα άλλο νόημα. Δεν είμαστε όμως «επιστήμονες» ούτε επιδιώξαμε ποτέ κάτι τέτοιο. Η προοπτική της ένοπλης αντιπαράθεσης στην Κριμαία –και η σοβαρή πιθανότητα ενταφιασμού του κοινωνικού ζητήματος κάτω από την ταφόπλακα της εθνικής ενότητας ενόψει ενός πολέμου μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας– μας ωθεί να αναβάλλουμε για αργότερα το σχέδιο μιας πιο ολοκληρωμένης καταγραφής του κινήματος στην Ουκρανία και να καταγράψουμε όσα μέχρι τώρα σημεία προλάβαμε να εκτιμήσουμε[1] ότι χρήζουν προσοχής από μια κινηματική προοπτική.

 

автономна 1

Από θεωρητικής πλευράς, οι αναφορές των θεωριών που έχουμε κληρονομήσει από τη δεκαετία του ’70 όσον αφορά τον ρόλο του κράτους και τη σχέση του με την κοινωνία των πολιτών είναι μάλλον περιορισμένες. Αυτή η περιορισμένη θεωρητική αναφορά στο κράτος δεν είναι αυτονόητη και σε γενικές γραμμές αποτελεί ευθεία συνέπεια του προηγούμενου κύκλου αγώνων που σχετίζονταν είτε με την (κριτική ενίοτε) αποδοχή των σοσιαλιστικών κρατών είτε με την ανάδειξη του εργοστασίου ως κεντρικού άξονα περιστροφής των κοινωνικών σχέσεων. Είναι σαφές ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και ολοκληρώθηκαν τα κοινωνικά θεμέλια αυτού του κύκλου αγώνων, μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού, προγραμμάτων δομικής προσαρμογής κλπ. Ή, με μια άλλη ορολογία, πραγματικής υπαγωγής της εργασίας και της ζωής γενικότερα στο κεφάλαιο. Αν πράγματι η πραγματικότητα της ταξικής πάλης θεωρείται σημαντική για την ίδια την παραγωγή της θεωρίας, τότε αν μη τι άλλο ο κύκλος αγώνων που φαίνεται να ξεκίνησε με την αραβική άνοιξη[2] και θέτει το κράτος στο επίκεντρο της σύγκρουσης οφείλει να βρει την αντανάκλαση που του αντιστοιχεί στο επίπεδο της θεωρίας. Και συνακόλουθα της έμπρακτης αντιπαράθεσης.

автономна 2

Θα μπορούσε η ανατροπή του καθεστώτος στην Ουκρανία να χαρακτηριστεί «πραξικόπημα»; Για εμάς είναι σαφές ότι αυτό που έριξε το καθεστώς Γιανουκόβιτς ήταν οι αντιδράσεις ενάντια στην κρατική καταστολή[3] που ξεκίνησε αρχικά μετά την πρώτη εκκένωση του Μαϊντάν τη νύχτα της 30ης Νοεμβρίου και κυρίως μετά τις 16 Ιανουαρίου, οπότε και ψηφίστηκαν οι νόμοι ενάντια στις διαδηλώσεις. Σε αυτή τη χρονική στιγμή λαμβάνει χώρα μια ποσοτική και ποιοτική διαφοροποίηση στο εσωτερικό του κινήματος παρόλο που το (μικρό) κομμάτι του κόσμου, που πριν είχε εκφράσει συγκεκριμένες διεκδικήσεις σε σχέση με την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, παραμένει εκεί και συναντάει τους περισσότερους που κατεβαίνουν στον δρόμο μετά. Και είναι ακριβώς αυτή η δυναμική του κινήματος που εμποδίζει αφενός την ειδική αστυνομία να το διαλύσει και αφετέρου τον στρατό να παρέμβει[4]· όσο κι αν οι ουκρανικές σημαίες ήταν έντονα παρούσες δίνοντας στο διαταξικό Μαϊντάν την αύρα «κινήματος εθνικής σωτηρίας», το αιματοκύλισμα των κινητοποιήσεων[5] δικαίως θεωρήθηκε εμφυλιοπολεμική πράξη. Παράλληλα, πρέπει να σκεφτούμε τι είδους λαϊκή στήριξη (δεν) είχε η «δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση» που έπεσε, η οποία μόνο στην αρχή οργάνωσε αντιδιαδήλωση μερικών εκατοντάδων στο Μαϊντάν –όταν ο κόσμος εκεί δεν ξεπερνούσε τις μερικές χιλιάδες, κυρίως μέλη της μεσαίας τάξης που διαδήλωναν υπέρ της ΕΕ– και στη συνέχεια κατέφευγε στους πληρωμένους μπράβους και στην ειδική αστυνομία. Ούτε καν στην «κανονική» αστυνομία. Πώς θα μπορούσαν να κρατηθούν μετά από αλλεπάλληλες επιθέσεις της ειδικής αστυνομίας τα μόνιμα οδοφράγματα που στήθηκαν από τις αρχές Δεκεμβρίου, οι κατασκηνώσεις μέσα και γύρω από το Μαϊντάν, οι καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων αν δεν υπήρχε ευρεία αποδοχή από την πλειοψηφία του πληθυσμού;

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά του κινήματος που είναι τα πιο ενδιαφέροντα από ανατρεπτική σκοπιά. Δεν παύουν όμως να είναι και προϊόντα μιας αφαιρετικής περιγραφής που αν δε συλλάβει τη συγκεκριμένη δυναμική των κινητοποιήσεων, κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό της και να υποτιμήσει τις εσωτερικές διαδικασίες και την  κατάληξή τους.

 

автономна 3

Ο Ντωβέ, στο Quand meurent les insurrections[6], κάνει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την άνοδο του φασισμού την περίοδο του μεσοπολέμου:

«Ποια είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί η ενότητα αυτή σε χώρες –όπως η Ιταλία και η Γερμανία –όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης».

«Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού».

Υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, όμως το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι καπιταλιστικές σχέσεις έχει σαφώς μεταβληθεί. Πράγματι, η Ουκρανία ήταν η χώρα από τις 29 πρώην σοσιαλιστικές που επλήγη περισσότερο από την κρίση: ο πληθωρισμός έφτασε 22% το 2008, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος ήταν στα όρια του 60%. Τον επόμενο χρόνο, το ΑΕΠ της Ουκρανίας μειώθηκε κατά 14% ενώ ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Επίσης, η χώρα έγινε δανείστηκε πολύ από το ΔΝΤ, μιας και οι τιμές των πρώτων υλών, με τις οποίες προμηθεύει η Ουκρανία την παγκόσμια αγορά, δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν σε κάποιο ικανοποιητικό επίπεδο. Σε καθαρά οικονομικό επίπεδο, λοιπόν, υπήρχε έντονη αστάθεια λόγω της φύσης της ουκρανικής οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η εσωτερική υποτίμηση δεν προχώρησε χωρίς παλινδρομήσεις μιας και είχαμε αυξήσεις του βασικού μισθού χωρίς μείωση των κρατικών ενισχύσεων σε βασικές παροχές. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η εργατική τάξη έχει μια μη αμελητέα διαπραγματευτική ισχύ.

Η κρίση, κυρίως, και όχι τόσο η σχετικά πρόσφατη κατασκευή του ουκρανικού κράτους ως προσάρτηση ανομοιογενών εδαφών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέτμησε την αστική τάξη της χώρας σε αντιπαρατιθέμενα γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε με τη δύση και την ΕΕ, είτε με τη Ρωσία. Αυτό και μόνο το γεγονός, ότι το ουκρανικό κράτος δεν μπορούσε να εκπληρώσει μια από τις βασικές λειτουργίες του, δηλαδή να μπορεί να εμφανιστεί ως συλλογικός καπιταλιστής, είναι το βασικό στοιχείο της κρίσης του ως κράτος. Είτε με την Ευρασιατική Ένωση της Ρωσίας είτε με την ΕΕ, ποιος και πώς θα επιβάλει τα απαραίτητα διαρθρωτικά μέτρα;

Από τη στιγμή όμως που το θέμα τίθεται έτσι, δηλαδή ως κρίση-του-κράτους-σε-σχέση-με-τη-νεοφιλελεύθερη-αναδιάρθρωση, δεν μπορούμε να μιλάμε για αναβίωση του «φασιστικού φαινομένου». Πώς θα μπορούσε να σταθεί ένα φασιστικό κράτος από μόνο του, ακόμα κι αν θεμελιωνόταν σε ένα αμιγώς φασιστικό κίνημα από τα κάτω; Επιπλέον, τότε, ακόμα και μετά το τσάκισμα των προλεταριακών εξεγέρσεων που προηγήθηκαν, η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της αναγνωρίστηκαν ως τέτοια και γι’ αυτό υπήρχε η ανάγκη να ενσωματωθούν στα πλαίσια ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος που ήταν και ο φασισμός και ο ναζισμός. Κάτι τέτοιο σήμερα είναι αδιανόητο στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης που περνάει ακριβώς από τη διάλυση της εργατικής τάξης ως συλλογικά αναγνωρισμένου υποκειμένου. Αυτή η βασική διάσταση της σύγχρονης αναδιάρθρωσης είναι που θα εμποδίσει τους όποιους νοσταλγούς του Χίτλερ, του Μουσολίνι, του Μπαντέρα ή όποιου άλλου καθάρματος να γίνουν κάτι παραπάνω από μπάτσοι και σεκιουριτάδες, λακέδες δηλαδή των αφεντικών.

автономна 4

Για την κατανόηση των εξελίξεων στην Ουκρανία, έχει μεγάλη σημασία να απαντηθεί το ερώτημα γιατί πριν και κατά τη διάρκεια του Μαϊντάν δεν υπάρχουν εργατικές κινητοποιήσεις. Όσο κι αν έχει υποχωρήσει το εργατικό κίνημα, αυτό προσπάθησε να εμφανιστεί λίγο-πολύ σε όλες τις περιπτώσεις αυτού του κύκλου αγώνων μέχρι τώρα, με ποιο έντονη τη συμβολή του στη βοσνιακή εκδοχή. Και αυτό όχι τυχαία. Αν δεχτούμε ότι το εργατικό κίνημα υπερασπίζεται όχι μόνο τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, αλλά και γενικότερα τον (δημοκρατικό) πλουραλισμό, την ελευθερία της έκφρασης κ.α. τότε αποκτά αυξημένη βαρύτητα η παρατήρηση των ουκρανών συντρόφων ότι αυτή σοβιετική κληρονομιά έχει διαβρωθεί εδώ και πολύ καιρό στην Ουκρανία από τον εθνικιστικό λόγο, ότι η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών είχε συρρικνωθεί πολύ εκεί και ότι οι φιλελεύθεροι δημοκράτες ήταν πολύ περιορισμένης εμβέλειας. Με άλλα λόγια, το εργατικό κίνημα είχε «υποτιμηθεί» πολύ από μια ορισμένη πλευρά, τη «δημοκρατική/πλουραλιστική» του πλευρά: δεν είχε πλέον το «δικαίωμα» να εκφράζεται ως τέτοιο, όπως και άλλες ομάδες «δικαιωμάτων» (γυναίκες, gay, κλπ) μιας και κάτι τέτοιο εναντιωνόταν στην εθνική ενότητα. Last but not least, δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι σε μια ευρεία κινητοποίηση που εξελίσσεται σε πρώην σοσιαλιστικό περιβάλλον, όπου το ίδιο το κράτος ήταν εκφραστής και εγγυητής των εργατικών συμφερόντων, όπου το εκεί Κομμουνιστικό Κόμμα ψήφισε τα κατασταλτικά μέτρα της 16ης Ιανουαρίου και όπου ο αντικομμουνισμός είναι συνώνυμος της ανατρεπτικής ιδεολογίας, δε θα μπορούσαν να μην γκρεμίζονται μαζικά τα αγάλματα του Λένιν.

 

 

автономна 5

Υπάρχει ουσιαστική συσχέτιση μεταξύ της αδυναμίας να εκφραστεί οργανωμένη εργατική διεκδίκηση και στην έκφραση αγανάκτησης απέναντι στη «διαφθορά»; Οι τελευταίες μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ουκρανία καταγράφονται στη δεκαετία του ’90[7]. Η εξατομίκευση των συμφερόντων και η παράλληλη ιδιωτικοποίηση των αναπαραστάσεων για τον κόσμο βρίσκει την αντανάκλασή της, σύμφωνα με μια σωστή παρατήρηση, στην ιδιωτικοποίηση των λειτουργιών του κράτους· τον κορπορατισμό και τον προσοδισμό, με τον πρώτο να έχει σαφώς υποχωρήσει από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και μετά ελέω προσπαθειών ιδιωτικοποίησης. Η «διαφθορά» γίνεται αναγκαστικά τόσο ορατή, όσο φοράς τα κατάλληλα γυαλιά. Όπως και να ’χει πάντως, στο άμεσο background των κινητοποιήσεων χρειάζεται οπωσδήποτε να καταγραφούν τόσο οι κινητοποιήσεις ενάντια στον βιασμό της Iryna Krashkova το καλοκαίρι του 2013 και τον φόνο της Oksana Makar την άνοιξη του 2012· όσο βέβαια και των κινητοποιήσεων της «πορτοκαλί επανάστασης» αλλά και αυτών με γενικό μότο Εγέρσου Ουκρανία! που διοργανώθηκαν από τα κόμματα UDAR, Svoboda, Πανουκρανική ένωση “Πατρίδα” ενάντια στην κυβέρνηση Γιανουκόβιτς που ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2013 με προοπτική να κλείσουν έναν δίμηνο κύκλο και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ…

автономна 6

Η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι φτιαγμένη για να ενοποιεί κάτω από ένα πρόγραμμα ή μια συλλογική ταυτότητα, αλλά για να διαχωρίζει. Οι ακροδεξιοί στην Ουκρανία, και όχι τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, είναι αυτοί που κατόρθωσαν να απευθυνθούν σε όλες τις τάξεις, από τον άνεργο μέχρι τον μεγιστάνα, και να θέσουν τις βάσεις για την πολιτική ενοποίηση της χώρας μέσα από τον δυναμισμό τους στον δρόμο. Όπου, πρέπει να υπενθυμιστεί αυτό, δεν υπήρχε κανένας μα κανένας άλλος[8]. Τι είδους δυναμικές μειοψηφίες χρειάζονται, λοιπόν, για να σπρώξουν καθεστώτα με μικρή όπως αποδεικνύεται κοινωνική βάση και άρα σχετικά διαλυμένες κοινωνίες πολιτών προς μια κατεύθυνση; Σίγουρα πάντως όχι πολύ μεγάλες σε μέγεθος και αυτό μάλλον ενθαρρύνει τις διαθέσεις των φίλων των «δυναμικών μειοψηφιών» και των «πρωτοποριών». Στο χρονικό διάστημα μετά τις 16 Γενάρη κρίθηκε ίσως η έκβαση του κινήματος στην Ουκρανία με την εξής έννοια: όλοι και όλες που ήθελαν να κατέβουν στον δρόμο έπρεπε αναγκαστικά να είναι στο Μαϊντάν. Η αντιδραστική προσήλωση στο κράτος ως τον ύψιστο θεσμό εξουσίας από τον οποίο θα προέλθει η «αλλαγή» έβρισκε το σύστοιχό της στον δρόμο: μόνο στο Μαϊντάν είχε νόημα να είναι κανείς, εννοημένου ως κέντρο των εξελίξεων. Αν οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία άλλων κέντρων αγώνα δεν καθυστερούσαν τόσο, αν υπήρχε διαφορετικός κόσμος να τις πλαισιώσει με αποτέλεσμα την έγκαιρη και φυγόκεντρη διάχυση των κινηματικών πρακτικών, πιθανόν οι εξελίξεις να ήταν διαφορετικές. Αλλά η ιστορία δε γράφεται με υποθέσεις.

автономна 7

Από τη στιγμή που επικράτησε με μαζικούς όρους η αυστηρή στρατιωτική δομή στα οδοφράγματα, και ο απαρέγκλιτος σεβασμός στα κυβερνητικά κτίρια που κατελήφθησαν αλλά δεν καταστράφηκαν ούτε συμβολικά, τα πράγματα είχαν κριθεί όσον αφορά τον όποιο χειραφετητικό χαρακτήρα του κινήματος. Αυτό δε συνέβη σε καμία από τις προηγούμενες περιπτώσεις του σύγχρονου «ανοιξιάτικου» κύκλου αγώνων, παρά το γεγονός ότι ουκρανοί σύντροφοι παραλληλίζουν το Svoboda με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο. Πολλές από τις πρακτικές αυτού του κύκλου αγώνων, καθώς και η αδιαμφισβήτητη μαχητικότητα του κόσμου ο οποίος συνιστά τον φορέα τους, συνέβαλαν στην ανάδειξη της, εγγενούς σε κάθε κίνημα, κρατικής πτυχής και άρα στην κρατικοποίηση/φασιστικοποίηση του κινήματος και μετέτρεψαν από νωρίς τη σύγκρουση σε μάχη μεταξύ δυο στρατών[9]. Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και το γεγονός ότι στα οδοφράγματα συμμετείχαν και πολλοί βετεράνοι του Αφγανιστάν και γενικότερα άνθρωποι έμπειροι σε πολεμικά μέτωπα.  Στο Μαϊντάν αποδείχτηκε ότι ο αυστηρός καταμερισμός εργασίας και η άτεγκτη ιεραρχία εντός ενός κινήματος δεν έχει να προσφέρει τίποτα το απελευθερωτικό και μετατρέπει το κίνημα σε μιλιταριστικό όχημα. Ο Γιανουκόβιτς συνειδητοποίησε τη δύναμη πυρός των παρευρισκομένων στο Μαϊντάν μόνο μετά την τελευταία αποτυχημένη εκκένωση της πλατείας και τους 342 τραυματίες μπάτσους, η οποία και έριξε τον κύβο εναντίον του. 

автономна 8

Σύμφωνα με ουκρανούς συντρόφους, η προέλευση του ονόματος του Δεξιού Τομέα είναι χωροταξική· αυτοί που χτυπούσαν αριστερούς και gay μαζευόντουσαν κάποια στιγμή κάπου δεξιά στο Μαϊντάν. Κάτι σαν την Πάνω Πλατεία του Συντάγματος, σαν να λέμε… Μετά και τα γεγονότα στην Ουκρανία, όσα έλαβαν χώρα τον Μάιο-Ιούνιο του 2011 στην Αθήνα αποκτούν ίσως μια πιο ξεκάθαρη ιστορική διάσταση: αφενός, όσον αφορά την άκρα δεξιά, η οποία βγαίνοντας για πρώτη φορά στον δρόμο μετά από δεκαετίες, κατόρθωσε να συγκροτηθεί στη συνέχεια ως ένα αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο· αφετέρου, τι θα σήμαινε στην πράξη το «να μείνουμε εδώ [στην Πλατεία Συντάγματος] μέχρι να φύγουν όλοι» και κατά συνέπεια το Μεγάλο Οδόφραγμα ως χωνευτήρι της ταξικής πάλης. Αν και το πρώτο προτσές άργησε να γίνει αντιληπτό –και στη συνέχεια αντιμετωπίστηκε αποπροσανατολιστικά ως «φασιστική απειλή για τη δημοκρατία» πάνω και πέρα από την οργανική διασύνδεσή του με τις σύγχρονες ανάγκες της, καπιταλιστικότατης, διαχείρισης και υποτίμησης του πεισματικά πολυεθνικού προλεταριάτου– η δεύτερη αναπαράσταση δεν είχε δείξει μέχρι τώρα το αδιέξοδό της ως ένοπλη ανατρεπτική διαδικασία. Ή φαντασίωση αν προτιμάτε[10].

автономна 9

Μένει να φανεί για πόσο χρονικό διάστημα μετά την επικράτηση της αντιπολίτευσης θα μπορέσουν οι ταξικές αντιθέσεις στην Ουκρανία να παραμείνουν θαμμένες. Το παρελθόν της «πορτοκαλί επανάστασης» πάντως δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το πράσινο φως για τη ρώσικη εισβολή στην Κριμαία εξυπηρετεί καθαρά τον στόχο εθνικής καθήλωσης του προλεταριάτου και στις δυο πλευρές των συνόρων. Γι’ αυτό και η άποψη του Ντωβέ ότι

«Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, αν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μια και μόνη λειτουργία, την οποία διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός από τον άλλο δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλο όταν του χρειαστεί… Δεν υπάρχει πολιτική «επιλογή» την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν».

 όσο ορθή κι αν είναι από πλευράς προτάγματος, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές εργαλείο κατανόησης της παρούσας συγκυρίας, γιατί ακριβώς απομακρύνει από το πεδίο της ανάλυσης αυτό που θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο: το πώς οι προσδοκίες του προλεταριάτου, αλλά και άλλων κοινωνικών κομματιών, για επίλυση του κοινωνικού ζητήματος διαπλέκονται με τη σύγχρονη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η οποία εμφανίζεται ακριβώς ως ανάγκη για περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες. Πρόκειται για μια ιστορική διαδικασία απαίτησης για αναγνώρισης δικαιωμάτων και εκδημοκρατισμό που είναι σύμφυτη με την ανάδυση του εργατικού κινήματος ήδη από τις απαρχές του και σταδιακά διευρύνθηκε μέσα στον χρόνο για να αφορά τις γυναίκες, τις μειονότητες κ.α. Και στην τρέχουσα φάση της, ολόκληρους κοινωνικούς σχηματισμούς με τις αντιφάσεις τους. Σίγουρα δεν πρόκειται για επαναστατικές διαδικασίες, μέχρις στιγμής όμως έχουν δημιουργηθεί κοινωνικές δυναμικές πολύ σημαντικές για να μπορέσουμε να τις παρακάμψουμε, θεωρητικά και πρακτικά.

автономна 10

Ας κρατήσουμε πάντως το δεδομένο ότι σε όλες τις «ανοιξιάτικες» χώρες το ποσοστό μετανάστευσης είναι χαμηλό και αντίστοιχα η εργατική τάξη εκεί είναι σε γενικές γραμμές εθνικά ομογενοποιημένη με αποτέλεσμα να έχει ιδιαίτερη σημασία το πώς εξελίσσεται εκεί ένας εμφύλιος πόλεμος σε σύγχρονο περιβάλλον. Που ίσως δε θα μοιάζει με κάτι αντίστοιχο σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου το ποσοστό μεταναστών εργατών είναι μη αμελητέο. Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε και κατά πόσο η επικράτηση της εθνικής ρητορείας θα μπορέσει να επιβληθεί σε βάθος χρόνου και στις κεντρικές, από πλευράς συσσώρευσης κεφαλαίου, καπιταλιστικές χώρες, αν και εφόσον φτάσει εκεί η «άνοιξη».

 A.

 

 


[1] Τα όποια προσωρινά συμπεράσματά μας στηρίζονται κατά βάση σε υλικό που έχει ανέβει στο μπλογκ και κυρίως στη συνέντευξη με έναν επαναστάτη συνδικαλιστή και στην αυτό-συνέντευξη ενός σοσιαλιστή που ταξίδεψε στην Ουκρανία.

[2] Η κατανόηση αυτού του κύκλου θα παρέμενε ελλιπής αν αφεθούν απέξω οι εξεγέρσεις  των τελευταίων χρόνων στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, τη Σουηδία κ.α. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου και μόνο, ας μείνουμε στις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα χοντρικά στην περίμετρο της ΕΕ (από την Τυνησία μέχρι την Ουκρανία μέσω της αραβικής χερσονήσου) και οποίες εξελίχθηκαν διαφορετικά έτσι κι αλλιώς.

[3] Ενώ δεν πρέπει να υποτιμάται και το γεγονός ότι στις κυριακάτικες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου συμμετέχουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι με φιλοευρωπαϊκές προσδοκίες.

[4] Άλλωστε πώς είναι δυνατόν να μιλάει κανείς για πραξικόπημα αφενός χωρίς συμμετοχή του στρατού και αφετέρου με τη συνεργασία της αστυνομίας τουλάχιστον στο Κίεβο, η οποία τις πρώτες μέρες μετά την πτώση του Γιανουκόβιτς έκανε κοινές περιπολίες με ομάδες αυτοάμυνας από το Μαϊντάν.

[5] Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 50% των ουκρανών ερωτηθέντων δε συμφωνούσε με τα αιτήματα του Μαϊντάν, όταν αυτό είχε εμφανιστεί αρχικά. Στην πορεία αυτό προφανώς άλλαξε, αφού άλλαξαν και τα αιτήματα. Οι τελευταίες αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην ανατολική Ουκρανία δείχνουν επιπλέον ότι η διαίρεση του ουκρανικού πληθυσμού σε σχέση με το ίδιο το Μαϊντάν δε συνέπιπτε με τη γεωγραφική διαίρεση της χώρας σε υποτιθέμενο ανατολικό και δυτικό μπλοκ επιρροής.

[6] Ελληνική μετάφραση από το πρακτορείο Rioters: Ζυλ Ντωβέ, Όταν πεθαίνουν οι εξεγέρσεις.

[7] Δες το ενδιαφέρον άρθρο του Mihai Varga με τίτλο Political involvement in industrial conflict in Ukraine during the world economic crisis, 2008-2010 από την ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.emecon.eu/current-issue/varga/.

[8] Μια ματιά στο παρακάτω λινκ ίσως πείσει και τους τελευταίους για το τι σήμαινε αντιφασιστική διαδήλωση στο Μαϊντάν τον Μάιο του 2013 (σύμφωνα και με το υπουργείο εσωτερικών): http://mvs.gov.ua/mvs/control/main/uk/publish/article/847481;jsessionid=EB0282F68A58815D0EA3856C0685EFEC.

 

[9] Ας υπενθυμίσουμε ότι, κατά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ο αρχηγός των ομάδων αυτοάμυνας στο Μαϊντάν Andriy Parubiy διορίστηκε επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας και Εθνικής Άμυνας με τον αρχηγό του Δεξιού Τομέα Dmytro Yarosh να διορίζεται αναπληρωτής του. Η εν λόγω επιτροπή επιβλέπει τη λειτουργία του υπουργείου άμυνας, των μυστικών υπηρεσιών, των ένοπλων δυνάμεων κ.α. Επίσης, κυβερνητική θέση κατέλαβε, μεταξύ άλλων, γιατρός που επέβλεπε την παροχή ιατροφαρμακευτικής βοήθειας σε τραυματίες του Μαϊντάν. Περισσότερες πληροφορίες για το νέο υπουργικό συμβούλιο και τα μπουμπούκια που μαζεύτηκαν εκεί στο λινκ http://www.globalresearch.ca/ukraine-transition-government-neo-nazis-in-control-of-armed-forces-national-security-economy-justice-and-education/5371539. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι στο λινκ http://peopleandnature.wordpress.com/2014/03/02/ukrainians-russians-and-europeans-against-putins-war/ φτάνουν αναφορές ότι γνωστοί ουκρανοί καπιταλιστές, «ολιγάρχες», διορίζονται απευθείας κυβερνήτες πόλεων ή/και περιφερειών.

[10] Οι εξελίξεις στην Ουκρανία δείχνουν πάντως και τι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε εδώ στην Ελλάδα, αν τυχόν η χώρα έφευγε/απομακρυνόταν από τη ζώνη του ευρώ. Ευτυχώς, οι αριστεροί πατριώτες μας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως…

Η Ιδεολογία της Καλιφόρνια

Των Richard Barbrook και Andy Cameron

California-Highway-1

Αναδημοσίευση από το ratnet

Υπάρχει μια αναδυόμενη παγκόσμια ορθοδοξία, που αφορά στη σχέση μεταξύ κοινωνίας, τεχνολογίας και πολιτικής. Αποκαλούμε αυτήν την ορθοδοξία «η ορθοδοξία της Καλιφόρνια», προς τιμήν της πολιτείας όπου γεννήθηκε.
Δίνοντας υπόσταση και τεχνολογική απόδειξη σε μια φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία, και συνεπώς βάζοντας τέρμα στις εναλλακτικές επιλογές για το μέλλον, οι Καλιφορνέζοι ιδεολόγοι, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις σχετικά με το μέλλον δεν έχουν πια νόημα.
Η Ιδεολογία της Καλιφόρνια είναι ένα μείγμα κυβερνητικής οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και αντιδραστικού φιλελευθερισμού. Διαδίδεται από περιοδικά όπως το Wired και το Μondo 2000 και διακηρύσσεται στα βιβλία των Stewart Brand, Kevin Kelly, και άλλων. Τη νέα αυτή πίστη ενστερνίστηκαν οι μανιακοί των υπολογιστών, οι slacker φοιτητές, οι καπιταλιστές των 30 και κάτι, οι αντικομφορμιστές ακαδημαϊκοί, οι μελλοντολόγοι γραφειοκράτες, και ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ. Ως συνήθως, οι Ευρωπαίοι δεν άργησαν να αντιγράψουν την τελευταία μόδα από την Αμερική. Ενώ μια πρόσφατη αναφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρότεινε την υιοθέτηση του καλιφορνέζικου μοντέλου της ελεύθερης οικονομίας για να χτίσουν τη λεωφόρο της πληροφορικής (Infobahn), πρωτοποριακοί καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί προωθούν τη μετα-ανθρωπιστική φιλοσοφία που αναπτύχθηκε από τους υποστηρικτές της «εξτροπίας» της Δυτικής Ακτής (βλ. futura #1, «Το Μανιφέστο των Μετα-Ανθρώπων»). Η παγκόσμια κυριαρχία της Καλιφορνέζικης Ιδεολογίας φαίνεται να είναι ολοκληρωτική, χωρίς κανένα φανερό αντίπαλο.
Με μια επιφανειακή ανάγνωση, τα κείμενα των Καλιφορνέζων Ιδεολόγων είναι ένα διασκεδαστικό μείγμα από την πολιτιστική τρέλα της περιοχής του Σαν Φρανσίσκο, από την εις βάθος ανάλυση των τελευταίων επιτευγμάτων στο χώρο της hi-tech τέχνης και της βιομηχανίας των μμε και της ψυχαγωγίας. Η πολιτική τους φαίνεται να είναι απόλυτα φιλελεύθερη – θέλουν να χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία της πληροφορικής έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια «δημοκρατία α λα Τζέφερσον» στον κυβερνοχώρο, όπου κάθε άνθρωπος θα μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τον εαυτό του. Ανυποχώρητη στα πιστεύω της, η Καλιφορνέζικη Ιδεολογία, προσφέρει ένα μοιραίο όραμα του φυσικού και αναπόφευκτου θριάμβου της ελεύθερης αγοράς υψηλής τεχνολογίας.

O άγιος McLuhan
Στη δεκαετία του ’60, ο McLuhan διακήρυξε ότι η εξουσία των μεγάλων επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων θα ανατρεπόταν από την ουσιαστική δύναμη που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες στους ανθρώπους.
Η σύγκληση των Μ.Μ.Ε., της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών θα κατέληγε αναπόφευκτα σε μια ηλεκτρονική άμεση δημοκρατία –την ηλεκτρονική αγορά– στην οποία ο καθένας θα μπορούσε να εκφράζει τη γνώμη του χωρίς το φόβο της λογοκρισίας.
Εμπνευσμένοι από τις προβλέψεις του McLuhan, οι ριζοσπάστες της Δυτικής Ακτής έγιναν οι πρωτοπόροι στη χρήση της νέας πληροφορικής τεχνολογίας στον εναλλακτικό τύπο, σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε μικρές λέσχες φίλων των υπολογιστών.
Κατά τη διάρκεια των δεκαετών του ’70 και του ’80, πολλά από τα βασικά επιτεύγματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα δίκτυα έγιναν από ανθρώπους επηρεασμένους από την τεχνολογική αισιοδοξία της νέας αριστεράς και της αντικουλτούρας. Στη δεκαετία του ’90, μερικοί από αυτούς τους πρώην hippies, έχουν γίνει μέχρι και ιδιοκτήτες ή διευθυντές μεγάλων εταιριών υψηλής τεχνολογίας και η πρωτοποριακή δουλειά ακτιβιστών των media αναστήθηκε από το εμπόριο της υψηλής τεχνολογίας.

Η άνοδος της Εικονικής Τάξης
Παρόλο που οι εταιρίες σε αυτούς τους τομείς μπορούν να αυτοματοποιήσουν και να μισθώσουν ένα μεγάλο μέρος των εργασιακών τους αναγκών, παραμένουν εξαρτημένες από ανθρώπους-κλειδιά που μπορούν να ερευνούν και να δημιουργούν αυθεντικά προϊόντα, από προγράμματα software και τσιπ μέχρι βιβλία και τηλεοπτικά προγράμματα. Αυτοί οι εξειδικευμένοι «εργάτες του νου» και επιχειρηματίες αποτελούν τη λεγόμενη «εικονική τάξη» (virtual class): …techno-διανόηση των γνωστικών επιστημόνων, των μηχανικών, των επιστημόνων της πληροφορικής, των δημιουργών βίντεο-παιχνιδιών και όλων των υπολοίπων ειδικών των επικοινωνιών (Krocker και Weinstein). Αδυνατώντας να τους προσαρμόσουν στη λογική της γραμμής παραγωγής ή να τους αντικαταστήσουν από μηχανές, οι μάνατζερ απασχολούν αυτούς τους «εργάτες του νου» μέσω συμβολαίων ορισμένου χρόνου. Όπως η «εργατική αριστοκρατία» του περασμένου αιώνα, το «προσωπικό-κορμός» των Μ.Μ.Ε. και γενικότερα της πληροφορικής και τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας, βιώνει τις απολαβές, τα πλεονεκτήματα και τις ανασφάλειες της αγοράς. Αυτοί οι hi-tech δεξιοτέχνες, εκτός του ότι πληρώνονται καλά, απολαμβάνουν σημαντική αυτονομία στην επιλογή του ρυθμού εργασίας και του τόπου απασχόλησης.
Έτσι, το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ του χίπη και του «ανθρώπου της εταιρίας» έχει γίνει ιδιαιτέρως ακαθόριστο. Όμως, από την άλλη πλευρά, αυτοί οι «εργάτες» είναι δεσμευμένοι από τους όρους των συμβολαίων και δεν έχουν καμία εγγύηση σταθερής απασχόλησης. Η έλλειψη του ελεύθερου χρόνου που είχαν οι χίπις έχει κάνει την εργασία αυτή καθαυτή την κύρια οδό για την αυτοολοκλήρωση της πλειοψηφίας των μελών της εικονικής τάξης. Επειδή αυτοί οι εξειδικευμένοι «εργάτες» αποτελούν συγχρόνως ένα προνομιούχο τμήμα της εργατικής δύναμης και τους κληρονόμους των ριζοσπαστικών ιδεών που είχαν οι ακτιβιστές των «κοινοτικών μέσων», η Ιδεολογία της Καλιφόρνια καθρεφτίζει ταυτόχρονα τις αρχές της οικονομίας της αγοράς και τις ελευθερίες των χίπη δραστηριοτήτων. Αυτό το περίεργο υβρίδιο ιδεών διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσω μιας σχεδόν καθολικής πίστης στον τεχνολογικό ντετερμινισμό. Από την εποχή των ’60ς, οι φιλελεύθεροι –με την κοινωνική σημασία του όρου– ήλπιζαν ότι οι νέες πληροφορικές τεχνολογίες θα πραγματοποιούσαν τα ιδανικά τους. Απαντώντας στην πρόκληση της Νέας Αριστεράς, η Νέα Δεξιά ανάστησε μια παλαιότερη μορφή φιλελευθερισμού: τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Σε αντίθεση με τη συλλογική ελευθερία που οραματίζονταν οι χίπη ριζοσπάστες, οι Νέοι-Δεξιοί προβάλλουν την ελευθερία των ατόμων μέσα στην αγορά. Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, ο Toffler, ο de Sola Pool και άλλοι τέτοιοι γκουρού, προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ο ερχομός των υπερ-μέσων θα οδηγούσε παραδόξως σε μια επιστροφή στον οικονομικό φιλελευθερισμό του παρελθόντος. Αυτή η αναχρονιστική ουτοπία απηχούσε τις προβλέψεις του Asimov, του Heinlein και άλλων macho συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, των οποίων οι μελλοντικοί κόσμοι ήταν πάντα γεμάτοι με διαστημικούς εμπόρους, εκνευριστικούς πωλητές, ιδιοφυείς επιστήμονες, πειρατές και άλλους θρασείς ατομιστές.
Το μονοπάτι της τεχνολογικής προόδου οδηγεί πίσω στην Αμερική των Πατέρων του Έθνους.

Αγορά ή συναλλαγή – Άμεση δημοκρατία ή ελεύθερο εμπόριο
Με τον McLuhan ως άγιο προστάτη της θεωρίας, η Ιδεολογία της Καλιφόρνια αναδύθηκε μέσα από την απρόσμενη σύγκρουση/ένωση του δεξιού φιλελευθερισμού, του αντιεξουσιαστικού ριζοσπαστικού και τεχνολογικού ντετερμινισμού – μία υβριδική ιδεολογία με όλες τις αμφιβολίες και αντιφάσεις της να παραμένουν ανέπαφες. Αυτές οι αντιφάσεις είναι περισσότερο φανερές στις αντικρουόμενες ενοράσεις του μέλλοντος που συμμερίζεται η Καλιφορνέζικη Ιδεολογία.
Από τη μία πλευρά, η αντι-εταιρική καθαρότητα της Νέας Αριστεράς έχει συντηρηθεί από τους υπερασπιστές της «εικονικής κοινότητας» (virtual community). Σύμφωνα με τον γκουρού τους, Howard Rheingold, οι αξίες των αντιεξουσιαστικών ηθών των χίπις θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τα υπερ-μέσα για να αντικαταστήσουν τον εταιρικό καπιταλισμό, τις υπερεξουσίες του συστήματος και την οικονομία της αγοράς με μια high-tech «οικονομία των δώρων» (gift economy), στην οποία οι πληροφορίες ανταλλάσσονται ελεύθερα μεταξύ των συμμετεχόντων.
Σύμφωνα με την άποψη του Rheingold, η εικονική τάξη βρίσκεται ακόμη στο μέτωπο της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση. Παρά τη φρενήρη εμπορική και πολιτική συμμετοχή στην κατασκευή της υπερλεωφόρου των πληροφοριών (information superhighway), η άμεση δημοκρατία της ηλεκτρονικής αγοράς θα θριαμβεύσει στο τέλος ενάντια στις εταιρίες και τη γραφειοκρατία.
Από την άλλη πλευρά, άλλοι ιδεολόγοι της Δυτικής Ακτής έχουν ενστερνιστεί την ιδεολογία του “laissez faire, laissez passer” του πάλαι ποτέ συντηρητικού εχθρού. Για παράδειγμα, το περιοδικό Wired –η μηνιαία βίβλος της «εικονικής τάξης»– έχει αναπαράγει άκριτα τις απόψεις του Newt Gingrich, του ακροδεξιού ρεπουμπλικάνου προέδρου του αμερικανικού κοινοβουλίου, και του ζεύγους Toffler, που είναι στενοί του σύμβουλοι. Αγνοώντας τις θέσεις τους για τις περικοπές στις κοινωνικές παροχές, το περιοδικό έχει μαγνητιστεί από τον ενθουσιασμό τους για τις ελευθεριακές δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες πληροφοριακές τεχνολογίες. Ο Gringrich και οι Toffler υποστηρίζουν ότι η σύγκλιση των Μ.Μ.Ε., της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών δεν θα δημιουργήσει μια ηλεκτρονική αγορά, αλλά αντιθέτως θα οδηγήσει στην αποθέωση της αγοράς (market), όπου μέσω της ηλεκτρονικής ανταλλαγής ο καθένας θα μπορεί να γίνει ελεύθερος έμπορος.
Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή της Καλιφορνέζικής Ιδεολογίας κάθε μέλος της εικονικής τάξης θα μπορεί να έχει την ευκαιρία να γίνει ένας επιτυχημένος, high-tech επιχειρηματίας. Οι τεχνολογίες της πληροφορικής ενδυναμώνουν το άτομο, αναπτύσσουν την προσωπική ελευθερία και μειώνουν δραστικά την εξουσία του Έθνους- Κράτους. Οι υπάρχουσες κοινωνικές, πολιτικές, και νομικές δομές εξουσίας θα παραμεριστούν και θα αντικατασταθούν από αδέσμευτες συναλλαγές μεταξύ αυτόνομων ατόμων και των προγραμμάτων που χρησιμοποιούν. Αυτοί οι αναμορφωμένοι Μακλουανικοί υποστηρίζουν δυναμικά ότι η κεντρική εξουσία θα πρέπει να μείνει υπό τις ενέργειες των προικισμένων επιχειρηματιών που είναι οι μόνοι άνθρωποι που έχουν την απαιτούμενη ψυχραιμία και γενναιότητα να ρισκάρουν. Πράγματι, οι προσπάθειες για εναντίωση στις αξίες των κυβερνήσεων και των τεχνολογικών και οικονομικών δυνάμεων, παραμένουν απλά προσπάθειές αυτών που είναι αρκετά ηλίθιοι για να τα βάλλουν με τους βασικούς νόμους της φύσης. Η ελεύθερη οικονομία και αγορά είναι οι μόνοι ικανοί μηχανισμοί για την οικοδόμηση του μέλλοντος, οι οποίοι ταυτόχρονα υπόσχονται μια πλήρη άνθηση των ατομικών ελευθερίων μέσα στα ηλεκτρονικά δρομολόγια του Τζεφερσιανικού Κυβερνοδιαστήματος. Όπως στις νουβέλες της επιστημονικής φαντασίας των Heinlein και Asimov, το μονοπάτι προς το μέλλον φαίνεται να οδηγεί πίσω στο παρελθόν.

Ο μύθος της ελεύθερης αγοράς
Σχεδόν κάθε σημαντική τεχνολογική ανάπτυξη των τελευταίων δύο εκατονταετιών πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια μεγάλων ποσών δημοσίου χρήματος και κάτω από μια σημαντική κυβερνητική επιρροή. Οι τεχνολογίες των υπολογιστών και του Internet εφευρέθηκαν με τη βοήθεια τεράστιων κρατικών επιχορηγήσεων. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα κατασκευής της πρώτης Μηχανής Διαφορικού έλαβε από την Βρετανική Κυβέρνηση επιχορήγηση ύψους 17.470 λιρών οι οποίες, το 1834, αποτελούσαν μια μικρή περιουσία. Από τον Κολοσσό στο EDVAK, από τους εξομοιωτές πτήσεων στην εικονική πραγματικότητα, η ανάπτυξη της πληροφορικής στηρίχτηκε, σε κρίσιμες στιγμές στις δημόσιες ερευνητικές επιχορηγήσεις ή τα υψηλά συμβόλαια με δημόσιους οργανισμούς. Η IBM Corp. δημιούργησε το πρώτο προγραμματιζόμενο ψηφιακό υπολογιστή αφότου της ζητήθηκε από το αμερικανικό Υπουργείο Αμύνης κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας. Το αποτέλεσμα της έλλειψης κρατικού παρεμβατισμού σήμαινε ότι η ναζιστική Γερμανία έχασε την ευκαιρία να κατασκευάσει τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή στα τέλη της δεκαετίας του ’30, όταν η Βέρμαχτ αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τον Κornrad Zuze, ο οποίος ήταν πρωτοπόρος στη χρήση του δυαδικού συστήματος, στην αποθήκευση προγραμμάτων και στις ηλεκτρονικές λογικές πύλες.
Ένα από τα περίεργα στοιχεία σε σχέση με την Ιδεολογία της Καλιφόρνια είναι ότι η Δυτική Ακτή είναι προϊόν τεράστιας κρατικής παρέμβασης. Κυβερνητικά δολάρια χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του συστήματος ύδρευσης, των δρόμων, των σχολείων, των πανεπιστημίων και των υπολοίπων έργων υποδομής, τα οποία βελτιώνουν την ποιότητα ζωής. Στην κορυφή αυτών των δημοσίων επιχορηγήσεων, το βιομηχανικό συγκρότημα τεχνολογίας της Δυτικής Ακτής, που απορρόφησε το μερίδιο του λέοντος για δεκαετίες. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει ξοδέψει δισεκατομμύρια από τα δολάρια των φορολογουμένων για αεροπλάνα, πυραύλους, ηλεκτρονικά προϊόντα και πυρηνικές βόμβες που κατασκευάστηκαν από τις καλιφορνέζικες εταιρίες.
Όλη αυτή η δημόσια χρηματοδότηση είχε μια τεράστια θετική επίδραση στην ακόλουθη ανάπτυξη της Silicon Valley και άλλων high-tech βιομηχανιών, για την οποία το αμερικανικό κοινό δεν έχει πληροφορηθεί. Οι επιχειρήσεις, συνήθως, καυχώνται για τη «δημιουργική θέλησή» τους στο να αναπτύσσουν νέες ιδέες και ελάχιστα αναγνωρίζουν την εισφορά του κράτους ή της εργατικής δύναμης την οποία απασχολούν. Παρ’ όλα αυτά, κάθε τεχνολογική πρόοδος είναι αθροιστική, δηλαδή εξαρτάται από τα αποτελέσματα μιας συλλογικής ιστορικής πορείας και πρέπει να καταμετρηθεί, εν μέρει τουλάχιστον, ως συλλογικό κατόρθωμα. Έτσι, όπως σε κάθε άλλη βιομηχανική χώρα, οι αμερικανοί επιχειρηματίες στην πραγματικότητα έχουν στηριχτεί στο δημόσιο χρήμα και στον κρατικό παρεμβατισμό για να θρέψουν και να αναπτύξουν τις βιομηχανίες τους. Όταν οι ιαπωνικές εταιρίες απείλησαν να καταλάβουν την αμερικανική αγορά των micro-chips, οι φιλελεύθεροι καπιταλιστές της πληροφορικής της Καλιφόρνια δεν είχαν κανένα ιδεολογικό ενδοιασμό να συμμετάσχουν σε ένα κρατικοδίαιτο καρτέλ, οργανωμένο από το κράτος για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς από την Ανατολή!

Κύριοι και δούλοι
Παρά τον κεντρικό ρόλο που έπαιξε ο δημόσιος παρεμβατισμός στην ανάπτυξη των υπερ-μέσων, η Ιδεολογία της Καλιφόρνια είναι ένα ριζικά αντι-κρατιστικό δόγμα. Η άνοδος αυτού του δόγματος είναι αποτέλεσμα αποτυχίας της πολιτικής ανανέωσης στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της δεκαετίας του ’70. Παρόλο που οι Ιδεολόγοι της Καλιφόρνια χαιρετούν τον ελευθεριακό ατομισμό των χίπις, δεν συζητούν ποτέ τις πολιτικές και κοινωνικές επιταγές της αντιεξουσιαστικής κουλτούρας. Η ατομική ελευθερία δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί μέσω της επανάστασης ενάντια στο σύστημα, παρά μέσω της υποταγής στους «φυσικούς» νόμους της τεχνολογικής προόδου και της ελεύθερης αγοράς. Σε πολλά κυβερνοπάνκ αναγνώσματα και ταινίες, αυτός ο αντικοινωνικός φιλελευθερισμός εκφράζεται από τον κεντρικό ήρωα, το μοναχικό άτομο που μάχεται για την επιβίωση μέσα στον εικονικό κόσμο των πληροφοριών. Στην αμερικανική παράδοση, το έθνος χτίστηκε χάρη στα αγέρωχα άτομα – τους κυνηγούς, τους καουμπόης, τους ιεροκήρυκες, και τους πιονέρους των συνόρων. Παρ’ όλα αυτά, αυτός ο πρώιμος μύθος της Αμερικανικής Δημοκρατίας αγνοεί την αντίφαση που βρίσκεται στην καρδιά του αμερικανικού ονείρου: ότι κάποια άτομα μπορούν να διαπρέψουν μέσω της δυστυχίας των άλλων. Η ζωή του Θωμά Τζέφερσον –του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από το ιδανικό της Τζεφερσονιακής Δημοκρατίας– αποδεικνύει καθαρά τη διπλή φύση του φιλελεύθερου ατομισμού. Ο άνθρωπος που έγραψε την εμψυχωτική έκκληση για δημοκρατία και ελευθερία στην Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ήταν την ίδια στιγμή ένας από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες σκλάβων στη χώρα. Παρά τη χειραφέτηση και το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, ο φυλετικός διαχωρισμός υπάρχει ακόμα στο κέντρο των αμερικανικών πολιτικών πεπραγμένων – ειδικά στην Καλιφόρνια. Πίσω από την ρητορική της ατομικής ελευθερίας, βρίσκεται ακόμα ο φόβος του κυρίου για τον επαναστάτη δούλο. Στις τελευταίες εκλογές την κυβέρνηση της Καλιφόρνιας, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων κέρδισε χάρη σε μια σκληρή αντι-μεταναστευτική εκστρατεία. Σε εθνικό επίπεδο, ο θρίαμβος των νέο-φιλελεύθερων του Gingrich στις βουλευτικές εκλογές, στηρίχθηκε στην κινητοποίηση των «θυμωμένων λευκών αρσενικών» ενάντια στην υποτιθέμενη απειλή των μαύρων αρπακτικών και κοινωνικών παροχών, στους μετανάστες από το Μεξικό και στις υπόλοιπες ψωροπερήφανες μειονότητες.
Οι hi-tech βιομηχανίες αποτελούν ένα αναπόσπαστο τμήμα αυτού του ρατσιστικού ρεπουμπλικανικού συνασπισμού. Παρόλα αυτά, η αποκλειστικά ιδιωτική και εταιρική κατασκευή του κυβερνοδιαστήματος μπορεί να οδηγήσει μονάχα στη διάσπαση της αμερικανικής κοινωνίας σε ανταγωνιστικές, φυλετικά προσδιορισμένες τάξεις. Ήδη οι πεινασμένες για κέρδος εταιρίες τηλεπικοινωνιών έχουν ανάψει το κόκκινο φως για τους κατοίκους των φτωχών αστικών περιοχών, οι οποίοι αποκλείονται από τις καινούργιες on-line υπηρεσίες εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων. Σε αντίθεση, οι γιάπις και τα παιδιά τους μπορούν να παίζουν τους κυβερνοπάνκ σε έναν εικονικό κόσμο στον οποίο δεν είναι υποχρεωμένοι να συναντούν τους φτωχούς γείτονές τους. Δουλεύοντας για τις hi-tech και νέο-επικοινωνιακές εταιρίες, πολλά μέλη της «εικονικής τάξης» θα ήθελαν να πιστεύουν ότι η νέα τεχνολογία θα έλυνε κατά κάποιο τα κοινωνικά, φυλετικά και οικονομικά προβλήματα της Αμερικής χωρίς να χρειαστούν θυσίες εκ μέρους τους. Ανάμεσα στις ολοένα διευρυνόμενες κοινωνικές διαφορές, ένα ακόμα apartheid διαμορφώνεται ανάμεσα στους «πλούσιους της πληροφορίας» και τους «φτωχούς της πληροφορίας». Έτσι οι εκκλήσεις γίνονται για τον εξαναγκασμό των τηλεπικοινωνιακών εταιριών στην προσφορά καθολικής πρόσβασης των πολιτών στο πληροφοριακό εποικοδόμημα, κατακρίνονται από το περιοδικό Wired ως εναντιώσεις στην πρόοδο. Την πρόοδο ποιού;

Ο βουβός υπηρέτης – Ο χαζός σερβιτόρος
Όπως διαπίστωσε ο Hegel, η τραγωδία των αφεντικών είναι ότι δεν μπορούν να απεξαρτηθούν από τους σκλάβους. Οι πλούσιοι λευκοί Καλιφορνέζοι χρειάζονται τους σκουρόχρωμους συνανθρώπους τους να δουλεύουν στα εργοστάσιά τους, να μαζεύουν τη σοδειά τους, να προσέχουν τα παιδιά τους και να περιποιούνται τους κήπους τους. Αδύναμοι να παραδώσουν τον πλούτο και την εξουσία, οι λευκοί της Καλιφόρνια μπορούν να βρουν πνευματική παρηγοριά στη λατρεία της τεχνολογίας. Αν τελικά οι ανθρώπινοι σκλάβοι είναι αναξιόπιστοι, τότε πρέπει να εφευρεθούν μηχανικοί. Η αναζήτηση του αγίου δισκοπότηρου της τεχνητής νοημοσύνης αποκαλύπτει την επιθυμία του Golem, ενός δυνατού και πιστού σκλάβου που το δέρμα του έχει το χρώμα του χώματος και που τα σωθικά του είναι φτιαγμένα από άμμο. Οι techno-ουτοπιστές φαντάζονται ότι είναι δυνατόν να αποκτήσουν δουλική εργασία από άψυχες μηχανές. Όμως, ενώ η τεχνολογία μπορεί να αποθηκεύσει ή να ενισχύσει την εργασία, δεν μπορεί ποτέ να καταργήσει την ανάγκη για ανθρώπους που επινοούν, κατασκευάζουν και συντηρούν μηχανές. Η δουλική εργασία δεν αποκτάται χωρίς κάποιος να είναι σκλαβωμένος. Στις εκτάσεις του στο Monticello, o Jefferson ανακάλυψε πολλά έξυπνα gadgets, μεταξύ των οποίων ένα «βουβό υπηρέτη» που μεσολαβούσε στην επικοινωνία με τους σκλάβους του.
Στα τέλη του 20ού αιώνα, δεν θεωρείται έκπληξη ότι αυτός ο φιλελεύθερος ιδιοκτήτης σκλάβων είναι ο ήρωας όσων κηρύττουν την ελευθερία, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται στους σκουρόχρωμους συμπολίτες τους τα δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία θεωρούνται θεμελιώδη.

Αποκλείοντας το μέλλον
Οι προφήτες της Καλιφορνέζικης Ιδεολογίας υποστηρίζουν ότι τα κυβερνητικά κύματα και οι χαοτικές δίνες των ελεύθερων αγορών και των παγκοσμίων επικοινωνιών, θα καθορίσουν το μέλλον. Έτσι η οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση αποτελεί σπατάλη αναπνοής και σάλιου. Ως φιλελεύθεροι, θεωρούν ότι η θέληση του λαού, όπως υλοποιείται από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, είναι μια επικίνδυνη αίρεση που παρεμβάλλεται στη «φυσική» και αποδοτική ελευθερία της συγκέντρωσης περιουσίας. Ως τεχνολογικοί ντετερμινιστές πιστεύουν ότι οι ανθρώπινοι και συναισθηματικοί δεσμοί εμποδίζουν την αποτελεσματική ανάπτυξη της μηχανής. Εγκαταλείποντας τη δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη, οι Καλιφορνέζοι Ιδεολόγοι, ονειρεύονται ένα ψηφιακό νιρβάνα, που κατοικείται αποκλειστικά από φιλελεύθερους ψυχοπαθείς.

Η εναλλακτική θεώρηση
Παρά τους ισχυρισμούς παγκοσμιότητας, η Ιδεολογία της Καλιφόρνια αναπτύχθηκε από μια ομάδα ανθρώπων, η οποία ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα που ακολουθεί μια ιδιαίτερη επιλογή κοινωνικο-οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Το εκλεκτικό χαρμάνι της συντηρητικής οικονομικής θεωρίας και του hippie φιλελευθερισμού, αντανακλά την ιστορία της Δυτικής Ακτής και όχι το αναπόφευκτο μέλλον του υπόλοιπου κόσμου. Οι high-tech ιδεολόγοι διακηρύττουν ότι υπάρχει μόνο ένας δρόμος εμπρός. Στην πραγματικότητα όμως, η ανάγκη για συζήτηση ποτέ δεν ήταν πιο ισχυρή και πιο επιτακτική από ότι είναι σήμερα. Το καλιφορνέζικο μοντέλο είναι μονάχα ένα, ανάμεσα σε πολλά.
Στην Ε.Ε., η πρόσφατη ιστορία της Γαλλίας παρουσιάζει μια έμπρακτη απόδειξη ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο κρατικός παρεμβατισμός παράλληλα με τον ανταγωνισμό της αγοράς, ώστε να αναπτυχθούν οι νέες τεχνολογίες και να διασφαλιστεί το ότι τα πλεονεκτήματα της ανάπτυξης θα διατεθούν στο σύνολο του πληθυσμού.
Μετά τη νίκη των Ιακωβίνων απέναντι στους φιλελεύθερους αντιπάλους τους το 1792, η δημοκρατία της Γαλλίας ενσωμάτωσε την έννοια της γενικής βούλησης. Ως δημοκρατία της γενικής βούλησης, το κράτος προσπάθησε να αντιπροσωπεύσει τα συμφέροντα όλων των πολιτών αντί να προστατέψει τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας. Η Γαλλική Επανάσταση προχώρησε πέρα από το φιλελευθερισμό, στη δημοκρατία. Αναθαρρημένη από αυτήν τη λαϊκή νομιμότητα, η κυβέρνηση ήταν ικανή να επηρεάσει τη βιομηχανική ανάπτυξη.
Για παράδειγμα, το δίκτυο MINITEL απέκτησε αυτήν τη σημαντική μερίδα χρηστών, μέσω της εθνικοποιημένης τηλεπικοινωνιακής εταιρίας η οποία προσέφερε δωρεάν τερματικά. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η αγορά, εμπορικές και κοινοτικές υπηρεσίες ήταν ικανές να βρουν αρκετούς πελάτες ώστε να ανθίσουν.
Το συμπέρασμα της γαλλικής εμπειρίας είναι ότι οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί φορείς θα έπρεπε να ασκούν πιο ακριβή ρυθμιστικό έλεγχο, να επενδύουν περισσότερο και να υιοθετήσουν μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην ανάπτυξη των υπερμέσων.
Το μάθημα του MINITEL είναι ότι τα υπερμέσα, στην Ευρώπη, θα έπρεπε να αναπτυχθούν ως υβριδική ένωση κρατικού παρεμβατισμού, καπιταλιστικού επιχειρηματικού πνεύματος και do it yourself κουλτούρας. Χωρίς αμφιβολία, οι λεωφόροι των πληροφοριών θα δημιουργήσουν μια μεγάλη αγορά στην οποία οι ιδιωτικές εταιρίες θα πουλάνε διάφορα είδη πληροφοριών, ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα, μουσική, βιβλία σε όλο το Δίκτυο. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι θα μπορούν να διακινούν όσο και να αποκτούν τα υπερ-μέσα, η άνθηση των κοινοτικών μέσων, των ιδιαίτερων αγορών και των ειδικών ομάδων συμφερόντων θα πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, αυτό προϋποθέτει μια ενεργή ανάμειξη του κράτους. Για να πραγματοποιηθούν τα ενδιαφέροντα όλων των πολιτών, η γενική βούληση θα πρέπει να υλοποιηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω των δημοσίων θεσμών.
Η Καλιφορνέζικη Ιδεολογία απορρίπτει έννοιες όπως κοινότητα και κοινωνική πρόοδος και επιδιώκει να αλυσοδέσει την ανθρωπότητα στους βράχους του οικονομικού και τεχνολογικού φαταλισμού. Κάποτε οι hippies της Δυτικής Ακτής έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της δικής μας σύγχρονης θεώρησης της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ως αποτέλεσμα, ο φεμινισμός, η κουλτούρα των ναρκωτικών, η απελευθέρωση της ομοφυλοφιλίας και της εθνοτικής ταυτότητας έπαψαν, από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, να αποτελούν περιθωριακά ζητήματα. Κατά ειρωνικό τρόπο, η Καλιφόρνια σήμερα αποτελεί το κέντρο της ιδεολογίας που απαρνιέται τη σχετικότητα αυτών των νέων κοινωνικών θεμάτων.
Είναι αναγκαίο, πλέον, για μας να υποστηρίξουμε τη δική μας επιλογή. Μετά από είκοσι χρόνια, είναι αναγκαίο να αποκηρύξουμε μια για πάντα την έλλειψη σθένους που εκφράστηκε από το μεταμοντερνισμό. Μπορούμε να κάνουμε περισσότερα από το να «παίξουμε με τα lego» που δημιούργησαν οι πρωτοπορίες του παρελθόντος.
Πρέπει να συζητήσουμε τι είδους υπερ-μέσα ταιριάζουν στο δικό μας κοινωνικό όραμα, πώς θα δημιουργήσουμε τα interactive προϊόντα και τις on-line υπηρεσίες που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε, το είδος των υπολογιστών που μας αρέσουν, και τα προγράμματα που μας φαίνονται πιο χρήσιμα. Πρέπει να βρούμε τρόπους να κρίνουμε κοινωνικά και πολιτικά τις μηχανές που αναπτύσσουμε. Ενώ μπορούμε να μάθουμε από τη στάση του «μπορώ να το κάνω» των Καλιφορνέζων ατομιστών, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι οι δυνατότητες των υπερ-μέσων δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μέσω των δυνάμεων της αγοράς. Χρειαζόμαστε μια οικονομία που να μπορεί να απελευθερώσει τις δημιουργικές δυνάμεις των hi-tech δεξιοτεχνών. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αδράξουμε τις Προμηθεϊκές ευκαιρίες των
υπερ-μέσων ενώ η κοινωνία θα οδεύει προς το επόμενο στάδιο της μοντέρνας εποχής.

Τίτλος πρωτοτύπου: «The Californian Ideology» (condensed version), περιοδικό Mute τ. 3, φθινόπωρο 1995
http://www.metamute.org/en/content/the_californian_ideology_0
Αναδημοσίευση μετάφρασης από το περιοδικό futura, τ. 3, καλοκαίρι 1996, σσ. 52-59.
Μετάφραση: Χριστίνα Καράλη

H πλάνη της τεχνικής

Αναδημοσίευση από την +τεχνία-

Είναι αδύνατο να καταλάβουμε τη σύγχρονη κοινωνία μας, αν δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια τον παράγοντα που κατά κύριο λόγο την καθορίζει, δηλαδή την Τεχνική σαν ένα σύνολο μέσων, μεθόδων και οργάνωσης της γνώσης με συγκεκριμένο προσανατολισμό.
Ο Ζακ Ελλύλ (1912-1994), ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του τεχνικού φαινομένου, εκθέτει εδώ με πολύ ζωντανό τρόπο τα βασικά συμπεράσματά του σε μια συνέντευξή του στην ολλανδική ομάδα ReRun το 1992.

http://www.youtube.com/watch?v=OoJVJth1_ck#t=12

Ο Λόγος των αποκλεισμένων

Του Γιώργου Κεραμιδιώτη

Ο Κώστας Μπαϊρακτάρης, Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ, παραχώρησε την παράδοση του μάθηματός του σε ομάδες αποκλεισμένων, όπως άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, κρατουμένους των φυλακών Διαβατών (άνδρες και γυναίκες), ανάπηρους, άνεργους, πρώην τοξικομανείς και μετανάστες. Δηλαδή, οι ίδιοι οι αποκλεισμένοι μεταφέρουν τις εμπειρίες τους, τις σκέψεις τους και τα βιώματά τους στους φοιτητές. Στόχος αυτού του μαθήματος είναι να ανοιχτεί το πανεπιστήμιο στην κοινωνία. Υπάρχει και μια δεύτερη κίνηση — η δημιουργία ομάδων αλληλεγγύης των φοιτητών προς τις ομάδες των αποκλεισμένων. Το μάθημα αυτό γίνεται παγκοσμίως μόνο στο ΑΠΘ. Το ντοκιμαντέρ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παρακολουθήσει αυτές τις δύο κινήσεις.
Συμμετεχουν
ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ, ελληνες και γερμανοι
ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ τμηματος Ψυχολογιας Α.Π.Θ.
ΟΜΑΔΑ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ
ΟΜΑΔΑ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ
ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ (ανδρες και γυναίκες) ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΔΙΑΒΑΤΩΝ
ΤΟ ΚΕΛΙ ομάδα στήριξης των δικαιωμάτων των φυλακισμένων

Γαλλία. Η αυτοδιαχείριση ως καταφύγιο εν μέσω κρίσης του κεφαλαίου (Fralib, Seafrance, Goodyear)

images-10web

Αναδημοσίευση από το μπλογκ communisation

Δημοσιεύεται παρακάτω ένα κείμενο από το τεύχος no145 του περιοδικού  Echanges  (φθινόπωρο 2013). Έχει σημασία η κριτική στην αυτοδιαχείριση να συνοδεύεται και από αναφορές σε σύγχρονα συγκεκριμένα παραδείγματα πέραν της αναγκαίας θεωρητικής κριτικής, ειδικά από τη στιγμή που εδώ στην Ελλάδα απέχουμε ακόμα από το να αποκτήσει η λεγόμενη “συνεργατική οικονομία” το οικονομικό και κοινωνικό βάρος που έχει στη Γαλλία (10% της οικονομικής δραστηριότητας, 2.4 εκατ. εργαζόμενοι). Η αυτοδιαχειριστική ιδεολογία και η κριτική της αποτελούν και θα αποτελούν ένα από τα σύγχρονα πεδία αντιπαράθεσης εντός οποιουδήποτε χώρου, “πολιτικού” ή “κοινωνικού”, καθώς η καπιταλιστική αναδιάρθρωση θα εντείνεται ενσωματώνοντας και τις λογικές της “αλληλέγγυας οικονομίας”. 

Α.

Στις 24 Ιουλίου, το υπουργικό συμβούλιο ολοκλήρωσε τη συζήτηση πάνω σε ένα σχέδιο νόμου με τίτλο «Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία (KAO)» τροποποιώντας το καθεστώς λειτουργίας των εσεπ (εργατικών συνεταιρικών εταιρειών παραγωγής), το οποίο στη Γαλλία προσδιορίζει και το νομικό πλαίσιο των συνεργατικών· ειπωμένο αλλιώς, τον τρόπο με τον οποίο η αυτοδιαχείριση πρέπει να λειτουργεί υπό το κεφάλαιο. Αυτό το σχέδιο, το οποίο προορίζεται να έρθει στη Βουλή τον Νοέμβριο, προβλέπει κυρίως τους τρόπους με τους οποίους οι μισθωτοί μιας επιχείρησης θα μπορούν να την ανακτούν σε περίπτωση θανάτου του ιδιοκτήτη. Δεν είναι ούτε χρήσιμο ούτε απαραίτητο να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτού του σχεδίου –το οποίο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συμπληρώνει την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία πάνω στις συνεργατικές και να προωθεί τη δημιουργία μιας εσεπ υπό αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες– ειδικά από τη στιγμή που μπορεί να αλλάξει μέχρι να ψηφιστεί.

Οι συνεργατικές παραγωγής ή κατανάλωσης, αγροτικές ή βιομηχανικές, είναι πλήρως ενσωματωμένες σε αυτόν τον κόσμο. Συχνά, δεν αποτελούν παρά ένα πρακτικό πλαίσιο συγκάλυψης μιας κατάστασης που μοιάζει με οποιαδήποτε καπιταλιστική επιχείρηση και επιπλέον, σε σύγκριση με την κυριαρχία των πολυεθνικών, υποβιβάζονται στις τάξεις του οικονομικού περιθωρίου.

Επιπλέον, δεν πρόκειται εδώ να ασκηθεί θεωρητική κριτική στην αυτοδιαχείριση, αλλά μόνο να εξεταστεί τι συνιστούν πραγματικά οι συνεργατικές εντός του καπιταλιστικού συστήματος και ποιος είναι ο ρόλος που η παρουσία τους μπορεί να παίξει λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του παγκόσμιου παραγωγικού συστήματος. Δύο ακραία παραδείγματα επιτρέπουν να εντοπίσουμε την κατεύθυνση πάνω στην οποία μπορεί να εξελιχθεί κάθε συνεργατική.

Οι πρόσφατες [μέσα στο 2012] απεργίες στην Ιταλία αποκάλυψαν ότι όλος ο κλάδος των logistics οργανώνεται με τη μορφή συνεργατικών, κάτι που επιτρέπει –παράδοξο όσον αφορά την ίδια την αρχή της αυτοδιαχείρισης– την πλήρη παράκαμψη της εργατικής νομοθεσίας και την εγγύηση της μάξιμουμ εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης. Είναι πολύ απλό, οι όποιοι διευθυντές –και στην πλειοψηφία τους ιδιοκτήτες– των συνεργατικών υποχρεώνουν τους υποψήφιους μισθωτούς να είναι συνεργάτες· κάτι που τους αποκλείει από τη συνθήκη του μισθωτού και τις εξασφαλισμένες κοινωνικές εγγυήσεις και τα πλεονεκτήματα των μισθωτών. Αυτό επιτρέπει μια εκμετάλλευση χωρίς νομικά όρια, μιας και [οι συνεργάτες] εκμεταλλεύονται τους εαυτούς τους όπως κάθε «ανεξάρτητος».

 

Ένα άλλο παράδειγμα δίνει η ισπανική Mondragon, μια συνεργατική την οποία οι κύκλοι της αυτοδιαχείρισης αναφέρουν συχνά. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια κοινοπραξία υπεργολάβων διάσπαρτων ανά την υφήλιο, η οποία δεν έχει τίποτα το συνεργατικό· χάρις σε αυτή την διεθνοποίηση, ο κύκλος εργασιών της φτάνει περίπου στο ύψος μόνο του διαφημιστικού προϋπολογισμού μιας άλλης διεθνούς κοινοπραξίας, της κορεατικής chaebol κοινοπραξίας Samsung. Η πρόσφατη πτώχευση της Fagor Electromedicos, θυγατρικής της Mondragon, δείχνει την καπιταλιστική κυριαρχία πάνω στις δραστηριότητες των συνεργατικών.

Θα μπορούσαμε επ’ αόριστον να πολλαπλασιάζουμε τις καπιταλιστικές παραλλαγές των συνεργατικών ανά τον κόσμο, με την αυτοδιαχειριστική καθαρότητα να κρατιέται μόνο για τις πολύ μικρές συνεργατικές και επιπλέον μόνο για πολύ συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας· αυτές [τις συνεργατικές] που χρησιμεύουν ως στήριγμα της αυτοδιαχειριστικής ιδεολογίας. Αυτή η ιδεολογία αγνοεί το απλό γεγονός ότι κάθε οικονομική δραστηριότητα εντός του καπιταλιστικού κόσμου είναι υποχρεωμένη λιγότερο ή περισσότερο να υποτάσσεται στους κανόνες λειτουργίας αυτού του συστήματος. Ενώ λέγεται ότι οι συνεργατικές κάθε είδους αφορούν σχεδόν το 10% της οικονομικής δραστηριότητας στη Γαλλία και 2,4 εκατομμύρια εργαζόμενους, δε λέγεται ποτέ αυτό που κρύβεται πίσω από αυτούς τους αριθμούς: πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις που δεν έχουν τίποτα ή σχεδόν τίποτα να κάνουν με τις αρχές που προωθεί η εργατική αυτοδιαχείριση. Η συνεργατική προτάσσεται ανάλογα με τα γούστα ως λύση για την επιβίωση ενός συστήματος, το οποίο δεν καταλήγει να επιλύσει τις αντιφάσεις του παρά πέφτοντας σε άλλες αντιφάσεις· εντούτοις, δε θα έπρεπε να εμφανίζεται ως πανάκεια όπως φαίνεται από τις πρόσφατες τάσεις να προωθείται το σύνθημα της «επανάκτησης [reprise] της καπιταλιστικής επιχείρησης από τους εργαζόμενούς της».

Τρία πρόσφατα παραδείγματα επιτρέπουν να πάρουμε μια ιδέα των δυσκολιών, τις οποίες συναντά η δέσμευση σε αυτήν την οδό διάσωσης μιας επιχείρησης που έχει δυσκολίες ή ενός τμήματος που κλείνει εξαιτίας της οικονομικής στρατηγικής μιας πολυεθνικής.

Fralib στο Gemenos κοντά στη Μασσαλία. Μόνο ένα μέρος των μισθωτών (77) καταλαμβάνουν το εργοστάσιο επεξεργασίας τσαγιού και βοτάνων του trust Unilever που είναι κλειστό εδώ και δυο χρόνια. Το πρότζεκτ της εσεπ που θα ήθελαν να δημιουργήσουν προϋποθέτει την επαναφορά μιας μάρκας [προϊόντος] που έχει δεσμεύσει η Unilever, αλλά η πολυεθνική αρνείται απολύτως αυτό το αίτημα, ακόμα και με όρους υπεργολαβίας.

Ένα από τα ιδιαίτερα σημεία αυτού του πρότζεκτ ήταν η επαναγορά του οικοπέδου και των κτιρίων του εργοστασίου από την αστική Κοινότητα, η οποία θα τα έθετε στη διάθεση της μελλοντικής εσεπ. Αυτή η αποσύνδεση του σταθερού από το μεταβλητό κεφάλαιο πρόκειται να ξαναβρεθεί στην εσεπ που συστάθηκε μετά την πτώχευση της Seafrance[1].

Seafrance στο Calais. Κατά τη διάλυση της Seafrance, επιχείρησης που εκμεταλλευόταν την ακτοπλοϊκή σύνδεση Calais-Douvres, τα τρία φέρι της αγοράστηκαν από την Eurotunnel, ένα γκρουπ που εκμεταλλεύεται το τούνελ κάτω από τη Μάγχη, [και συγκεκριμένα] από τη [σιδηροδρομική] θυγατρική της την Europorte, η οποία μετά από αυτή την αγορά απέκτησε και έναν κλάδο ναυτικών μεταφορών. Αλλά αυτή η εφοπλιστική δραστηριότητα πήρε έναν πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα: η εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων για τη μετακίνηση στο στενό της Μάγχης ανατέθηκε σε μια εσεπ, που συστάθηκε από τους πρώην μισθωτούς της Seafrance, με την ονομασία MyFerryLink.

Αυτή η εσεπ τα πήγαινε καλά, σε σημείο που τον Αύγουστο του 2013 έλεγχε το 11% της κυκλοφορίας στο στενό της Μάγχης και το γκρουπ Eurotunnel έλεγχε λοιπόν [συνολικά] περισσότερο από το ήμισυ αυτής της κυκλοφορίας. Εδώ είναι που τα πράγματα χάλασαν για την εσεπ. Η Μεγάλη Βρετανία, χώρα ελεύθερου ανταγωνισμού, έθεσε στην πραγματικότητα εμπόδια σε αυτόν τον ανταγωνισμό για να προστατεύσει τα συμφέροντα του βρετανικού κεφαλαίου. Μια εταιρεία φέρι, η P&O την οποία ο ανταγωνισμός αφορούσε περισσότερο, και μια άλλη δανική εταιρεία, η DFDS Seaways (η οποία συνδέεται με τον γάλλο εφοπλιστή Louis Dreufus), προσέφυγαν στη βρετανική «Επιτροπή Ανταγωνισμού» ενάντια στη Eurotunnel υποστηρίζοντας ότι η αγορά και εκμετάλλευση των πλοίων της Seafrance έθετε την Eurotunnel σε καθεστώς μονοπωλίου με αποτέλεσμα να μπορεί να καθορίζει αυθαίρετα τις τιμές. Η πρώτη απόφαση τις δικαίωσε διατάζοντας την Eurotunnel να πουλήσει δυο από τα τρία πλοία με ποινή τον αποκλεισμό από το λιμάνι του Douvres. Πρόκειται για μια τρελή [cornélienne] κατάσταση μιας και η απόφαση του εμπορικού δικαστηρίου του Παρισιού, που απέδωσε τα τρία πλοία στην Eurotunnel, εμπεριείχε μια ρήτρα που της απαγόρευε την πώληση των πλοίων.

Στις 4 Δεκεμβρίου, όμως, το βρετανικό εφετείο επέτρεψε στα πλοία της MyFerryLink να συνεχίζουν να συνδέουν το Calais με το Douvres. Αλλά όλη η υπόθεση δείχνει τα όρια της χρήσης της συνεργατικής μορφής, η οποία σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί εν τέλει παρά έναν οργανισμό διαχείρισης (σαφώς ιδιαίτερης αυτοδιαχείρισης) της εργασιακής δύναμης προς όφελος ενός καπιταλιστή.

Goodyear στην Amiens. Μια λειτουργία παρόμοιου τύπου επιχειρήθηκε στο εργοστάσιο ελαστικών της Goodyear στην Amiens. Κι εκεί, επίσης, μια εσεπ θα ανακτούσε την κατασκευή αγροτικών ελαστικών με τον όρο ότι η Goodyear θα της παραχωρούσε ή τη μάρκα ή την υπεργολαβία. Οπωσδήποτε, όπως και στην περίπτωση της Fralib, το trust διαφώνησε και τα πράγματα έχουν πάρει τη δικαστική οδό όπως και στην προηγούμενη περίπτωση του εργοστασίου της Continental κοντά στην Compiègne. Σε κάθε περίπτωση, αν αυτή η λύση μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή, η εσεπ δε θα αποτελούσε παρά έναν κρίκο στην αλυσίδα ενός ισχυρού καπιταλιστικού γκρουπ, το οποίο θα επέβαλε το σύνολο των καθοριστικών οικονομικών παραγόντων· στην τελική, των συνθηκών διαχείρισης της εργασιακής δύναμης. Οι αποφάσεις των «συνεργατών» θα καθορίζονταν πλήρως από εξωτερικούς παράγοντες που βρίσκονται στα χέρια του κεφαλαίου, με την εξαίρεση ορισμένων όρων [modalités] χωρίς πραγματική επίδραση στις συνθήκες εκμετάλλευσης. Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι το είδος της συνεργατικής που θα ανακτούσε μια οποιαδήποτε δραστηριότητα και ότι η κάπως απατηλή πραγματικότητα μιας τέτοιας οδού, κάτι που αναφέρεται πολύ λίγο στο σχέδιο νόμου «Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία», δεν αποτελούν παρά πολιτικά μπαλώματα [replâtrage] μπροστά στο τεράστιο μέγεθος της κρίσης του κεφαλαίου.

H.S.


[1] Αυτή η αποσύνδεση δεν είναι σπάνια στον σημερινό καπιταλισμό: για παράδειγμα, όσον αφορά τους σιδηρόδρομους στη Γαλλία, η SNCF διαιρέθηκε σε ιδιοκτησία και συντήρηση των γραμμών από το Σιδηροδρομικό Δικτύο Γαλλίας (RFF) και σε ιδιοκτήτη των τραίνων και ρυθμιστή της κυκλοφορίας από την καινούργια SNCF (όπως στη Μεγάλη Βρετανία στο παρελθόν). Και δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.