Gregor Ashworth – Αστικές Ταραχές

paris_1871Αναδημοσίευση από το κομπρεσέρ

Απόσπασμα από το βιβλίο του Gregor Ashworth: War and the City, Routledge, 1991.

κατεβάστε το pdf  εδώ

βρείτε το πρωτότυπο εδώ

Η συλλογική διατάραξη της δημόσιας τάξης μέσω ταραχών και διαδηλώσεων δεν χρειάζεται να είναι αποκλειστικά αστική, παρόλο που ακόμα και η Εξέγερση των Χωρικών του 1381 αποκορυφώθηκε με μια πορεία στο Λονδίνο. Οι ίδιες οι συγκεντρώσεις του πληθυσμού, βέβαια, καθιστούν πιο πιθανό ένα αστικό περιβάλλον, επίσης η συμβολική σημασία πολλών αστικών τόπων, καθώς και η εγγύτητα με τις κυβερνήσεις, παρέχουν περισσότερες ευκαιρίες. Οι δημόσιες ταραχές δεν αποτελούν ένα σύγχρονο φαινόμενο, αν και οι σύγχρονες τεχνικές των τηλεπικοινωνιών μπορεί να τις καταστήσουν πιο αποτελεσματικές ως πολιτικές διαδηλώσεις και να εξαπλώσουν την είδηση αντίστοιχων συμβάντων σε άλλους πιθανούς ταραξίες, δημιουργώντας έτσι μια μιμητική ακολουθία. Οι αστικές ταραχές υπήρξαν αρκετά αναμενόμενο και συχνό φαινόμενο του αστικού σκηνικού, έτσι ώστε οι περισσότερες πόλεις να έχουν γνωστά σημεία συνάθροισης για την οργάνωση τέτοιων διαδηλώσεων, τα οποία εντοπίζονται σε χώρους όπως η πλατεία Trafalgar του Λονδίνου ή το «Malieveld» της Χάγης.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ νόμιμης και παράνομης διαδήλωσης είναι δύσκολο να τραβηχτεί, και είναι τόσο θέμα επικρατούσας παράδοσης και συμβιβασμού, όσο και του νόμου. Αντίστοιχη είναι και η διάκριση μεταξύ εγκλήματος (και ειδικά του εγκλήματος δρόμου) και ταραχής, άλλωστε πολλές από τις αμυντικές τακτικές που περιγράφηκαν προηγουμένως (ενν. σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου) έχουν την προέλευσή τους τόσο στον μακροχρόνιο φόβο του όχλου[1], που επιβίωσε σε σημαντικό βαθμό το δέκατο ένατο αιώνα σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις, όσο και στο φόβο ατομικών εγκληματικών πράξεων.

Παρομοίως, η σχέση μεταξύ αστικών ταραχών, αστικής τρομοκρατίας και αντάρτικης εξέγερσης είναι περίπλοκη. Πολλές συλλογικές αναταραχές δεν έχουν καθόλου πολιτικές συνέπειες. Ο Jarowitz (1969) διέκρινε τις «κοινοτικές» από τις «εμπορευματικές» ταραχές στη βάση όχι του κινήτρου, αλλά του στόχου τους, που στην πρώτη περίπτωση είναι μια εθνική ή κοινωνική ομάδα και στη δεύτερη η ιδιοκτησία. Σε αυτές θα μπορούσε να προστεθεί ο γενικευμένος χουλιγκανισμός –που σχετίστηκε συγκεκριμένα με τους ποδοσφαρικούς αγώνες στη δυτική Ευρώπη στα ‘80ς– κατά τον οποίο οι στόχοι φαίνεται να επιλέγονται τυχαία. Οι αναταραχές, εντός κάποιων σαφών ορίων, μπορεί ακόμα να είναι ανεκτές. Για παράδειγμα, και σήμερα και στο παρελθόν, πολλές κοινωνίες έχουν ορίσει χρόνους αποδεκτής «οχλοκρατίας» ή «καρναβαλιού». Ωστόσο, πολλές ταραχές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητες και ακαθοδήγητες εκρήξεις οργής και απογοήτευσης για πραγματικές ή φανταστικές αδικίες.

Σε αυτό που ονομάστηκε το «μακρύ θερμό καλοκαίρι» των μέσων της δεκαετίας του ’60, όπου οι κάτοικοι των μαύρων γκέτο των αμερικανικών πόλεων προσέφυγαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εμπρησμούς, οι υποκείμενες αδικίες μπορεί να είχαν μια λογική, στα χρόνια των διακρίσεων ή της εγκατάλειψης, αλλά η επιλογή του χρόνου και των πόλεων φαινόταν να είναι απρόβλεπτη και ανοργάνωτη (Βutton 1978). Παρομοίως, η μελέτη του Georges (1978) για τις ταραχές του Newark το 1975, βρήκε δύσκολο να συσχετίσει την επιλογή του χρόνου ή της τοποθεσίας με συγκεκριμένες αδικίες. Σε μια λεπτομερή ανάλυση αυτού που ο Lewis (1976) ισχυρίζεται πως είναι μια συνεχής, 200-ετής παράδοση βίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταλήγει πως το πιο σημαντικό γεωγραφικό χαρακτηριστικό είναι απλά το πληθυσμιακό μέγεθος των πόλεων. Κατά τη διάρκεια της περιόδου του μεγαλύτερου ενδιαφέροντος των μέσων μαζικής ενημέρωσης (1964-8), το 80 τοις εκατό όλων των καταστροφών επί της ιδιοκτησίας και το 60 τοις εκατό όλων των τραυματισμών συνέβησαν σε μόνο πέντε πόλεις (Λος Άντζελες, Newark, Ντιτρόιτ, Ουάσιγκτον και Σικάγο). Οι πολύ λιγότερο σοβαρές αλλά από μερικές απόψεις παρόμοιες αναταραχές στις βρετανικές πόλεις το 1981 και το 1983 αποδείχθηκαν ξανά δύσκολο να προβλεφθούν ή να εξηγηθούν με βάση κοινωνικά, οικονομικά ή χαρακτηριστικά μεγέθους των σχετικών πόλεων (Peach 1985).

Μαζικές διαδηλώσεις που οργανώνονται για πολιτικούς σκοπούς, η επιδίωξη των οποίων είναι να αντιπαρατεθούν με τις αρχές μέσω πράξεων συλλογικής παραβίασης του νόμου, έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια ένα αποδεκτό, θεμιτό κομμάτι της πολιτικής σκηνής, ακόμα και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Η εμπειρία, μάλιστα, του annusmirabilis το 1989 στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη αποδεικνύει πως ίσως έχουν γίνει μια αναγκαία προπαρασκευή για την εγκαθίδρυση μιας τέτοιας δημοκρατίας. Επιπρόσθετα, η μαζική αστική ταραχή μπορεί να αποτελεί μέρος ενός πιο εκτεταμένου φάσματος στασιαστικών δραστηριοτήτων: για παράδειγμα, κάλυψη για τρομοκρατικές και αντάρτικες δολοφονικές πράξεις, ή μέρος της προπαγάνδας και της προετοιμασίας για μια επανάσταση πλήρους κλίμακας –αφού οι αδικίες δημοσιοποιούνται, προκαλείται υπερβολική αντίδραση των δυνάμεων ασφαλείας που αυξάνει την αδικία, και στρατολογούνται πιθανοί ακτιβιστές για τα επόμενα στάδια. Οι αναταραχές μεγάλης κλίμακας το 1986/87 του μαύρου πληθυσμού των Νοτιοαφρικανικών πόλων, και η παλαιστινιακή «εξέγερση» από το 1987 (Intifada) στις πόλεις της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας (παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις η λογοκρισία το έκανε δύσκολο να εξακριβωθεί), φαίνεται να είναι παραδείγματα ενός τέτοιου μίγματος λαϊκού αυθορμητισμού και πολιτικής ενορχήστρωσης, του οποίου ο σκοπός είναι να εδραιώσει τη νομιμότητα ενός αντάρτικου οργανισμού στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Μια τέτοια εδραίωση μπορεί να προκύψει σαν αποτέλεσμα των δράσεων των δυνάμεων ασφαλείας σε μια υπάρχουσα ταραχή. Το 1990 μέχρι και 20.000 σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων χρειάστηκε να μπουν δια της βίας στην κεντρική περιοχή του Baku, το οποίο είχε ήδη οχυρωθεί με οδοφράγματα από αντάρτες, ώστε να προστατεύσουν κυβερνητικά, κομματικά κτίρια και τον σιδηροδρομικό σταθμό του Subunchinsky. Οι απώλειες που ακολούθησαν ήταν αρκετές για να νομιμοποιήσουν τις αυτονομιστικές τάσεις του Αζερμπαϊτζάν.

Οι αντιδράσεις των αρχών στις ταραχές ή, μακροπρόθεσμα, στον φόβο της πιθανότητας ταραχών, ήταν κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους της αστικής ιστορίας είτε να οχυρώνουν θέσεις μέσα στην πόλη (η «λύση του κάστρου»[2]) είτε να απομακρύνονται από την πόλη, ή από μέρη της όπου οι δράσεις του όχλου ήταν πιο εξαπλωμένες (η «λύση των Βερσαλλιών»). Η πρώτη επιλογή υιοθετήθηκε από τους Νορμανδούς κατακτητές της Αγγλίας του ενδέκατου αιώνα, όπου το κάστρο στο ανάχωμά σχεδιάστηκε για να προστατέψει τη νέα κυβέρνηση από τους υπάρχοντες κατοίκους και να τους υποτάξει εκφοβίζοντας τους, παρά να τους προστατέψει από εξωτερική επίθεση. Για μεγάλο μέρος του Μεσαίωνα, μια τέτοια χρήση του κάστρου ήταν τόσο ο κανόνας όσο και η εξαίρεση. Ο Πύργος του Λονδίνου, η Βαστίλη του Παρισιού, το Vredenburg της Ουτρέχτης, και πολλά άλλα κάστρα, πρόσφεραν καταφύγιο στην αστική[3] κυβέρνηση από τους εξοργισμένους πολίτες, των οποίων η ανομία αφηνόταν να σβήσει στο εξωτερικό της πόλης.

Το πόσο τρωτές ήταν οι εθνικές κυβερνήσεις, ή ακόμα και οι αυτοκρατορικες, στην περίπτωση της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, μπροστά στον αστικό όχλο της πρωτεύουσας –του οποίου οι απαιτήσεις έπρεπε να κατευναστούν σε βάρος εθνικών πολιτικών– ήταν ένα επιχείρημα που προέτρεπε τη μετακίνηση των ανακτόρων και του κυβερνητικού μηχανισμού ώστε να μην είναι φυσικά προσιτά, στην πιο ειρηνική ύπαιθρο, έξω από την πόλη. Οι Βερσαλλίες του Bourbon του δέκατου έβδομου αιώνα ήταν μόνο μια νεότερη και μεγαλύτερης κλίμακας εκδοχή του αγγλικού Westminster που προηγήθηκε κατά 600 χρόνια. Στην ακραία της μορφή, αυτή η επιλογή ήταν ένας καθόλου ασήμαντος παράγοντας για τη δημιουργία νέων κυβερνητικών πόλεων που ιδρύονταν πέρα από την ενοχλητική επιρροή της μητρόπολης. Η Χάγη ήταν ένας τόπος διαφυγής μακριά από τον αναβρασμό των ολλανδικών πόλεων, των οποίων ο όχλος είχε ήδη δολοφονήσει την κυβέρνηση του Witt˙ Η Ουάσιγκτον μετακινήθηκε από τη Φιλαδέλφεια και τη Βοστόνη των οποίων οι ανυπότακτοι πολίτες είχαν ήδη καθοδηγήσει μια επιτυχημένη επανάσταση˙ και, στις πιο σύγχρονες εποχές, η ίδρυση πόλεων όπως η Μπραζίλια και το Ισλαμαμπάντ, έχει πολλά περισσότερα κοινά πέρα από την απλόχωρη και επιβλητική αρχιτεκτονική, με τις Βερσαλλίες του δέκατου έβδομου αιώνα.

Στην πιο μικρή κλίμακα, έχει γίνει από καιρό κατανοητό ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ των στοιχείων του πλέγματος των δρόμων και των οικοδομικών τετραγώνων, και της αποτελεσματικής ανάπτυξης των στρατιωτικών μέσων των δυνάμεων ασφαλείας, αν και αυτή η σχέση μπορεί να είναι υπεραπλουστευμένη. Είναι αλήθεια ότι οι στενοί, ακανόνιστοι δρόμοι και χώροι, στερούν από τις δυνάμεις ασφαλείας κάποια από τα εγγενή τους πλεονεκτήματα –ειδικά την ικανότητά τους να ελίσσονται και να παρατάσσουν τις μονάδες τους ασκώντας τη μεγαλύτερη δύναμη πυρός στα κρίσιμα σημεία. Μια τέτοια αστική μορφολογία είναι, σε στρατιωτικούς όρους, μια τυπική «κλειστή χώρα[4]», κάνοντας λιγότερο αποτελεσματική τη χρήση κινητών δυνάμεων (είτε του ιππικού ή των τανκς, είτε τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού). Στα πεδία πυρός γίνοναι περικοπές λόγω των κτιρίων, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα του πυροβολικού, και αυξάνοντας την εξάρτηση από όπλα μικρής εμβέλειας και πυκνής τάξης, όπου το συγκριτικό μειονέκτημα των πολιτών είναι πιθανό να είναι ελάχιστο.

Παρόλα αυτά, πολλά από αυτά τα μειονεκτήματα ισχύουν και για τους ταραχοποιούς -οι οποίοι αν πρόκειται να εκμεταλλευτούν το αριθμητικό τους μέγεθος, έχουν την ίδια ανάγκη για ανοιχτό χώρο και ευρείες γραμμές κίνησης. Επιπλέον, η ψυχολογία του όχλου απαιτεί την οπτική παρουσία μιας κρίσιμης μάζας συμμετεχόντων ώστε να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα ενός ασταμάτητου κύματος διαμαρτυρίας το οποίο θα συντρίψει την αντίδραση. Η Πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου μπορεί να υπήρξε ιδανικός, ανοιχτός και συμβολικός χώρος για μαζική αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης, αλλά ήταν εξίσου ιδανική το 1989 για εκκαθάριση μέσω των στρατιωτικών δυνάμεων.

Οι συνήθεις τακτικές της αστυνομίας –γνωστές ως «τεχνική του κοπαδιού[5]» σύμφωνα με τον Methvin (1970)– είναι, κατά σειρά προτεραιότητας: να αποκλείει ευάλωτες περιοχές˙ να περιορίζει τις ταραχές εντός συγκεκριμένων περιοχών της πόλης˙ και τρίτο, να εισδύει στην περιοχή των ταραχών και να διασκορπίζει τους ταραχοποιούς. Η λεπτομερής αστική μορφολογία παίζει ένα σημαντικό ρόλο και στα τρία στάδια. Το σώμα των ταραχοποιών και των διαδηλωτών διασπάται διώχνοντάς τους διά της βίας από τους ανοιχτούς χώρους των πλατειών και των λεωφόρων, διοχετεύοντάς τους σε στενότερους δρόμους και σοκάκια. Αυτό μπορεί να επιχειρηθεί είτε με το σωματικό σπρώξιμο από μεγάλο αριθμό άοπλων αστυνομικών, όπως στη Βρετανία (όπως περιγράφηκε με λεπτομέρεια από τον Deanne-Drummond (1975:108), είτε καταφεύγοντας σε χρήση βλημάτων εναντίον προσωπικού[6]. Είναι σημαντικό και στις δύο περιπτώσεις, ότι η διάταξη των δρόμων όχι μόνο επιτρέπει τη διαφυγή αλλά είναι και ακριβώς τέτοιου είδους «κλειστή χώρα» της οποίας η μορφολογία από μόνη της χωρίζει τους ταραχοποιούς σε μικρότερες πιο διαχειρίσιμες ομάδες, των οποίων η ορμή θα χαθεί από τη διασπορά. Πολλές από τις περιπτώσεις στις οποίες τέτοιες τακτικές αποτυγχάνουν, και καταλήγουν είτε σε κατάρρευση των δυνάμεων ασφαλείας είτε σε υπερβολική αντίδραση «αστυνομικών ταραχών» μπορούν να σχετιστούν με αποτυχίες στο σωστό χειρισμό της μορφολογικής διάταξης: για παράδειγμα, οδηγώντας τους ταραχοποιούς σε μια περιοχή από την οποία δεν μπορούν να διαφύγουν –η περίπτωση «καζάνι που σκάει» (Methvin 1970).

Το εγχειρίδιο του επανασχεδιασμού μιας πόλης με σκοπό να καταστεί περισσότερο ασφαλής σε ενδεχόμενη αστική ταραχή, είναι έργο του Βαρόνου Haussmann, διοικητή του Παρισιού κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία με τη βοήθεια του Παρισινού όχλου, και για το λόγο αυτό, εκτιμούσε τη σημασία του. Τα οδοφράγματα είχαν ανεγερθεί το λιγότερο οχτώ φορές ανάμεσα στο 1827 και το 1849 στους δρόμους του Παρισιού. Οι νέες φαρδιές λεωφόροι, όπως η Rue de Rivoli, Boulevard Sevastopol και Boulevard Voltaire, οι οποίες διανοίχτηκαν μέσα σε κάποιες από τις εναπομείνασες πυκνοκατοικημένες συνοικίες της εργατικής τάξης εντός των τειχών, βελτίωσαν δραματικά την προσβασιμότητα και τα πεδία πυρός. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης μπορούσε τώρα να έρθει υπό έλεγχο «με το φύσημα ενός κανονιού[7]», όπως είχε δείξει πρώτος ο Ναπολέοντας το 1974. Τέτοιες λεωφόροι μέσα στην καρδιά της πόλης συχνά συνδέονταν με νέους στρατώνες (όπως την Caserne Vitrine στη Rue de la Republique) ώστε να διευκολυνθέί η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνάμεων μέσα στις περιοχές της εργατικής τάξης. Η διπλή ειρωνεία ήταν ότι, πρώτον, αυτά τα προληπτικά μέτρα, τα οποία σκόπευαν να αποτρέψουν έναν αστικό ξεσηκωμό, πάρθηκαν αμέσως πριν την, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πιο σοβαρή εξέγερση σε μεγάλη πρωτεύουσα (την Παρισινή Κομμούνα του 1871), και δεύτερον, ότι η κατεδάφιση και η μεταστέγαση που χρειάστηκε για να δημιουργηθούν αυτές οι προφυλάξεις πρέπει να συνέβαλλαν σημαντικά στην αίσθηση αδικίας η οποία πυροδότησε την ίδια την εξέγερση την οποία είχαν σχεδιαστεί να εμποδίσουν.

Οι πολεοδομικές ιδέες που μπήκαν σε εφαρμογή από τον Haussmann στο Παρίσι είχαν πολυάριθμους μιμητές στις επαρχιακές γαλλικές πόλεις στο τρίτο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα (Sutcliffe 1970). Ήταν μοντέρνες αντιλήψεις για το πώς μια «σύγχρονη» πόλη έπρεπε να σχεδιάζεται, παρά συνειδητές προσπάθειες να δημιουργηθεί μια αστική μορφολογία ανθεκτική στις ταραχές, και τα όποια πλεονεκτήματα ασφάλειας θεωρούνταν ευπρόσδεκτα ως τυχαίες παρενέργειες. Σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ εύκολο να συνδεθούν τέτοιες εξελίξεις με μια ξεχωριστή πόλη και έναν ξεχωριστό εμπνευστή. Όπως εξακρίβωθηκε για κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ένα σημαντικό κίνητρο για το ξαναχτίσιμο της πόλης μετά το 1850 ήταν «να απομακρυνθούν οι χώροι που ενθάρρυναν την πολιτική αναταραχή» (Hall 1986:28). Μια γενιά νωρίτερα, οι ανοικοδομημένες περιφερειακές λεωφόροι της Βιέννης των Αψβούργων βοήθησαν στην καταστολή των αναταραχών στους δρόμους του 1848-49 (μέσω ενός συνδυασμού κανονικού πυροβολικού και ιππικού) αφότου είχαν φτάσει κοντά στην ανατροπή μιας αυτοκρατορικής δυναστείας. Οι πρώτες προτάσεις για την «περιφερειακή» ζώνη ήταν να αφεθεί ακάλυπτη σαν «cordonesanitaire[8]» ανάμεσα στις κυβερνώσες και τις κυβερνώμενες τάξεις. Το σχέδιο που υιοθετήθηκε τελικά, περιλάμβανε κάποιους νέους στρατώνες, ιδιαιτέρως το Franz Josef Kaserne, για τη στέγαση μιας «δύναμης ταχείας αντίδρασης» που θα χρησιμοποιούνταν στα προάστια της εργατικής τάξης. Παρόμοια ανάπτυξη ενός νέου συστήματος δρόμων, μαζί με την κατασκευή στρατώνων για τις στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσαν να αναπτυχθούν κατά μήκος τους, διαπιστώθηκε σε πόλεις τόσο διαφορετικές όπως η Βαρκελώνη και η Στοκχόλμη (Hall 1986).

Εκατό ακόμη χρόνια νωρίτερα, το μπαρόκ residenzstadte[9] μιας σειράς από Γερμανούς κυρίαρχους βασιλιάδες, πρίγκιπες, δούκες και επισκόπους είχε αναδομήσει τις μεσαιωνικές τους πρωτεύουσες με πομπώδεις οδούς, κεντρικές πλατείες και ροτόντες, και μια αυστηρή, γεωμετρική διάταξη των δρόμων (Mumford 1961). Θα ήταν παρατραβηγμένο να εισηγηθούμε πως τέτοιες προσπάθειες πήγασαν πλήρως, ή έστω κυρίως, από τον φόβο των ηγεμόνων του ασταθούς όχλου που κατέκλυζε τους μεσαιωνικούς δρόμους και τα σοκάκια της παλιάς πόλης. Μια επιθυμία για αρχιτεκτονική επίδειξη και για δημόσια εκδήλωση των συμβόλων της εξουσίας, ήταν ισχυρότερα κίνητρα από τη δημιουργία πεδίων πυρός για το πυροβολικό ή χώρου για τους ελιγμούς της τακτικής βασιλικής φρουράς. Στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο ακόμα και να συσχετιστούν αυτές οι μορφές σχεδιασμού με ένα πολιτικό ολοκληρωτισμό ο οποίος ενθαρρύνει τη λαϊκή ανταρσία, όταν σχεδιασμένες πόλεις από την Ουάσιγκτον ως την Canberra έτειναν να υιοθετούν τέτοια στυλ ως τα πιο κατάλληλα για την κυβέρνηση.

Είναι επίσης ωφέλιμο να θυμόμαστε, σαν ένα αντιστάθμισμα σε μια υπερ-ντετερμινιστική άποψη της σχέσης του αστικού σχεδιασμού και του επιτυχημένου ελέγχου των ταραχών, ότι μερικές από τις πιο επιρρεπείς σε ταραχές πόλεις της Ευρώπης έχουν τα ίδια τα χαρακτηριστικά που ευνοούν έναν τέτοιο έλεγχο. Η Βαρκελώνη, η πόλη της οποίας η φήμη για διαδοχικές πολιτικές ταραχές, στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα, ήταν τέτοια που οι αρχές είχαν αριθμήσει τις πέτρες της πλακόστρωσης ώστε να αντικαθίστανται εύκολα μετά από κάθε κακομεταχείρισή τους ως δομικά υλικά για οδοφράγματα, είχε ξαναχτιστεί με το σχέδιο αραιού καννάβου του Cerda. Ομοίως, ένας αμερόληπτος αντάρτης που ψάχνει για μια κατάλληλη αστική διάταξη για μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις συμβατικές δυνάμεις, θα τοποθετούσε το St. Petersburg πολύ χαμηλά στη λίστα προτίμησης πόλεων. Μια και όχι μόνο κυριαρχείται από φαρδιές λεωφόρους, αλλά επίσης, τα περάσματα του ποταμού του ελέγχονται εύκολα από έναν περιορισμένο αριθμό γεφυρών, κάποιες από τις οποίες ήταν στην πραγματικότητα κινητές. Το γεγονός ότι διαδοχικές κυβερνήσεις ανατράπηκαν με τη βοήθεια ακριβώς τέτοιας μαζικής ανταρσίας το 1917, αλλά αντιστάθηκαν επιτυχώς στην ίδια πόλη το 1905 και το 1920, δείχνει πως η χωρική διάρθρωση είναι μόνο ένας ενισχυτικός παράγοντας –δευτερεύουσας σημασίας όταν συγκρίνεται με το επίπεδο της ικανότητας και της αποφασιστικότητας των δυνάμεων ασφαλείας και αυτών που τις ελέγχουν.


[1] ΣτΜ. Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον «όχλο του Λονδίνου» και τον «φόβο του όχλου» στο άρθρο των JOHN REES και LINDSEY GERMAN, Η Σύντομη Ιστορία των Εξεγέρσεων του Λονδίνου στο blog του //Παραλληλογράφου//: http://parallhlografos.wordpress.com/η-σύντομη-ιστορία-των-εξεγέρσεων-του-λ/

[2] ΣτΜ.Citadel στο πρωτότυπο. Με την έννοια της οχυρωματικής θέσης που δεσπόζει μέσα σε μια πόλη, μιας ακρόπολης-οχυρού.

[3]  ΣτΜ. Urban στο πρωτότυπο.

[4] ΣτΜ. Close country στο πρωτότυπο: στη στρατιωτική ορολογία σημαίνει μια πυκνόφυτη περιοχή γεμάτη θάμνους, από το Charles James, A New and Enlarged Military Dictionary, London, 1802.

[5] ΣτΜ. Herding sheep technique στο πρωτότυπο: η τεχνική της βόσκησης προβάτων αν μεταφραστεί κυριολεκτικά.

[6] ΣτΜ. Στη στρατιωτική ορολογία είναι τα βλήματα (οτιδήποτε εκτοξεύεται δηλαδή) που χρησιμοποιείται ενάντια σε ανθρώπους (και όχι κτίρια για παράδειγμα).

[7] ΣτΜ. «Α whiff of grapeshot» στο πρωτότυπο: έκφραση που σχετίζεται με το Ναπολέοντα ο οποίος σε μια μάχη στις 5 Οκτωβρίου του 1795 (και όχι το 1974) κατάφερε να διαλύσει έναν όχλο που υπερασπιζόταν το βασιλιά «με τον πυροβολισμό ενός κανονιού». Grapeshot είναι ένα παλιό είδος πυρομαχικού για κανόνια το οποίο όμως λειτουργεί με διασπορά, κάνει περίπου την ίδια δουλειά που κάνει το βλήμα της καραμπίνας με τα σκάγια, αλλά σε κλίμακα κανονιού.

[8] ΣτΜ. Υγειονομική ζώνη, γαλλική έκφραση για τη ζώνη που εκκενώνεται γύρω από μια περιοχή που έχει τεθεί σε καραντίνα

[9] ΣτΜ. Πόλη-κατοικία ενός βασιλιά ή μιας δυναστείας. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η Απαγορευμένη Πόλη στο Πεκίνο.

Βιβλιογραφία

Jarowitz, M. (1969) ‘Patterns of collective racial violence’, in H.D.Graham and T.R.

Gunn (eds) Violence in America: Historical and Comparative Perspectives, New York: Bantam.

Button, J.W. (1978) Black Violence: The Political Importance of the 1960’s Riots, Princeton, N.J.: Princeton University Press.

Georges, D.E. (1978) Geography of Crime and Violence: A Spatial and Ecological Perspective, Research papers 78.1, Albany: State University of New York.

Lewis, G.M. (1976) ‘Geographical aspects of race-related violence in the United States’, in J.Wreford Watson and T.O’Riordan (eds) The American Environment: Perceptions and Policies, New York.

Peach, C. (1985) ‘Immigrants and the 1981 urban riots in Britain’, in P.E.White and B.van der Knaap (eds) Contemporary Studies in Migration, Norwich: Geobooks.

Methuin, E.H. (1970) The Riot Makers, New Rochelle, N.Y.: Burlington House.

Deane-Drummond, A. (1975) Riot Control, London: Thornton Cox.

Sutcliffe, A. (1970) The Autumn of Central Paris: The Defeat of Town Planning, London: Edward Arnold.

Hall, T. (1986) Planting Europaischer Hauptstadte, Stockholm: Almquist & Wiksell.

Mumford, L. (1961) The City in History, Harmonsworth: Penguin Books.

Μαϊντάν-Σύνταγμα χωρίς αντι-ιμπεριαλιστικό εισιτήριο

012414_ANR_Ukraine_640

Αναδημοσίευση από το μπλόγκ communisation

Συνειδητή σιωπή και εξίσου συνειδητός θόρυβος· να η αντιστοιχία των ταραχών στη Βοσνία και της ανατροπής του καθεστώτος Γιανουκόβιτς στην Ουκρανία στην πολιτική φιλολογία της αριστεράς. Ό,τι δε χωράει στο αντιιμπεριαλιστικό καλούπι της θεωρίας προορίζεται για θάψιμο χωρίς πολλά-πολλά. Το κόμμα και οι οπαδοί του να είναι καλά και τα υπόλοιπα ας πετιούνται στο καλάθι της ιστορίας ως «περιθωριακά συμβάντα»…Παρακάτω κατατίθενται κάποιες σκέψεις με μορφή σημειώσεων πάνω στα γεγονότα στην Ουκρανία από μια μη αντιιμπεριαλιστική σκοπιά που αναγνωρίζει την αυτάρκεια των κινημάτων που ξεσπάνε, φυσικά όχι πάντα προς την κατεύθυνση που εμείς θα επιθυμούσαμε. Γιατί η ιστορία των μέχρι σήμερα κοινωνιών παραμένει η ιστορία της πάλης των τάξεων όσο κι αν πρεσβευτές ξένων χωρών περνούν από το Μαϊντάν για δηλώσουν τη συμπόνια του χασάπη για τα πρόβατα που πρόκειται να σφαχτούν.

Από τη σκοπιά της ακρίβειας όσων πρόκειται να ειπωθούν, δηλαδή από τη σκοπιά του «ιστορικού», θα ήταν σκοπιμότερο να περιμένουμε. Για να μπορέσουν να γίνουν γνωστά πράγματα που αφορούν το κίνημα των περασμένων μηνών και παραμένουν σε εμάς άγνωστα, να αναδυθούν πιθανώς εξελίξεις που προς το παρόν παραμένουν υπόγειες και να προσδώσουν στα μέχρι τώρα τετελεσμένα άλλο νόημα. Δεν είμαστε όμως «επιστήμονες» ούτε επιδιώξαμε ποτέ κάτι τέτοιο. Η προοπτική της ένοπλης αντιπαράθεσης στην Κριμαία –και η σοβαρή πιθανότητα ενταφιασμού του κοινωνικού ζητήματος κάτω από την ταφόπλακα της εθνικής ενότητας ενόψει ενός πολέμου μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας– μας ωθεί να αναβάλλουμε για αργότερα το σχέδιο μιας πιο ολοκληρωμένης καταγραφής του κινήματος στην Ουκρανία και να καταγράψουμε όσα μέχρι τώρα σημεία προλάβαμε να εκτιμήσουμε[1] ότι χρήζουν προσοχής από μια κινηματική προοπτική.

 

автономна 1

Από θεωρητικής πλευράς, οι αναφορές των θεωριών που έχουμε κληρονομήσει από τη δεκαετία του ’70 όσον αφορά τον ρόλο του κράτους και τη σχέση του με την κοινωνία των πολιτών είναι μάλλον περιορισμένες. Αυτή η περιορισμένη θεωρητική αναφορά στο κράτος δεν είναι αυτονόητη και σε γενικές γραμμές αποτελεί ευθεία συνέπεια του προηγούμενου κύκλου αγώνων που σχετίζονταν είτε με την (κριτική ενίοτε) αποδοχή των σοσιαλιστικών κρατών είτε με την ανάδειξη του εργοστασίου ως κεντρικού άξονα περιστροφής των κοινωνικών σχέσεων. Είναι σαφές ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και ολοκληρώθηκαν τα κοινωνικά θεμέλια αυτού του κύκλου αγώνων, μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού, προγραμμάτων δομικής προσαρμογής κλπ. Ή, με μια άλλη ορολογία, πραγματικής υπαγωγής της εργασίας και της ζωής γενικότερα στο κεφάλαιο. Αν πράγματι η πραγματικότητα της ταξικής πάλης θεωρείται σημαντική για την ίδια την παραγωγή της θεωρίας, τότε αν μη τι άλλο ο κύκλος αγώνων που φαίνεται να ξεκίνησε με την αραβική άνοιξη[2] και θέτει το κράτος στο επίκεντρο της σύγκρουσης οφείλει να βρει την αντανάκλαση που του αντιστοιχεί στο επίπεδο της θεωρίας. Και συνακόλουθα της έμπρακτης αντιπαράθεσης.

автономна 2

Θα μπορούσε η ανατροπή του καθεστώτος στην Ουκρανία να χαρακτηριστεί «πραξικόπημα»; Για εμάς είναι σαφές ότι αυτό που έριξε το καθεστώς Γιανουκόβιτς ήταν οι αντιδράσεις ενάντια στην κρατική καταστολή[3] που ξεκίνησε αρχικά μετά την πρώτη εκκένωση του Μαϊντάν τη νύχτα της 30ης Νοεμβρίου και κυρίως μετά τις 16 Ιανουαρίου, οπότε και ψηφίστηκαν οι νόμοι ενάντια στις διαδηλώσεις. Σε αυτή τη χρονική στιγμή λαμβάνει χώρα μια ποσοτική και ποιοτική διαφοροποίηση στο εσωτερικό του κινήματος παρόλο που το (μικρό) κομμάτι του κόσμου, που πριν είχε εκφράσει συγκεκριμένες διεκδικήσεις σε σχέση με την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, παραμένει εκεί και συναντάει τους περισσότερους που κατεβαίνουν στον δρόμο μετά. Και είναι ακριβώς αυτή η δυναμική του κινήματος που εμποδίζει αφενός την ειδική αστυνομία να το διαλύσει και αφετέρου τον στρατό να παρέμβει[4]· όσο κι αν οι ουκρανικές σημαίες ήταν έντονα παρούσες δίνοντας στο διαταξικό Μαϊντάν την αύρα «κινήματος εθνικής σωτηρίας», το αιματοκύλισμα των κινητοποιήσεων[5] δικαίως θεωρήθηκε εμφυλιοπολεμική πράξη. Παράλληλα, πρέπει να σκεφτούμε τι είδους λαϊκή στήριξη (δεν) είχε η «δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση» που έπεσε, η οποία μόνο στην αρχή οργάνωσε αντιδιαδήλωση μερικών εκατοντάδων στο Μαϊντάν –όταν ο κόσμος εκεί δεν ξεπερνούσε τις μερικές χιλιάδες, κυρίως μέλη της μεσαίας τάξης που διαδήλωναν υπέρ της ΕΕ– και στη συνέχεια κατέφευγε στους πληρωμένους μπράβους και στην ειδική αστυνομία. Ούτε καν στην «κανονική» αστυνομία. Πώς θα μπορούσαν να κρατηθούν μετά από αλλεπάλληλες επιθέσεις της ειδικής αστυνομίας τα μόνιμα οδοφράγματα που στήθηκαν από τις αρχές Δεκεμβρίου, οι κατασκηνώσεις μέσα και γύρω από το Μαϊντάν, οι καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων αν δεν υπήρχε ευρεία αποδοχή από την πλειοψηφία του πληθυσμού;

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά του κινήματος που είναι τα πιο ενδιαφέροντα από ανατρεπτική σκοπιά. Δεν παύουν όμως να είναι και προϊόντα μιας αφαιρετικής περιγραφής που αν δε συλλάβει τη συγκεκριμένη δυναμική των κινητοποιήσεων, κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό της και να υποτιμήσει τις εσωτερικές διαδικασίες και την  κατάληξή τους.

 

автономна 3

Ο Ντωβέ, στο Quand meurent les insurrections[6], κάνει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την άνοδο του φασισμού την περίοδο του μεσοπολέμου:

«Ποια είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί η ενότητα αυτή σε χώρες –όπως η Ιταλία και η Γερμανία –όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης».

«Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού».

Υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, όμως το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι καπιταλιστικές σχέσεις έχει σαφώς μεταβληθεί. Πράγματι, η Ουκρανία ήταν η χώρα από τις 29 πρώην σοσιαλιστικές που επλήγη περισσότερο από την κρίση: ο πληθωρισμός έφτασε 22% το 2008, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος ήταν στα όρια του 60%. Τον επόμενο χρόνο, το ΑΕΠ της Ουκρανίας μειώθηκε κατά 14% ενώ ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Επίσης, η χώρα έγινε δανείστηκε πολύ από το ΔΝΤ, μιας και οι τιμές των πρώτων υλών, με τις οποίες προμηθεύει η Ουκρανία την παγκόσμια αγορά, δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν σε κάποιο ικανοποιητικό επίπεδο. Σε καθαρά οικονομικό επίπεδο, λοιπόν, υπήρχε έντονη αστάθεια λόγω της φύσης της ουκρανικής οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η εσωτερική υποτίμηση δεν προχώρησε χωρίς παλινδρομήσεις μιας και είχαμε αυξήσεις του βασικού μισθού χωρίς μείωση των κρατικών ενισχύσεων σε βασικές παροχές. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η εργατική τάξη έχει μια μη αμελητέα διαπραγματευτική ισχύ.

Η κρίση, κυρίως, και όχι τόσο η σχετικά πρόσφατη κατασκευή του ουκρανικού κράτους ως προσάρτηση ανομοιογενών εδαφών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέτμησε την αστική τάξη της χώρας σε αντιπαρατιθέμενα γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε με τη δύση και την ΕΕ, είτε με τη Ρωσία. Αυτό και μόνο το γεγονός, ότι το ουκρανικό κράτος δεν μπορούσε να εκπληρώσει μια από τις βασικές λειτουργίες του, δηλαδή να μπορεί να εμφανιστεί ως συλλογικός καπιταλιστής, είναι το βασικό στοιχείο της κρίσης του ως κράτος. Είτε με την Ευρασιατική Ένωση της Ρωσίας είτε με την ΕΕ, ποιος και πώς θα επιβάλει τα απαραίτητα διαρθρωτικά μέτρα;

Από τη στιγμή όμως που το θέμα τίθεται έτσι, δηλαδή ως κρίση-του-κράτους-σε-σχέση-με-τη-νεοφιλελεύθερη-αναδιάρθρωση, δεν μπορούμε να μιλάμε για αναβίωση του «φασιστικού φαινομένου». Πώς θα μπορούσε να σταθεί ένα φασιστικό κράτος από μόνο του, ακόμα κι αν θεμελιωνόταν σε ένα αμιγώς φασιστικό κίνημα από τα κάτω; Επιπλέον, τότε, ακόμα και μετά το τσάκισμα των προλεταριακών εξεγέρσεων που προηγήθηκαν, η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της αναγνωρίστηκαν ως τέτοια και γι’ αυτό υπήρχε η ανάγκη να ενσωματωθούν στα πλαίσια ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος που ήταν και ο φασισμός και ο ναζισμός. Κάτι τέτοιο σήμερα είναι αδιανόητο στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης που περνάει ακριβώς από τη διάλυση της εργατικής τάξης ως συλλογικά αναγνωρισμένου υποκειμένου. Αυτή η βασική διάσταση της σύγχρονης αναδιάρθρωσης είναι που θα εμποδίσει τους όποιους νοσταλγούς του Χίτλερ, του Μουσολίνι, του Μπαντέρα ή όποιου άλλου καθάρματος να γίνουν κάτι παραπάνω από μπάτσοι και σεκιουριτάδες, λακέδες δηλαδή των αφεντικών.

автономна 4

Για την κατανόηση των εξελίξεων στην Ουκρανία, έχει μεγάλη σημασία να απαντηθεί το ερώτημα γιατί πριν και κατά τη διάρκεια του Μαϊντάν δεν υπάρχουν εργατικές κινητοποιήσεις. Όσο κι αν έχει υποχωρήσει το εργατικό κίνημα, αυτό προσπάθησε να εμφανιστεί λίγο-πολύ σε όλες τις περιπτώσεις αυτού του κύκλου αγώνων μέχρι τώρα, με ποιο έντονη τη συμβολή του στη βοσνιακή εκδοχή. Και αυτό όχι τυχαία. Αν δεχτούμε ότι το εργατικό κίνημα υπερασπίζεται όχι μόνο τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, αλλά και γενικότερα τον (δημοκρατικό) πλουραλισμό, την ελευθερία της έκφρασης κ.α. τότε αποκτά αυξημένη βαρύτητα η παρατήρηση των ουκρανών συντρόφων ότι αυτή σοβιετική κληρονομιά έχει διαβρωθεί εδώ και πολύ καιρό στην Ουκρανία από τον εθνικιστικό λόγο, ότι η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών είχε συρρικνωθεί πολύ εκεί και ότι οι φιλελεύθεροι δημοκράτες ήταν πολύ περιορισμένης εμβέλειας. Με άλλα λόγια, το εργατικό κίνημα είχε «υποτιμηθεί» πολύ από μια ορισμένη πλευρά, τη «δημοκρατική/πλουραλιστική» του πλευρά: δεν είχε πλέον το «δικαίωμα» να εκφράζεται ως τέτοιο, όπως και άλλες ομάδες «δικαιωμάτων» (γυναίκες, gay, κλπ) μιας και κάτι τέτοιο εναντιωνόταν στην εθνική ενότητα. Last but not least, δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι σε μια ευρεία κινητοποίηση που εξελίσσεται σε πρώην σοσιαλιστικό περιβάλλον, όπου το ίδιο το κράτος ήταν εκφραστής και εγγυητής των εργατικών συμφερόντων, όπου το εκεί Κομμουνιστικό Κόμμα ψήφισε τα κατασταλτικά μέτρα της 16ης Ιανουαρίου και όπου ο αντικομμουνισμός είναι συνώνυμος της ανατρεπτικής ιδεολογίας, δε θα μπορούσαν να μην γκρεμίζονται μαζικά τα αγάλματα του Λένιν.

 

 

автономна 5

Υπάρχει ουσιαστική συσχέτιση μεταξύ της αδυναμίας να εκφραστεί οργανωμένη εργατική διεκδίκηση και στην έκφραση αγανάκτησης απέναντι στη «διαφθορά»; Οι τελευταίες μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ουκρανία καταγράφονται στη δεκαετία του ’90[7]. Η εξατομίκευση των συμφερόντων και η παράλληλη ιδιωτικοποίηση των αναπαραστάσεων για τον κόσμο βρίσκει την αντανάκλασή της, σύμφωνα με μια σωστή παρατήρηση, στην ιδιωτικοποίηση των λειτουργιών του κράτους· τον κορπορατισμό και τον προσοδισμό, με τον πρώτο να έχει σαφώς υποχωρήσει από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και μετά ελέω προσπαθειών ιδιωτικοποίησης. Η «διαφθορά» γίνεται αναγκαστικά τόσο ορατή, όσο φοράς τα κατάλληλα γυαλιά. Όπως και να ’χει πάντως, στο άμεσο background των κινητοποιήσεων χρειάζεται οπωσδήποτε να καταγραφούν τόσο οι κινητοποιήσεις ενάντια στον βιασμό της Iryna Krashkova το καλοκαίρι του 2013 και τον φόνο της Oksana Makar την άνοιξη του 2012· όσο βέβαια και των κινητοποιήσεων της «πορτοκαλί επανάστασης» αλλά και αυτών με γενικό μότο Εγέρσου Ουκρανία! που διοργανώθηκαν από τα κόμματα UDAR, Svoboda, Πανουκρανική ένωση “Πατρίδα” ενάντια στην κυβέρνηση Γιανουκόβιτς που ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2013 με προοπτική να κλείσουν έναν δίμηνο κύκλο και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ…

автономна 6

Η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι φτιαγμένη για να ενοποιεί κάτω από ένα πρόγραμμα ή μια συλλογική ταυτότητα, αλλά για να διαχωρίζει. Οι ακροδεξιοί στην Ουκρανία, και όχι τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, είναι αυτοί που κατόρθωσαν να απευθυνθούν σε όλες τις τάξεις, από τον άνεργο μέχρι τον μεγιστάνα, και να θέσουν τις βάσεις για την πολιτική ενοποίηση της χώρας μέσα από τον δυναμισμό τους στον δρόμο. Όπου, πρέπει να υπενθυμιστεί αυτό, δεν υπήρχε κανένας μα κανένας άλλος[8]. Τι είδους δυναμικές μειοψηφίες χρειάζονται, λοιπόν, για να σπρώξουν καθεστώτα με μικρή όπως αποδεικνύεται κοινωνική βάση και άρα σχετικά διαλυμένες κοινωνίες πολιτών προς μια κατεύθυνση; Σίγουρα πάντως όχι πολύ μεγάλες σε μέγεθος και αυτό μάλλον ενθαρρύνει τις διαθέσεις των φίλων των «δυναμικών μειοψηφιών» και των «πρωτοποριών». Στο χρονικό διάστημα μετά τις 16 Γενάρη κρίθηκε ίσως η έκβαση του κινήματος στην Ουκρανία με την εξής έννοια: όλοι και όλες που ήθελαν να κατέβουν στον δρόμο έπρεπε αναγκαστικά να είναι στο Μαϊντάν. Η αντιδραστική προσήλωση στο κράτος ως τον ύψιστο θεσμό εξουσίας από τον οποίο θα προέλθει η «αλλαγή» έβρισκε το σύστοιχό της στον δρόμο: μόνο στο Μαϊντάν είχε νόημα να είναι κανείς, εννοημένου ως κέντρο των εξελίξεων. Αν οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία άλλων κέντρων αγώνα δεν καθυστερούσαν τόσο, αν υπήρχε διαφορετικός κόσμος να τις πλαισιώσει με αποτέλεσμα την έγκαιρη και φυγόκεντρη διάχυση των κινηματικών πρακτικών, πιθανόν οι εξελίξεις να ήταν διαφορετικές. Αλλά η ιστορία δε γράφεται με υποθέσεις.

автономна 7

Από τη στιγμή που επικράτησε με μαζικούς όρους η αυστηρή στρατιωτική δομή στα οδοφράγματα, και ο απαρέγκλιτος σεβασμός στα κυβερνητικά κτίρια που κατελήφθησαν αλλά δεν καταστράφηκαν ούτε συμβολικά, τα πράγματα είχαν κριθεί όσον αφορά τον όποιο χειραφετητικό χαρακτήρα του κινήματος. Αυτό δε συνέβη σε καμία από τις προηγούμενες περιπτώσεις του σύγχρονου «ανοιξιάτικου» κύκλου αγώνων, παρά το γεγονός ότι ουκρανοί σύντροφοι παραλληλίζουν το Svoboda με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο. Πολλές από τις πρακτικές αυτού του κύκλου αγώνων, καθώς και η αδιαμφισβήτητη μαχητικότητα του κόσμου ο οποίος συνιστά τον φορέα τους, συνέβαλαν στην ανάδειξη της, εγγενούς σε κάθε κίνημα, κρατικής πτυχής και άρα στην κρατικοποίηση/φασιστικοποίηση του κινήματος και μετέτρεψαν από νωρίς τη σύγκρουση σε μάχη μεταξύ δυο στρατών[9]. Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και το γεγονός ότι στα οδοφράγματα συμμετείχαν και πολλοί βετεράνοι του Αφγανιστάν και γενικότερα άνθρωποι έμπειροι σε πολεμικά μέτωπα.  Στο Μαϊντάν αποδείχτηκε ότι ο αυστηρός καταμερισμός εργασίας και η άτεγκτη ιεραρχία εντός ενός κινήματος δεν έχει να προσφέρει τίποτα το απελευθερωτικό και μετατρέπει το κίνημα σε μιλιταριστικό όχημα. Ο Γιανουκόβιτς συνειδητοποίησε τη δύναμη πυρός των παρευρισκομένων στο Μαϊντάν μόνο μετά την τελευταία αποτυχημένη εκκένωση της πλατείας και τους 342 τραυματίες μπάτσους, η οποία και έριξε τον κύβο εναντίον του. 

автономна 8

Σύμφωνα με ουκρανούς συντρόφους, η προέλευση του ονόματος του Δεξιού Τομέα είναι χωροταξική· αυτοί που χτυπούσαν αριστερούς και gay μαζευόντουσαν κάποια στιγμή κάπου δεξιά στο Μαϊντάν. Κάτι σαν την Πάνω Πλατεία του Συντάγματος, σαν να λέμε… Μετά και τα γεγονότα στην Ουκρανία, όσα έλαβαν χώρα τον Μάιο-Ιούνιο του 2011 στην Αθήνα αποκτούν ίσως μια πιο ξεκάθαρη ιστορική διάσταση: αφενός, όσον αφορά την άκρα δεξιά, η οποία βγαίνοντας για πρώτη φορά στον δρόμο μετά από δεκαετίες, κατόρθωσε να συγκροτηθεί στη συνέχεια ως ένα αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο· αφετέρου, τι θα σήμαινε στην πράξη το «να μείνουμε εδώ [στην Πλατεία Συντάγματος] μέχρι να φύγουν όλοι» και κατά συνέπεια το Μεγάλο Οδόφραγμα ως χωνευτήρι της ταξικής πάλης. Αν και το πρώτο προτσές άργησε να γίνει αντιληπτό –και στη συνέχεια αντιμετωπίστηκε αποπροσανατολιστικά ως «φασιστική απειλή για τη δημοκρατία» πάνω και πέρα από την οργανική διασύνδεσή του με τις σύγχρονες ανάγκες της, καπιταλιστικότατης, διαχείρισης και υποτίμησης του πεισματικά πολυεθνικού προλεταριάτου– η δεύτερη αναπαράσταση δεν είχε δείξει μέχρι τώρα το αδιέξοδό της ως ένοπλη ανατρεπτική διαδικασία. Ή φαντασίωση αν προτιμάτε[10].

автономна 9

Μένει να φανεί για πόσο χρονικό διάστημα μετά την επικράτηση της αντιπολίτευσης θα μπορέσουν οι ταξικές αντιθέσεις στην Ουκρανία να παραμείνουν θαμμένες. Το παρελθόν της «πορτοκαλί επανάστασης» πάντως δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το πράσινο φως για τη ρώσικη εισβολή στην Κριμαία εξυπηρετεί καθαρά τον στόχο εθνικής καθήλωσης του προλεταριάτου και στις δυο πλευρές των συνόρων. Γι’ αυτό και η άποψη του Ντωβέ ότι

«Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, αν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μια και μόνη λειτουργία, την οποία διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός από τον άλλο δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλο όταν του χρειαστεί… Δεν υπάρχει πολιτική «επιλογή» την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν».

 όσο ορθή κι αν είναι από πλευράς προτάγματος, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές εργαλείο κατανόησης της παρούσας συγκυρίας, γιατί ακριβώς απομακρύνει από το πεδίο της ανάλυσης αυτό που θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο: το πώς οι προσδοκίες του προλεταριάτου, αλλά και άλλων κοινωνικών κομματιών, για επίλυση του κοινωνικού ζητήματος διαπλέκονται με τη σύγχρονη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η οποία εμφανίζεται ακριβώς ως ανάγκη για περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες. Πρόκειται για μια ιστορική διαδικασία απαίτησης για αναγνώρισης δικαιωμάτων και εκδημοκρατισμό που είναι σύμφυτη με την ανάδυση του εργατικού κινήματος ήδη από τις απαρχές του και σταδιακά διευρύνθηκε μέσα στον χρόνο για να αφορά τις γυναίκες, τις μειονότητες κ.α. Και στην τρέχουσα φάση της, ολόκληρους κοινωνικούς σχηματισμούς με τις αντιφάσεις τους. Σίγουρα δεν πρόκειται για επαναστατικές διαδικασίες, μέχρις στιγμής όμως έχουν δημιουργηθεί κοινωνικές δυναμικές πολύ σημαντικές για να μπορέσουμε να τις παρακάμψουμε, θεωρητικά και πρακτικά.

автономна 10

Ας κρατήσουμε πάντως το δεδομένο ότι σε όλες τις «ανοιξιάτικες» χώρες το ποσοστό μετανάστευσης είναι χαμηλό και αντίστοιχα η εργατική τάξη εκεί είναι σε γενικές γραμμές εθνικά ομογενοποιημένη με αποτέλεσμα να έχει ιδιαίτερη σημασία το πώς εξελίσσεται εκεί ένας εμφύλιος πόλεμος σε σύγχρονο περιβάλλον. Που ίσως δε θα μοιάζει με κάτι αντίστοιχο σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου το ποσοστό μεταναστών εργατών είναι μη αμελητέο. Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε και κατά πόσο η επικράτηση της εθνικής ρητορείας θα μπορέσει να επιβληθεί σε βάθος χρόνου και στις κεντρικές, από πλευράς συσσώρευσης κεφαλαίου, καπιταλιστικές χώρες, αν και εφόσον φτάσει εκεί η «άνοιξη».

 A.

 

 


[1] Τα όποια προσωρινά συμπεράσματά μας στηρίζονται κατά βάση σε υλικό που έχει ανέβει στο μπλογκ και κυρίως στη συνέντευξη με έναν επαναστάτη συνδικαλιστή και στην αυτό-συνέντευξη ενός σοσιαλιστή που ταξίδεψε στην Ουκρανία.

[2] Η κατανόηση αυτού του κύκλου θα παρέμενε ελλιπής αν αφεθούν απέξω οι εξεγέρσεις  των τελευταίων χρόνων στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, τη Σουηδία κ.α. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου και μόνο, ας μείνουμε στις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα χοντρικά στην περίμετρο της ΕΕ (από την Τυνησία μέχρι την Ουκρανία μέσω της αραβικής χερσονήσου) και οποίες εξελίχθηκαν διαφορετικά έτσι κι αλλιώς.

[3] Ενώ δεν πρέπει να υποτιμάται και το γεγονός ότι στις κυριακάτικες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου συμμετέχουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι με φιλοευρωπαϊκές προσδοκίες.

[4] Άλλωστε πώς είναι δυνατόν να μιλάει κανείς για πραξικόπημα αφενός χωρίς συμμετοχή του στρατού και αφετέρου με τη συνεργασία της αστυνομίας τουλάχιστον στο Κίεβο, η οποία τις πρώτες μέρες μετά την πτώση του Γιανουκόβιτς έκανε κοινές περιπολίες με ομάδες αυτοάμυνας από το Μαϊντάν.

[5] Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 50% των ουκρανών ερωτηθέντων δε συμφωνούσε με τα αιτήματα του Μαϊντάν, όταν αυτό είχε εμφανιστεί αρχικά. Στην πορεία αυτό προφανώς άλλαξε, αφού άλλαξαν και τα αιτήματα. Οι τελευταίες αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην ανατολική Ουκρανία δείχνουν επιπλέον ότι η διαίρεση του ουκρανικού πληθυσμού σε σχέση με το ίδιο το Μαϊντάν δε συνέπιπτε με τη γεωγραφική διαίρεση της χώρας σε υποτιθέμενο ανατολικό και δυτικό μπλοκ επιρροής.

[6] Ελληνική μετάφραση από το πρακτορείο Rioters: Ζυλ Ντωβέ, Όταν πεθαίνουν οι εξεγέρσεις.

[7] Δες το ενδιαφέρον άρθρο του Mihai Varga με τίτλο Political involvement in industrial conflict in Ukraine during the world economic crisis, 2008-2010 από την ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.emecon.eu/current-issue/varga/.

[8] Μια ματιά στο παρακάτω λινκ ίσως πείσει και τους τελευταίους για το τι σήμαινε αντιφασιστική διαδήλωση στο Μαϊντάν τον Μάιο του 2013 (σύμφωνα και με το υπουργείο εσωτερικών): http://mvs.gov.ua/mvs/control/main/uk/publish/article/847481;jsessionid=EB0282F68A58815D0EA3856C0685EFEC.

 

[9] Ας υπενθυμίσουμε ότι, κατά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ο αρχηγός των ομάδων αυτοάμυνας στο Μαϊντάν Andriy Parubiy διορίστηκε επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας και Εθνικής Άμυνας με τον αρχηγό του Δεξιού Τομέα Dmytro Yarosh να διορίζεται αναπληρωτής του. Η εν λόγω επιτροπή επιβλέπει τη λειτουργία του υπουργείου άμυνας, των μυστικών υπηρεσιών, των ένοπλων δυνάμεων κ.α. Επίσης, κυβερνητική θέση κατέλαβε, μεταξύ άλλων, γιατρός που επέβλεπε την παροχή ιατροφαρμακευτικής βοήθειας σε τραυματίες του Μαϊντάν. Περισσότερες πληροφορίες για το νέο υπουργικό συμβούλιο και τα μπουμπούκια που μαζεύτηκαν εκεί στο λινκ http://www.globalresearch.ca/ukraine-transition-government-neo-nazis-in-control-of-armed-forces-national-security-economy-justice-and-education/5371539. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι στο λινκ http://peopleandnature.wordpress.com/2014/03/02/ukrainians-russians-and-europeans-against-putins-war/ φτάνουν αναφορές ότι γνωστοί ουκρανοί καπιταλιστές, «ολιγάρχες», διορίζονται απευθείας κυβερνήτες πόλεων ή/και περιφερειών.

[10] Οι εξελίξεις στην Ουκρανία δείχνουν πάντως και τι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε εδώ στην Ελλάδα, αν τυχόν η χώρα έφευγε/απομακρυνόταν από τη ζώνη του ευρώ. Ευτυχώς, οι αριστεροί πατριώτες μας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως…