Η πολιτική απολογία του J.Hammond

Αναδημοσίευση απο το resistra, τα έντονα γράμματα και λέξεις από Μ.C.

Ο Jeremy καταδικάστηκε τη Πέμπτη 15/11 σε δεκαετή φυλάκιση.

Ακολουθεί η πολιτική του απολογία:

   Καλημέρα. Σας ευχαριστώ για αυτήν την ευκαιρία. Το όνομά μου είναι Jeremy Hammond και είμαι εδώ για να καταδικαστώ για  δραστηριότητες hacking  που διεξήχθησαν κατά την διάρκεια της ενασχόλησής μου με τους Anonymous. Είμαι προφυλακισμένος στο MCC για τους τελευταίους 20 μήνες και είχα πολύ χρόνο για να σκεφτώ το πώς θα μπορούσα να εξηγήσω τη δράση μου.
   Πριν ξεκινήσω, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω λίγο χρόνο για να τιμήσω τη δουλειά που έχουν κάνει οι άνθρωποι που με στήριξαν. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους δικηγόρους και όσους άλλους έχουν εργαστεί για την υπόθεσή μου: την Elizabeth Fink, τον Susan Kellman, τη Sarah Kunstler, την Emily Kunstler, την Margaret Kunstler και τον Grainne O’Neill. Επίσης Θέλω να ευχαριστήσω την εθνική ομάδα δικηγόρων (National Lawyers Guild), το Δίκτυο Υπεράσπισης και Αλληλεγγύης για τον Jeremy Hammond, τους Free Anons, το Δίκτυο Αλληλεγγύης Anonymous, τον Αναρχικό Μαύρο Σταυρό και όλους τους άλλους που με βοήθησαν γράφοντας υποστηρικτικές επιστολές, που μου έστειλαν γράμματα, που παρέστησαν στο δικαστηρίο  και αυτούς που διέδωσαν την υπόθεσή μου. Επίσης θέλω να στείλω ένα δημόσιο χαιρετισμό στους αδελφούς και τις αδελφές μου πίσω από τα κάγκελα αλλά και εκείνους που είναι ακόμα εκεί έξω και αγωνίζονται κατά της εξουσίας.
   Οι πράξεις πολιτικής ανυπακοής και άμεσης δράσης για τις οποίες καταδικάζομαι σήμερα συμβαδίζουν με τις αρχές της κοινότητας και της ισότητας που καθοδήγησαν τη ζωή μου. Έκανα χάκινγκ [σημ.μτφ: χρήση δεξιοτήτων για μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα] σε δεκάδες εταιρείες υψηλού προφίλ και κυβερνητικούς θεσμούς, κατανοώντας απόλυτα ότι αυτό που έκανα ήταν παράνομο και ότι οι δράσεις μου θα με προσγείωναν πίσω στην ομοσπονδιακή φυλακή. Αλλά ένιωθα ότι είχα την υποχρέωση να χρησιμοποιήσω τις ικανότητές μου για να εκθέσω και να αντιμετωπίσω την αδικία – και να φέρω την αλήθεια στο φως.
   Θα μπορούσα να πετύχω τους ίδιους στόχους με νόμιμα μέσα; Έχω δοκιμάσει τα πάντα, από την συλλογή υπογραφών έως και την ειρηνική διαμαρτυρία και διαπίστωσα ότι οι εξουσιαστές δε θέλουν η αλήθεια να αποκαλύπτεται.  Όταν μιλάμε για την αλήθεια στην εξουσία, στην καλύτερη περίπτωση αγνοούμαστε και στη χειρότερη μας καταστέλουν βίαια. Αντιμετωπίζουμε μια δομή εξουσίας που δεν σέβεται τους δικούς της κανόνες ελέγχων και ισορροπιών, πόσο μάλλον τα δικαιώματα των πολιτών ή και της διεθνούς κοινότητας.
   Η ένταξή μου στην πολιτική έγινε όταν ο Τζορτζ Μπους νόθεψε τις προεδρικές εγκλογές το 2000, έπειτα εκμεταλλέυτηκε το κύμα ρατσισμού και πατριωτισμού μετά τις 9/11 για να ξεκινήσει ένα ιμπεριαλιστικό πόλεμο χωρίς πρόκληση ενάντια στο Ιράκ και το Αφγχανιστάν. Βγήκα στους δρόμους διαμαρτυρόμενος, πιστεύοντας αφελώς ότι οι φωνές μας θα ακουστούν στην Ουάσινγκτον και ότι θα μπορούσαμε να σταματήσουμε τον πόλεμο. Αντί αυτού, στιγματηστίκαμε ως προδότες, μας χτυπήσαν και μας συνέλαβαν.
   Είχα συλληφθεί για διάφορες πράξεις πολιτικής ανυπακοής στους δρόμους του Σικάγο, όμως το 2005 ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα τις γνώσεις μου στους υπολογιστές ενείδει πολιτικής διαμαρτυρίας παραβιάζοντας τον νόμο. Συνελήφθησα από το FBI για το χακάρισμα υπολογιστών μιας ακροδεξιάς, φιλοπολεμικής οργάνωσης με όνομα Protest Warrior, μια οργάνωση που πουλούσε ρατσιστικές μπλούζες στην ιστοσελίδα της και παρενοχλούσε οργανώσεις που ήταν κατά του πολέμου. Κατηγορήθηκα σύμφωνα με τον νόμο Απάτης και Κατάχρησης Υπολογιστών, και η “προκαλούμενη ζημία” στην υποθεσή μου αυθαίρετα υπολογίστηκε πολλαπλασιάζοντας τις 5000 πιστωτικές κάρτες της βάσης δεδομένων της Protest Warrior με $500, φτάνοντας τα $2.5 εκατομμύρια. Οι κατευθυντήριες γραμμές της καταδίκης μου υπολογίστηκαν βάση της ζημίας, έστω και αν ούτε μια πιστωτική κάρτα δεν χρησιμοποιήθηκε ή διαδόθηκε από εμένα ή κάποιον άλλο. Καταδικάστηκα σε 2 χρόνια φυλακή.
   Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην φυλακή είδα την άσχημη πραγματικότητα του πώς ένα σύστημα ποινικής δικαιοσύνης καταστρέφει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα. Η εμπειρία μου ισχυροποίησε την αντίθεσή μου στις κατασταλτικές μορφές εξουσίας και την ανάγκη να  ορθώνεις το ανάστημά σου για αυτά που πιστεύεις.
   Όταν αφέθηκα ελεύθερος, ήμουν διατεθειμένος να συνεχίσω τη ενασχόληση μου στους αγώνες για κοινωνική αλλαγή. Δεν ήθελα να πάω πίσω στην φυλακή, έτσι επικεντρώθηκα στην συμβατική κοινοτική οργάνωση. Με την πάροδο του χρόνου απογοητεύτηκα με τα όρια των ειρηνικών διαμαρτυριών, βλέποντάς τις ως ρεφορμιστικές και χωρίς αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση Ομπάμα συνέχισε τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, η χρήση μη επανδρομένων κατασκοπευτικών αεροσκαφών αυξήθηκε , και απέτυχε να κλείσει το Γκουαντάναμο.
   Εκείνη την περίοδο είχα αρχίσει να παρακολουθώ τη δουλειά ομάδων όπως του Wikileaks και των Anonymous. Ήταν πολύ ενθαρρυντικό να βλέπουμε τις ιδέες του hactivism να αποδίδουν καρπούς. Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος από την ηρωική δράση της Chelsea Manning, που αποκάλυψε τις αγριότητες που διαπράχθηκαν από τις Αμερικάνικες δυνάμεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Πήρε ένα τεράστιο προσωπικό ρίσκο διαρρέοντας αυτές τις πληροφορίες – πιστεύοντας ότι η κοινωνία είχε το δικαίωμα να γνωρίζει και ελπίζοντας ότι οι αποκαλύψεις της θα είναι ένα θετικό βήμα για να σταματήσουν αυτές οι κακοποιήσεις. Είναι αποκαρδιωτικό να μαθαίνεις για την απάνθρωπη μεταχείρισή της σε στρατιωτικές μονάδες απομόνωσης.
   Σκέφτηκα πολύ και σκληρά για την επιλογή αυτής της πορείας. Έπρεπε να ρωτήσω τον εαυτό μου, αν η Chelsea Manning έπεσε στον αβυσσαλέο εφιάλτη της φυλακής παλεύοντας για την αλήθεια, θα μπορούσα εγώ, έχοντας καλές προθέσεις, να κάνω λιγότερα, αν ήμουν ικανός; Σκέφτηκα ότι ο καλύτερος τρόπος να δείξω την αλληλεγγύη μου ήταν να συνεχίσω την δράση που εκθέτει και συγκρούεται με την διαφθορά.
   Μπήκα στους Anonymous πιστεύοντας στην αυτόνομη, αποκεντρωμένη άμεση δράση. Εκείνο τον καιρό οι Anonymous συμμετείχαν σε επιχειρήσεις για την στήριξη των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης ενάντια στη λογοκρισία και για την υπεράσπιση του Wikileaks. Είχα αρκετά να προσφέρω, συμπεριλαμβανομένων τεχνικών γνώσεων, και πως να αρθρώνονται καλύτερα ιδέες και οι στόχοι. Ήταν μια συναρπαστική εποχή – η γέννηση ενός ψηφιακού κινήματος, όπου οι ορισμοί του χακτιβισμού και τα όριά του ήταν υπό διαμόρφωση.
   Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η δουλειά των χάκερς LulzSec που κατάφεραν να σπάνε τα συστήματα σημαντικών στόχων και αποκτούσαν όλο και περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα. Εκείνη την περίοδο, άρχισα να μιλώ με τον Sabu, που ήταν πολύ ανοικτός να μιλά για τα hacks που υποτίθεται ότι έκανε, και ενθάρρυνε τους χάκερς να ενωθούν και να επιτεθούν σε μεγάλα κυβερνητικά και εταιρικά συστήματα υπό την αιγίδα των Anti Security. Όμως την πρώτη κιόλας περίοδο της συμμετοχής μου, οι υπόλοιποι LulzSec χάκερς συνελλήφθησαν, αφήνοντάς με μόνο μου να χακάρω συστήματα και να γράφω ανακοινώσεις. Έπειτα έμαθα ότι ο Sabu ήταν ο πρώτος συλληφθέντας και ότι καθόλη την περίοδο που του μιλούσα ήταν πληροφοριοδότης του FBI.
   Οι Anonymous είχαν εμπλακεί επίσης και στα πρώτα στάδια του Occupy Wall Street. Συμμετείχα συχνά στο δρόμο ως μέλος του Occupy Chicago και ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που έβλεπα ένα παγκόσμιο μαζικό κίνημα ενάντια στις αδικίες του καπιταλισμού και του ρατσισμού. Μετά από μερικούς μήνες, οι “καταλήψεις” έφτασαν στο τέλος τους με κατασταλτικά μέτρα της αστυνομίας και μαζικές συλλήψεις των διαδηλωτών που εκδιώχθηκαν από τα δικά τους, δημόσια πάρκα. Η καταστολή των Anonymous και του κινήματος Occupy διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του AntiSec για τους επόμενους μήνες – η πλειονότητα των επιθέσεων εναντίον της αστυνομίας, ήταν αντίποινα σε συλλήψεις των συντρόφων μας.
   Έθεσα  ως στόχο τα συστήματα υπηρεσιών επιβολής του νόμου, λόγω του ρατσισμού και της ανισότητας με την οποία επιβάλλεται το ποινικό δίκαιο. Στοχοποίησα τους κατασκευαστές και διανομείς στρατιωτικών και αστυνομικών εξοπλισμών που κερδοφορούν πουλώντας πολεμικό οπλισμό ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για να εξυπηρετηθούν τα γεωπολιτικά και  οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ στο εξωτερικό και για την καταστολή του λαού στο εσωτερικό της χώρας. Στοχοποίησα επιχειρήσεις ασφάλειας πληροφοριών γιατί εργάζονται μυστικά για την προστασία των κρατικών και εταιρικών συμφερόντων και παραπληροφορούν εις βάρος ατομικών δικαιωμάτων, υπομονεύοντας και απαξιώνοντας ακτιβιστές, δημοσιογράφους και άλλα άτομα που αναζητούν την αλήθεια.
    Δεν είχα ξανακούσει για την Stratfor, μέχρι που ο Sabu μου την γνωστοποίησε. Ο Sabu ενθάρρυνε τον κόσμο να επιτίθεται σε συστήματα και βοηθούσε να οργανώνονται και να διευκολύνονται οι επιθέσεις. Μου γνωστοποίησε κενά ασφαλείας  στόχων που μετέφεραν άλλοι χάκερ, έτσι ήταν για εμένα μια μεγάλη έκπληξη όταν έμαθα ότι ο Sabu εργαζόταν για το FBI όλον αυτόν τον καιρό.
   Στις 4 Δεκεμβρίου 2011, Ο Sabu προσεγγίστηκε από ένα χάκερ που είχε καταφέρει να μπει στη βάση δεδομένων των πιστωτικών καρτών της Stratfor. Ο Sabu, υπό το βλέμμα των κυβερνητικών προϊσταμένων του, κάλεσε τον χάκερ στο κλείστο chatroom της Antisec, όπου μας μετέφερε τους συνδέσμους για να κατεβάσουμε ολόκληρη τη βάση δεδομένων και το πρώτο ευάλωτο σημείο πρόσβασης στα συστήματα της Stratfor.
   Πέρασα αρκετό καιρό ερευνώντας την Stratfor και εξετάζοντας τις πληροφορίες που μας δόθηκαν και αποφάσισα ότι οι δραστηριότητές τους και οι πελάτες τους τούς καθιστούσαν άξιο στόχο. Το βρήκα αρκετά ειρωνικό ότι η πλούσια και ισχυρή πελατειακή βάση της Stratfor χρησιμοποιούσε τις πιστωτικές τους κάρτες για να κάνει δωρεές σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, αλλά ο κύριος ρόλος της επίθεσης ήταν η προσπάθεια απόκτησης της βάσης δεδομένων των email της Stratfor όπου συνήθως βρίσκονται όλα τα βρώμικα μυστικά.
   Μου πήρε πάνω από μια βδομάδα να αποκτήσω επιπλέον πρόσβαση στα εσωτερικά συστήματα της Stratfor, αλλά τελικά κατάφερα να μπω στο σέρβερ με τα email. Το πλήθος των πληροφοριών ήταν τεράστιο και χρειαζόμασταν διάφορους σέρβερς δικούς μας για να μεταφέρουμε τα email. Ο Sabu, που ήταν μπλεγμένος σε κάθε σημείο της επιχείρησης, πρόσφερε ένα σέρβερ, ο οποίος ήταν του FBI και βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Τις επόμενες βδομάδες, τα email μεταφέρθηκαν και οι πιστωτικές κάρτες χρησιμοποιήθηκαν για δωρεές, τα συστήματα της Stratfor διαλύθηκαν και υπέστησαν deface [σημ.μτφ.: “deface” είναι η αλλαγή της αρχικής σελίδας π.χ. αντί της συνηθισμένης αρχικής σελίδας, ο/η χρήστης/στρια βλέπει μηνύματα ή/και βίντεο]. Το γιατί το FBI μας έφερε σε επαφή με τον χάκερ που βρήκε το αρχικό κενό ασφαλείας και μας επέτρεψε να συνεχίσουμε παραμένει ακόμα μυστήριο.
   Ως αποτέλεσμα του χακαρίσματος της Stratfor, μερικοί από τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης ιδιωτικής βιομηχανίας συλλογής πληροφοριών είναι πλέον γνωστοί. Έχει αποκαλυφθεί μέσω του WikiLeaks και άλλων δημοσιογράφων ανά τον κόσμο ότι η Stratfor συντηρούσε ένα παγκόσμιο δίκτυο πληροφοριοδοτών που τους χρησιμοποιούσαν για να συμμετάσχουν σε διεισδυτικές και ενδεχομένως παράνομες δραστηριότητες παρακολούθησης εκ μέρους μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.
   Μετά την Stratfor, συνέχισα να σπάω συστήματα άλλων στόχων, χρησιμοποιώντας ένα ισχυρό “zero day exploit” [σημ.μτφ: εκμετάλλευση ευπαθειών ασφαλείας που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί] που μου επέτρεπε να έχω διαχειριστικά δικαιώματα στα συστήματα που έτρεχαν το διάσημο λογισμικό Plesk για σέρβερ. Ο Sabu μου ζήτησε αρκετές φορές να του δώσω το exploit αλλά αρνήθηκα. Χωρίς να έχει ο ιδιος ανεξάρτητη πρόσβαση στο χακαρισμένο σύστημα, ο Sabu συνέχισε να μου δίνει λίστες με ευάλωτους στόχους. Απέκτησα πρόσβαση σε διάφορες ιστοσελίδες που μου παραχώρησε και ανέβαζα τις κλεμμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και τις βάσεις δεδομένων στον σέρβερ του FBI και παρέδιδα κωδικούς και κενά ασφαλείας στον Sabu (κατά συνέπεια και στο FBI) που του επέτρεπαν να ελέγχει τους στόχους.
   Αυτές οι εισχωρήσεις, όλες προτεινόμενες από τον Sabu εν συνεργασία με το FBI, έχουν επηρεάσει χιλιάδες ιστοσελίδες και αποτελούνται κυρίως από ξένες κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου και αυτές της Βραζιλίας, Τουρκίας, Ιράν, XXXXXX, XXXXX, XXXXXXXX, XXXXXXX και XXXXXX  XXXXXXX. Για παράδειγμα, ο Sabu και εγώ προσφέραμε πρόσβαση σε πληροφορίες για χάκερς που εκ των υστέρων κατέστρεψαν και έκαναν deface[βλέπε σημείωση παραπάνω] σε αρκετές κρατικές σελίδες στην ΧΧΧΧΧ. Δεν ξέρω πως χρησιμοποιούσε άλλες πληροφορίες που του παρείχα, αλλά πιστεύω ότι η κυβερνητική συλλογή και χρήση αυτών των πληροφοριών πρέπει να ερευνηθεί.
   Η κυβέρνηση γιορτάζει την καταδίκη και τη φυλάκισή μου, ελπίζοντας ότι έτσι θα κλείσει την πόρτα σε όλες τις πτυχές αυτής της ιστορίας. Εγώ ανέλαβα την ευθύνη για τις ενέργειές μου, ομολογώντας την ενοχή μου, αλλά η κυβέρνηση πότε θα λογοδοτήσει για τα εγκλήματά της;
   Οι ΗΠΑ προβάλλουν υπερβολικά την απειλή των χάκερς ώστε να δικαιολογήσουν το βιομηχανικό σύμπλεγμα κυβερνοασφάλειας πολλών δισεκατομμυρίων, αλλά ταυτόχρονα είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία των συνθηκών που επιθετικά διώκουν και υποτίθεται προσπαθούν να αποτρέψουν.   Η υποκρισία του “νόμου και της τάξης” και οι αδικίες που προκαλούνται από τον καπιταλισμό δεν μπορούν να διορθωθούν  με θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αλλά με κοινωνική ανυπακοή και άμεση δράση. Ναι καταπάτησα το νόμο και πιστεύω ότι οι νόμοι μερικές φορές πρέπει να καταπατούνται ώστε να δημιουργούμε πρόσφορο έδαφος  για αλλαγές.
    Στα αθάνατα λόγια του Frederick Douglas, “Η εξουσία δεν παραχωρεί τίποτα χωρίς απαίτηση. Ποτέ δεν το έκανε και δεν θα το κάνει ποτέ. Απλά ανακαλύψτε τι δέχονται στωικά οι πολίτες και θα έχετε βρει το ακριβές μέγεθος της αδικίας και των λαθών που θα τους επιβληθούν, και αυτό θα συνεχίζεται μέχρι να βρουν αντίσταση είτε με διάλογο είτε με χτυπήματα, είτε και τα δυο. Τα όρια των τυράννων καθορίζονται από την αντοχή αυτών που καταπιέζονται.”
    Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μετανιώνω για τίποτα. Καταλαβαίνω ότι έχω  κυκλοφορήσει προσωπικές πληροφορίες αθώων που δεν είχαν καμία σχέση με  τις επιθέσεις σε θεσμούς που έθεσα ως στόχο. Απολογούμαι για την  κυκλοφορία πληροφοριών που ήταν επιβλαβής για άτομα άσχετα με τους  στόχους μου. Πιστέυω στο προσωπικό δικαίωμα  της προστασίας των προσωπικών δεδομένων  – από την κρατική παρακολούθηση, αλλά και από εμένα, και εκτιμώ την  ειρωνεία της δικής μου συμμετοχής στην καταπάτηση των δικαιωμάτων αυτών.  Είμαι αφοσιωμένος στο να δουλέψω για να γίνει αυτός ο κόσμος ένα καλύτερο μέρος για όλους εμάς. Συνεχίζω να πιστεύω στη σημασία του χακτιβισμού ως μια πράξη κοινωνικής ανυπακοής, αλλά είναι καιρός για εμένα να προχωρήσω σε άλλες μεθόδους αναζητώντας την αλλαγή. Ο καιρός που είμουν φυλακή έχει επηρεάσει την οικογένεια μου, τους φίλους μου και την κοινότητα. Γνωρίζω ότι με χρειάζονται σπίτι. Αναγνωρίζω ότι 7 χρόνια πριν στεκόμουν μπροστά σε έναν άλλο δικαστή, αντιμετωπίζοντας παρόμοιες κατηγορίες, αλλά αυτό δεν ελαφρύνει την ειλικρίνια των όσων είπα σήμερα.
    Χρειάστηκε πολύ ενέργεια για να γράψω αυτές τις γραμμές, να εξηγήσω την δράση μου, γνωρίζοντας ότι κάνοντας αυτό με ειλικρίνεια μπορεί να μου κοστίσει περισσότερα χρόνια της ζωής μου στην φυλακή. Γνωρίζω πολύ καλά ότι μπορεί να καταδικαστώ ακόμη και για 10 χρόνια, αλλά ελπίζω ότι αυτό δεν θα συμβεί, γιατί πιστεύω ότι υπάρχει τόσο πολύ δουλειά ακόμη για να γίνει.
Να είστε δυνατοί και να συνεχίσετε τον αγώνα

Οι διανοούμενοι του Μουσολίνι

Δεκαπέντε στους χίλιους διακόσιους: Τόσοι ήταν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές που αρνήθηκαν να δώσουν τον «ανανεωμένο» όρκο πίστεως, όχι πια μόνο «στο Σύνταγμα και τον Βασιλιά», αλλά και «στο φασιστικό καθεστώς» (28 Αυγούστου 1931). «Ένα τοις χιλίοις», όπως έγραψε μια εφημερίδα της εποχής

mussolinisironi

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη, αναδημοσίευση απο το Red Notebook

Έπρεπε να περάσουν σχεδόν εβδομήντα χρόνια για να γραφτεί μια επιστημονική μελέτη γι΄ αυτό το αποσιωπημένο ζήτημα.[1] Κι όμως, οι δεκαπέντε δεν ήταν «ανατρεπτικά» ή «ταραχοποιά» στοιχεία, οι περισσότεροι δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καν αριστεροί – οι λιγοστοί φιλοκομμουνιστές ακαδημαϊκοί ακολούθησαν τη συμβουλή του Τολιάτι και ορκίστηκαν, με το σκεπτικό ότι, διατηρώντας την έδρα τους, θα μπορούσαν να «εκτελέσουν μια εξαιρετικά χρήσιμη αποστολή για το κόμμα και την υπόθεση του αντιφασισμού». Δεν άκουσαν τη συμβουλή «μείνετε για να διδάσκετε το πνεύμα της ελευθερίας», του «μεγάλου αστέρα» του φιλελεύθερου αντιφασισμού Μπενεντέτο Κρότσε, του ανθρώπου που είχε δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στον Μουσολίνι, λίγα χρόνια πριν, θεωρώντας ότι ο φασισμός είναι ένα «αναγκαίο φάρμακο» για την ιταλική κοινωνία, η οποία «θα το κατάπινε, θα γιατρευόταν κι ύστερα θα το απέβαλλε από τον οργανισμό της». Δεν υπάκουσαν ούτε στα κελεύσματα του Βατικανού – ο πάπας Πίος ΧΙ είχε σκαρφιστεί, για την περίσταση, το τέχνασμα της «εσωτερικευμένης και σιωπηρής αντίρρησης».

Καλό θα ήταν να τους κατονομάσω: ήταν τρεις καθηγητές της Νομικής (Φραντζέσκο και Εντοάρντο Ρουφίνι, Φάμπιο Λουτζάτο), ένας καθηγητής σημιτικών, εβραϊκών και αραβικών γλωσσών (Τζόρτζο Λέβι Ντελλα Βίντα), ένας ιστορικός της αρχαιότητας (Γκαετάνο Ντε Σάνκτις), ένας θεολόγος (Ερνέστο Μποναγιούτι), ένας μαθηματικός (Βίτο Βολτέρρα), ένας καθηγητής χειρουργικής (Μπάρτολο Νιγκριζόλι), ένας ανθρωπολόγος (Μάρκο Καρράρα), ένας ιστορικός της τέχνης (Λιονέλλο Βεντούρι), ένας χημικός (Τζόρτζο Ερρέρα), ένας καθηγητής φιλοσοφίας (Πιέρο Μαρτινέττι). Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί ο Τζουζέπε Αντόνιο Μποργκέζε, καθηγητής της Αισθητικής, που βρισκόταν στις ΗΠΑ και προτίμησε να μην επιστρέψει ποτέ στην Ιταλία, ο Ερρίκο Πρεσούτι, καθηγητής της Νομικής, που ήταν ήδη κατάκοιτος, καθώς κι ο Πιέρρο Σράφφα, ο οποίος βρισκόταν στο Κέιμπριτζ.

«Ούτε ένας καθηγητής σύγχρονης ιστορίας, ούτε ένας καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας, κανείς απ΄ όσους, στο παρελθόν, υπερηφανευόταν ότι είναι σοσιαλιστής δεν θυσίασε τον μισθό του για τα ιδανικά για τα οποία κόμπαζε κατά τις μέρες της ευμάρειας», έγραψε αργότερα, από την εξορία, ο ιστορικός Γκαετάνο Σαλβεμίνι – ο καλύτερος μαθητής του οποίου, ο Κάρλο Ροσέλι, έμελλε να δολοφονηθεί σε γαλλικό έδαφος, έξι χρόνια μετά, κατ’ εντολήν του Μουσολίνι. Αντίθετα, πίστη στο καθεστώς ορκίστηκαν πολλοί κορυφαίοι αντιφασίστες. Άλλοι διότι θεώρησαν ότι ο πόλεμος εναντίον του φασισμού θα δινόταν καλύτερα «εκ των έσω», άλλοι ισχυριζόμενοι ότι η «έδρα είναι ο τελευταίος προμαχώνας τους», κι άλλοι για πιο ταπεινούς λόγους. Για παράδειγμα, ο Τζουζέπε Λομπάρντο Ραντίτσε, «με την πυκνή γενειάδα του μουσκεμένη από τα δάκρυα», εξομολογήθηκε στον Ντε Σάνκτις: «Ντροπιάζω όλο μου το έργο, ως συγγραφέας και στοχαστής, αλλά δεν μπορώ να πετάξω στο δρόμο τα παιδιά μου». Ο Αρτούρο Κάρλο Γέμολο θα δηλώσει, σαράντα χρόνια μετά, ότι ο φόβος της πείνας ήταν ισχυρότερος από εκείνον του πολέμου. Ο Τζουζέπε Λέβι, πατέρας της Νατάλια Γκίντζμπουργκ, πιέστηκε από τους μαθητές του, «επειδή θα έχαναν τον δάσκαλό τους και την καριέρα τους».

Οι επιπτώσεις της πράξης δεν ήταν ασήμαντες: απόλυση, συνοδευόμενη από μια ελάχιστη σύνταξη, απαγορεύσεις, περιορισμοί, αστυνομική παρακολούθηση. Αλλά, κυρίως, κοινωνική απομόνωση. Παρόλα όσα γράφτηκαν αργότερα, ούτε ο όρκος πίστης, ούτε η εγγραφή στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα ήταν μια «τυπικότητα». Σε ένα ανέκδοτο σημείωμα προς τον Μουσολίνι (5 Ιανουαρίου 1929), ο φιλόσοφος Τζοβάνι Τζεντίλε, πρόσωπο-κλειδί στα ζητήματα παιδείας και πολιτισμού του καθεστώτος, και τελευταίος Υπουργός Παιδείας, το έγραφε ξεκάθαρα: Το άρθρο 22 του νόμου περί πανεπιστημιακής διδασκαλίας, «με μια μικρή προσθήκη θα μπορούσε να επιλύσει το λεπτό και φλέγον, τώρα πια, ζήτημα του εκφασισμού των Ιταλικών Πανεπιστημίων».

Το πανεπιστήμιο, βέβαια, δεν ήταν ο μόνος χώρος παρέμβασης του καθεστώτος στο πεδίο του πολιτισμού. Ο Μουσολίνι φρόντισε εξαρχής να συνάψει αρραγείς δεσμούς με ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης. Οι παλιοί του σύντροφοι, ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι και ο Γκαμπριέλε Ντ΄ Ανούντζιο, είναι μόνο οι γνωστότερες ψηφίδες ενός πολύπλοκου ψηφιδωτού. Η συνεργασία αυτών των δύο ήταν άμεση, άρχισε από τα πρώτα βήματα του φασισμού, πριν ο Μουσολίνι βρεθεί στην εξουσία, αλλά και πολύπλοκη: στηριζόταν περισσότερο σε λόγους αισθητικής παρά πολιτικής φύσης, έχει την ρίζα της στην εικόνα τους για τον πρωτοφασισμό ως πρωτοποριακό κίνημα ριζικής αναγέννησης του κόσμου, και πέρασε πολλές διακυμάνσεις. Οι δύο περιπτώσεις επισκιάζουν, μάλλον, με την αίγλη τους και την διασημότητά τους, την οποία δάνεισαν στο καθεστώς, παρά διαφωτίζουν την συνολική εικόνα της σχέσης διανοουμένων και φασισμού.

Μια σχέση η οποία χτίστηκε, καταρχάς, με την ίδρυση θεσμών. Το 1925 ιδρύεται το Εθνικό Φασιστικό Ινστιτούτο Πολιτισμού, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Ινστιτούτο Φασιστικού Πολιτισμού. Ο ιδρυτής του ήταν ο Τζοβάνι Τζεντίλε. Στις 18 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ιδρύεται το Ινστιτούτο Τζοβάνι Τρεκκάνι, έργο του οποίου ήταν η συγγραφή της Ιταλικής Εγκυκλοπαίδειας ενώ, ένα χρόνο μετά, ιδρύεται η Ιταλική Ακαδημία, η οποία ανοίγει τις εργασίες της στις 28 Οκτωβρίου 1929. Από το 1930 ως τον θάνατό του, πρόεδρός της ήταν ο Τζουλιέλμο Μαρκόνι, τον οποίο διαδέχθηκε ο Γκαμπριέλε Ντ Ανούντζιο. Ενώ η Ακαδημία αποτέλεσε μάλλον την «βιτρίνα» του καθεστώτος στο εξωτερικό, τα άλλα δύο ινστιτούτα αποσκοπούσαν κυρίως στην ένταξη των ανθρώπων του πνεύματος και της επιστήμης στη «νέα κατάσταση», διά της επαγγελματικής αποκατάστασης αλλά και της απόδοσης τιμών – και μάλιστα, σε μια ένταξη δίχως αποκλεισμούς πολιτικής ή ιδεολογικής φύσης: πολλοί ήταν οι αντίπαλοι του καθεστώτος οι οποίοι βρήκαν μια θέση εργασίας σε αυτές τις δομές και οι οποίοι, μετά το 1943, πέρασαν στην παρανομία ή και ανέβηκαν στο βουνό ως αντάρτες. Ο μεγαλύτερος ιταλός φιλόσοφος της εποχής, ο Τζεντίλε, τελικός υπεύθυνος για τη λειτουργία τους, θεωρούσε ότι οι άξιοι θα έπρεπε να προσλαμβάνονται, όχι μόνο διότι αυτός ήταν ένας τρόπος ενσωμάτωσής τους (ή τουλάχιστον παθητικής αποδοχής της ισχύουσας κατάστασης, εκ μέρους τους), αλλά και γιατί πίστευε ότι το υψηλό επίπεδο των πολιτιστικών θεσμών θα απέβαινε, εντέλει, υπέρ τής (σύμφωνης με το όραμά του) πνευματικής αναγέννησης της Ιταλίας.

Εκτός από την επαγγελματική αποκατάσταση εντός αυτών των δομών, και αμέτρητων άλλων, επιμέρους ή τοπικών, εφαρμόστηκε, κατά την φασιστική εικοσαετία, κι ένα οργανωμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών.
Όταν, το 1944, ο ποιητής Τζουζέπε Ουνγκαρέτι ανακρινόταν ως συνεργάτης του καθεστώτος, δικαιολόγησε το μηνιαίο επίδομα που εισέπραττε από το κράτος, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για μια «αποζημίωση» που δινόταν σε «αξιοσέβαστες προσωπικότητες», για να μπορούν να κάνουν απερίσπαστα τη δουλειά τους. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιταλό ποιητή, ήταν ένα είδος κρατικής επιχορήγησης, σαν αυτή που εισέπραττε ένας αγρότης «για να κάνει ξανά γόνιμο ένα χωράφι», ή ένας επιστήμονας «για να συνεχίσει μια εργαστηριακή έρευνα».

Βέβαια, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Ας κοιτάξουμε τον μηχανισμό: η διαδικασία για την χορήγηση κρατικής ενίσχυσης άρχιζε με μια αίτηση του ενδιαφερόμενου. Τα χρήματα δίνονταν από ένα μυστικό κονδύλι, το οποίο δεν εγγραφόταν στον Προϋπολογισμό, και το οποίο κατέληγε στο Υπουργείο Λαϊκής Κουλτούρας, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας. Στην κορυφή του μηχανισμού βρισκόταν μια τριάδα: ο Μουσολίνι, ο αρχηγός της αστυνομίας και ο υπουργός Λαϊκής Κουλτούρας. Η αίτηση γινόταν στον υπουργό, αυτός την έστελνε απευθείας στον Μουσολίνι, ο οποίος την συνεξέταζε με τον αρχηγό της αστυνομίας. Κατόπιν, εφόσον η αίτηση εγκρινόταν, ο δικαιούχος όφειλε να στείλει μια ευχαριστήρια επιστολή, η οποία έμπαινε στο φάκελο της υπόθεσης.[2] Από το 1932 ως το 1943 δόθηκαν, με αυτό τον τρόπο, περισσότερα από 600 εκατομμύρια λίρες σε 906 διανοούμενους και 387 εφημερίδες και περιοδικά. Από αυτούς, διακόσιοι εισέπρατταν ένα μηνιαίο επίδομα, κάτι που τους έκανε, κατά κάποιον τρόπο, «εξωτερικούς συνεργάτες» του καθεστώτος. Στο πλαίσιο της «συνέχειας του κράτους», μετά το 1945 άπαντες, σχεδόν, συνέχισαν, αδιατάρακτοι, να «γονιμοποιούν τα χωράφια τους».

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός
. Το κείμενο δημοσιεύεται στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (26.10.2013).

_______________

Σημειώσεις

[1] Giorgio Boatti, Preferirei di no, Einaudi, 2001 και Helmut Goetz, Il giuramento rifiutato. I docenti universitari e il regime fascista, La Nuova Italia, 2000.
[2] Giovanni Sedita, Gli intellettuali di Mussolini. La cultura finanziata dal fascismo, Le Lettere , 2010

Δεν τσιμπάμε. Το βραχιολάκι θα φέρει περισσότερη φυλακή

bracelet surveillance

Αναδημοσίευση από την Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων

Ύστερα από πολλές εξαγγελίες, «διαρροές», δημοσιεύματα και αρθρογραφία (ακόμα και lifestyle περιεχομένου) στον Τύπο το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατέθεσε προς ψήφιση τη θεσμοθέτηση του συστήματος γεωεντοπισμού (βραχιολάκι) για τους κατάδικους και τους υπόδικους των ελληνικών φυλακών.

Ως Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων έχουμε επανειλημμένα τοποθετηθεί και θα συνεχίσουμε να τοποθετούμαστε εναντίον του μέτρου αυτού, τόσο θεωρητικά, αξιακά όσο και σε σχέση με την εφαρμογή του στην Ελλάδα, αυτή τη χρονική στιγμή, από αυτή την κυβέρνηση και από αυτό το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το εν λόγω νομοθέτημα (πρόχειρο και επικίνδυνα γενικόλογο ως προς τις «λεπτομέρειες» της εφαρμογής του) προβάλλει στην αιτιολογική του έκθεση ως βασικό του στόχο την αποσυμφόρηση των φυλακών. Ωστόσο από τη μία οι πάρα πολλές εξαιρέσεις αδικημάτων και από την άλλη η επέκταση του μέτρου σε αδειούχους, υπόδικους και ανήλικους ξεσκεπάζει τον… αγαθό σκοπό της αποσυμφόρησης ως προσχηματικό.

Σε ό,τι αφορά τους υπόδικους, ο νόμος προβλέπει –χωρίς να δεσμεύεται– ότι τα ηλεκτρονικά δεσμά θα αντικαθιστούν την προφυλάκιση. Ωστόσο η εμπειρία μας μάς υποδεικνύει το αντίθετο, ότι το βραχιολάκι θα αντικαταστήσει τους περιοριστικούς όρους και όχι την προφυλάκιση, θα εφαρμοστεί δηλαδή σε ανθρώπους και αδικήματα που δεν θα προφυλακίζονταν ούτως ή άλλως.

Σε ό,τι αφορά την άδεια –η οποία ορίζεται από τον ίδιο τον σωφρονιστικό κώδικα ως προστάδιο της επιστροφής του κρατουμένου στην κοινωνία, ως ευεργέτημα και δοκιμασία που βασίζεται στην εμπιστοσύνη– το υπουργείο ισχυρίζεται και πάλι ότι θα μετατρέπεται σε άδεια με ηλεκτρονική παρακολούθηση για τις κατηγορίες εκείνες των κρατουμένων που μέχρι τώρα δεν την έπαιρναν. Δεν τους πιστεύουμε, ούτε εμείς ούτε καν η μειοψηφία της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, η οποία διατυπώνει τον προβληματισμό ότι η φιλοσοφία του θεσμού αλλοιώνεται μια για πάντα

Για τους ανήλικους, πολλοί από τους οποίους θα υποχρεώνονται να πηγαίνουν ακόμη και στο σχολείο τους με το βραχιολάκι, θεωρούμε αδιανόητη και μόνο τη συζήτηση.
Επιπλέον, ο φορέας που θα διαχειρίζεται και θα διατηρεί τα δεδομένα κίνησης των κρατουμένων, παραμένει άγνωστος, το μόνο που μας είπαν είναι ότι θα το αναλάβει «κάποια ιδιωτική εταιρεία». Το κόστος, απροσδιόριστο και αυτό, θα βαρύνει τον κρατούμενο, εκτός και αν είναι άπορος. Εμείς όμως ξέρουμε καλά ότι πλέον πολλοί κρατούμενοι, χωρίς να είναι τυπικά άποροι, δεν κάνουν καν χρήση της άδειάς τους επειδή δεν έχουν λεφτά για τα εισιτήρια. Υποψιαζόμαστε λοιπόν ότι πολλά… χωράφια θα πουληθούν για να τραφεί η ιδιωτική τους ηλεκτρονική παρακολούθηση.

Όμως, πέρα από το γράμμα του νόμου, υπάρχει και το πνεύμα. Και σε ό,τι αφορά το βραχιολάκι αυτό το πνεύμα είναι η αυστηροποίηση του σωφρονιστικού συστήματος η διάχυση της φυλακής, η εμπέδωση της επιτήρησης στην κοινωνία. Τα ωραία περιτυλίγματα περί «λιγότερης φυλακής» δεν μας λένε τίποτα. Αν το υπουργείο ήθελε αποσυμφόρηση θα εφάρμοζε όλες αυτές τις εναλλακτικές ποινές κράτησης που ήδη προβλέπονται από τον νόμο (ημιελεύθερη διαβίωση, κοινωφελής εργασία, κατ’ οίκον περιορισμός).
Ειδικά μάλιστα αν συνδυάσουμε την ψήφισή του με απειλές του τύπου «και πάλι καλά να λέτε που δεν καταργούμε τις άδειες όπως μας εισηγούνται», που ακούσαμε ανεπίσημα αλλά από τα πιο επίσημα χείλη, θα χαρακτηρίζαμε αυτό το νομοσχέδιο ακραία κατασταλτικό πισωγύρισμα.

Γνωρίζουμε καλά ότι πολλοί κρατούμενοι περιμένουν με αγωνία την ψήφιση του νόμου. Τους κατανοούμε απολύτως – οτιδήποτε μπορεί να σε βγάλει μια ώρα αρχύτερα από την κόλαση των ελληνικών φυλακών είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ως σανίδα σωτηρίας. Αλλά ας μην προσβάλλουμε τους κρατούμενους βαφτίζοντας τον ηθικό εκβιασμό των ίδιων και των οικογενειών τους επιλογή. Η δική μας θέση ήταν και θα είναι πάντα δίπλα τους, χωρίς κανέναν διαχωρισμό. Ωστόσο η εκτίμησή μας παραμένει ότι αυτό το μέτρο θα είναι ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα παραπλάνησης και εμπαιγμού των κρατούμενων, ένα μέτρο που ευαγγελίζεται λιγότερη φυλακή, άλλα θα φέρει περισσότερη φυλακή για όλους.

Ο Φασισμός ως το αντίθετο και ταυτόχρονα απαραίτητο κομμάτι της Δημοκρατίας

[mantra-multi][mantra-column width=”3/4″]

 

[/mantra-column] [mantra-column width=”1/4″]

Νεκρός αξιωματικός των SS επιπλέει στο νερό, κοντά στο Νταχάου.

Εκεί βαθιά στη κόλαση, φυλάνε το πιο καυτό μέρος γεμάτο φλόγες, για αυτούς που σε καιρό κρίσης παρέμειναν ουδέτεροι.

(Δάντης Αλιγκιέρι)

 

[/mantra-column] [/mantra-multi]

 

Αναδημοσίευση από

http://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com/

 

Ο φασισμός είναι το αντίθετο της δημοκρατίας. Αυτό εκ πρώτης όψεως. Η δημοκρατία είναι η πολιτική μορφή που αναγνωρίζει ρητά όλα τα περιεχόμενα, όλες τις αντικρουόμενες πλευρές και προσπαθεί να τις επιλύσει εντός των ορίων της. Θεωρεί τις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις φυσικές ως έχουν, και γιαυτό δίνει έμφαση στη διαχείριση τους. Στο πλαίσιο αυτό θεωρεί τα άτομα αυτόνομες μονάδες, καθαρό αποτέλεσμα των δικών τους επιλογών και όχι της κοινωνικής τους θέσης και των κοινωνικών τους σχέσεων. Η Δημοκρατία έχει την τάση έτσι να βλέπει τα πάντα πολιτικά, ταξινομημένα σε πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές, αγνοώντας έτσι, και παραβλέποντας τις ταξικές διαδικασίες που κρύβονται από πίσω. Η Δημοκρατία δίνει την μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στο κράτος, θεωρώντας αυτή τη διαδικασία αντίδοτο στην τάση για “ανισότητα” και εκμετάλλευση που παρουσιάζει η καπιταλιστική κοινωνία λόγω χρήματος, λόγω της ιδιωτικής πραγμάτωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι άνθρωποι στη δημοκρατία ζουν μια αφηρημένη ζωή, τη ζωή του πολίτη, η οποία παρέχει πρόσβαση στο κράτος, από την άλλη ζει πολύ συγκεκριμένη, τη ζωή του ιδιώτη, με συγκεκριμένη κοινωνική θέση και σκοπούς, με συγκεκριμένες δυναμικές. Αυτή είναι μία από τις βασικές της αντιφάσεις.

Ο Φασισμός από την άλλη είναι το αντίθετο της Δημοκρατίας. Δεν αναγνωρίζει τίποτα πέρα από τον ίδιο, λειτουργεί με απαγορεύσεις στις  ατομικές και συλλογικές πολιτικές ελευθερίες. Οι διαχωρισμοί γίνονται ακόμα πιο κάθετοι, (ο σεξισμός, ο ρατσισμός η υποτίμηση γενικά), πιο σκληροί, το κράτος γίνεται γενικός διαχειριστής των πάντων. Αντί για τον διάλογο και την συναίνεση, επικρατεί πλήρως η βία και η καταστολή και τα διάφορα κομμάτια του προλεταριάτου προσπαθούν να αλληλοϋποτιμηθούν σε μιά προσπάθεια να μην υποτιμηθούν πλήρως τα ίδια . Αλλά κυρίως- το κυριότερο χαρακτηριστικό του, είναι ότι το κράτος-όταν φασιστικοποιείται- παύει να είναι κάτι ανοιχτό. Οι μάζες, ο “λαός” παύουν να έχουν πρόσβαση σε αυτό, και οι αποφάσεις παίρνονται από μία πολύ περιορισμένη μερίδα της αστικής τάξης με σκοπό να κάνει ότι είναι αναγκαίο για να συνεχιστεί η διαδικασία συσσώρευσης. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι δικτατορίες και ο φασισμός δεν μπορούν να έχουν κοινωνική βάση, κάθε άλλο. Αυτό σημαίνει ότι πολύ απλά οι αποφάσεις σε πολιτικό επίπεδο, παίρνονται από μια πολύ περιορισμένη μερίδα με βάση την αναγκαιότητα της συσσώρευσης, αλλά κάλλιστα ένα μεγαλύτερο κομμάτι τις αστικής τάξης, μικροκεφαλαιοκράτες κτλ ακόμα και κομμάτια του προλεταριάτου, μπορεί να συναινούν στις πρακτικές αυτής της μερίδας, οι πρακτικές αυτές να το συμφέρουν, κτλ

Συνεπώς αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι το δημοκρατικό κράτος είναι ευπροσάρμοστο, διχάζει τη ζωή και τις κοινωνικές και ατομικές διαδικασίες σε δύο σφαίρες και διαρκώς καταφέρνει να επιλύει τις αντιφάσεις που παρουσιάζονται στην ιδιωτική σφαίρα της κοινωνίας με τελικό σκοπό να κρατήσει τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας γύρω από τη σχέση κεφάλαιο ανέπαφο. Η δημοκρατία είναι το διαρκές γιατρικό των συμπτωμάτων χωρίς να γίνεται ποτέ λόγος για την ασθένεια. Από την άλλη ο φασισμός, είτε σαν κοινωνική τάση είτε σαν κοινωνική τάση και κρατική μορφή είναι η πιο κάθετη ταξική οριοθέτηση, όταν πλέον οι αντικρουόμενες τάσεις στην κοινωνία των ιδιωτών είναι τόσο οξυμένες, που η δημοκρατική διαχείριση δεν μπορεί να τις επιλύσει. Που πλέον απειλούν την συνοχή του “όλου”. Ας μην γελιόμαστε όμως ποτέ, πίσω από όλα αυτά, από το πώς μας εμφανίζονται στις διάφορες αντικειμενικές πραγματικότητες που βιώνει ο καθ’ ένας μας ανάλογα την ταξική του θέση, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις έχουν να κάνουν με τον αντιφατικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, με το κόκκινο νήμα που συνδέει όλες της φετιχοποιημένες κατηγοριοποιήσεις μας-τις αντιφάσεις του νόμου της αξίας, του κεφαλαίου σαν κοινωνική σχέση.

Ο φασισμός στην Ελλάδα είναι ακόμα κοινωνική τάση και όχι συνολική κρατική επιλογή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει σχέση με το κράτος ή με κομμάτια του, αλλά δεν έχει προκύψει(ακόμα;) ως αναγκαία μορφή διαχείρισης της συσσώρευσης από το κράτος, καθώς δεν έχει φτάσει σε ανάλογα επίπεδα έντασης μια γενικευμένη ταξική σύγκρουση. Ένα κομμάτι της μικρής ιδιοκτησίας, των μικρών κεφαλαιοκρατών( οι οποίοι στην Ελλάδα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν ως και το 60% του πληθυσμού) αλλά και του προλεταριάτου( εμμένει ενσωματωμένο φετιχιστικά στο κεφάλαιο ως σανίδα σωτηρίας της αναπαραγωγής του) έχουν κάνει συνειδητή επιλογή προς τον φασισμό, ως προσπάθεια να διαχειριστούν την προλεταριοποίηση τους, να μετακυλήσουν την επικείμενη υποτίμηση τους σε άλλους, παράγοντας και αναπαράγοντας διαχωρισμούς. Αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση του φασισμού σαν κοινωνική τάση συμφέρει το κεφάλαιο, είναι παράγωγο/αντανακλαστικό ενός κομματιού της αστικής τάξης και ίσως οι πρακτικές του να συμφέρουν σε κάποιο βαθμό γενικότερα την αστική τάξη, να εγκαινιάζουν λογικές κτλ. Αντίθετα το επίσημο κράτος και η πολιτική του αν και βιώνεται ως έλλειμμα δημοκρατίας, κάτι τέτοιο είναι λάθος, έχουμε ακόμα δημοκρατία, έχουμε ακόμα εκλογές ο Σαμαράς-και η Χρυσή Αυγή- είναι εκλεγμένα κόμματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε καταστολή, βία κτλ, κάθε άλλο, όλα αυτά πότε δεν ήταν ξένα προς τη δημοκρατία. Όλοι αυτοί που τα ψήφισαν, τα ψήφισαν ως πραγματώσεις μιας λογικής που απαιτεί πιο δραστικά μέτρα για την συνέχεια της συσσώρευσης. Εδώ έρχεται όμως ένα μεγάλο ερώτημα; Τι είναι τελικά ο φασισμός; Παιδί ή εχθρός της δημοκρατίας;

Η Δημοκρατία είναι το λυμένο αίνιγμα κάθε συντάγματος όπως έλεγε ο Μάρξ.  Είναι μια μορφή διαχείρισης που αυτοαναγορεύεται σε περιεχόμενο. Ενώ αρχικός της σκοπός είναι αναγνώριση και η διαχείριση όλων των περιεχομένων, ΄όλων των τάσεων, γίνεται η ίδια περιεχόμενο, γίνεται δημοκρατικότητα. Έτσι η δημοκρατία είναι πάντα έτοιμη να δεχτεί τον φασισμό, ως κομμάτι της αλλιώς παύει να είναι δημοκρατία, αλλιώς ισχυρίζεται έστω και έμμεσα ότι “δεν είναι όλοι δεκτοί, αλλά μόνο κάποια περιεχόμενα” τότε όμως κινδυνεύει να στρέψει πάλι το ζήτημα σε ζήτημα θέσεων και όχι σε ζήτημα διαχείρισης απειλώντας έτσι την ίδια τη βάση της λογικής της. Ο φασισμός είναι κάτι ενάντιο στη δημοκρατία, αλλά είναι απαραίτητος για την συνέχιση της συσσώρευσης, άρα κατ’ επέκταση είναι και απαραίτητος στη δημοκρατία. Λειτουργεί σαν σύνολο πρακτικών που κάνουν τη βρώμικη δουλειά, καταστέλλουν, δολοφονούν, υποτιμούν, ενσωματώνουν και τελικά σαν δια μαγείας δικαιώνουν τη δημοκρατία και το δημοκρατικό κράτος, που εμφανίζεται σαν σωτήρας αφού έχει γίνει η βρώμικη δουλειά, αφού οι τόσο οξυμένες αντιθέσεις που δεν μπορούσε να διαχειριστεί η δημοκρατία έχουν λειανθεί από τον φασισμό. Ο βαθμός στον οποίο ο φασισμός αναπτύσσεται, το αν παραμένει απλά κοινωνικό ρεύμα ή αν γίνεται επίσημη κρατική μορφή, το αν οι πρακτικές του θα υιοθετηθούν από ένα μέρος της κοινωνίας και από το κράτος ή αν το κράτος θα γίνει πλήρως φασιστικό και θα κλείσει εντελώς τις πόρτες του στις “μάζες” έχει να κάνει με το βαθμό ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος και είναι κάτι που ως όριο δεν μπορεί να ιδωθεί τώρα. Είναι μια μορφή πολιτικής διαχείρισης που σκοπό έχει να συνθλίψει τις αντιφάσεις της κοινωνίας των ιδιωτών ακόμα και με κόστος για ενά μέρος του κεφαλαίου, με σκοπό να προστατέψει την σχέση. Όπως πολύ σωστά παρατηρεί και ο Λεφέβρ  “ Η πολιτική κοινωνία μερικές φορές συνθλίβει την καθημερινή ζωή, την πραγματική ζωή των συγκεκριμένων ατόμων[…] Το πολιτικό δράμα καταλήγει στην αναπόφευκτη λύση του, στην αποκατάσταση της θρησκείας, της ιδιοκτησίας και των συστατικών μερών της αστικής κοινωνίας- όπως ακριβώς ο πόλεμος καταλήγει σε ειρήνη”

Ο Φύσσας πέθανε από μαχαίρι φασίστα. Απ’ ότι φαίνεται αν και το γεγονός ήταν ένα τυχαίο γεγονός μέσα στο κύμα των εξελίξεων, ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης ενός φασίστα με έναν αντιφασίστα, ήταν -κάνοντας μια αφαίρεση- αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των αντικρουόμενων δυνάμεων που πυροδοτεί-και μετέχουν στην- η διαδικασία της αναδιάρθρωσης. Η πολιτική Σαμαρά και δικτύου 21 είναι ακριβώς αυτό. Είναι η πολιτική που ενσωματώνει τόσο την διαδικασία αναδιάρθρωσης, την δικαίωση της δημοκρατίας σαν αναγκαίας και φυσικής κατάστασης πραγμάτων και ταυτόχρονα την πολιτική των σκληρών διαχωρισμών, της υποτίμησης, της σκληρή καταστολή σε όσους αντιστέκονται. Είναι η χρυσή τομή.