Xenoscapes – Zero Space (Original Mix)

Μερικές φορές οι μακροσκελής περιγραφές και τα ενθουσιώδη επίθετα δεν έχουν να προσφέρουν και πολλά πράγματα. Πραγματικό dark minimal techno από τον Xenoscapes κατάλληλο για ένα κρύο φθινοπωρινό βράδυ στις παρυφές της μητρόπολης, ανάμεσα σε γερασμένα δέντρα και μισογκρεμισμένους τοίχους… σερβίρεται και σε θερμοκρασία δωματίου με μηδενικό φως και φεγγάρι στο παράθυρο, παρουσία ουσιών κατα βάση παράνομων…

Διαχειριστική συνέλευση του radio98fm – Ραδιοζώνες Ανατρεπτικής Έκφρασης

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013 στις 17:00 στο Πολυτεχνείο (κτήριο Γκίνη)

syneleusi

Αναβολή εκπομπής 07/11 – 2013

xeiropedes-ert-

Η εκπομπή αναβάλλεται, θα τα πούμε στην Αγία Παρασκεύη στις 4 το μεσημέρι… συνεχείς πληροφόρηση στο ertopen

Αλληλεγγύη στον σύντροφο Θ. Σίψα διωκόμενο για το τραγικό γεγονός στην τράπεζα Μαρφιν

solidarity

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΘΟΔΩΡΗ ΣΙΨΑ,

ΔΙΩΚΟΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΡΦΙΝ ΤΗΝ 5η ΜΑΗ 2010

H ΣΚΕΥΩΡΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

Στις 5/5/2010, ημέρα ψήφισης του πρώτου μνημονίου και αμέσως μετά την προσφυγή της χώρας στην τρόικα και την ανακοίνωση των πρώτων «μέτρων», κηρύσσεται γενική απεργία και σχεδόν μισό εκατομμύριο κόσμου διαδηλώνει στους δρόμους, με άγριες διαθέσεις προσπαθώντας να προσεγγίσει τη βουλή. Η μαχητικότητα του κόσμου είναι τέτοια που διαφαίνεται η πιθανότητα το πλήθος να εισβάλλει ακόμα και μέσα στο κοινοβούλιο. Ξεσπούν συγκρούσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και τις δυνάμεις καταστολής με τις δεύτερες να φαίνονται ανήμπορες να ανακόψουν την ορμή του κόσμου. Λίγες ώρες αργότερα διαδίδεται η είδηση ότι στην τράπεζα της Μαρφίν στην οδό Σταδίου, 3 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους λόγω πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο σημείο. Με την επιβεβαίωση του συμβάντος ο κόσμος παγώνει και η οργή μετατρέπεται σε απογοήτευση και θλίψη σημαίνοντας  και το τέλος αυτής της πολλά υποσχόμενης διαδήλωσης.

Στις 29/4/2011, επετειακά της 5ης Μάη, προσάγονται με χολιγουντιανό τρόπο 4 άτομα εκ των οποίων τρεις σύντροφοι και καλούνται να καταθέσουν ως ύποπτοι για τον εμπρησμό της τράπεζας Μαρφίν, ενώ γίνονται έλεγχοι στα σπίτια τους από όπου κατάσχονται ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Και ενώ από την πρώτη στιγμή τα μ.μ.ε. μιλούν για συλλήψεις και στοχοποιούν τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο, τα «στοιχεία» που διαθέτει στα χέρια της η ελληνική αστυνομία είναι ένα ανυπόγραφο και ασύντακτο σημείωμα που αναφέρει όλα τα προσωπικά στοιχεία των προσαχθέντων (ονόματα, τηλέφωνα, πινακίδες οχημάτων, διευθύνσεις κατοικιών), κατονομάζοντάς τους ως τους υπεύθυνους του εμπρησμού της τράπεζας και κατά συνέπεια του θανάτου των τριών εργαζομένων και της απόπειρας ανθρωποκτονίας των υπολοίπων που βρίσκονταν εκεί. Το άλλο υποτιθέμενο στοιχείο είναι κάποιες φωτογραφίες από κάμερες, οι οποίες όμως δεν εμφανίζουν κάποιον από τους προσαχθέντες να έχει σχέση με τον εμπρησμό της τράπεζας. Μετά την κατάθεσή τους αφήνονται ελεύθεροι και τα «στοιχεία» μαζί με τις καταθέσεις στέλνονται στον εισαγγελέα, ο οποίος όμως δεν μπορεί να τεκμηριώσει καμία κατηγορία και επιστρέφει το φάκελο πίσω στην αστυνομία και η όλη υπόθεση φαίνεται να οδεύει προς το αρχείο.

Στις 5/5/2013 και πάλι επετειακά και χωρίς να έχει προκύψει κανένα στοιχείο, ο ανακριτής αποφασίζει να αποδώσει κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα στο σύντροφο Θοδωρή Σίψα για την υπόθεση της τράπεζας Μαρφίν και σε ένα ακόμα άτομο από τους 4 για την υπόθεση του βιβλιοπωλείου Ιανός. Για τους  άλλους δύο συντρόφους δεν προχωράει καμία διωκτική διαδικασία. Στην απολογία του, τον Μάιο του 2013, ο σύντροφος καταθέτει αυτό που δηλώνει από την αρχή: «Από τη δικογραφία αποδεικνύεται περίτρανα, μέσα από καταθέσεις μαρτύρων, φωτογραφικό υλικό και βίντεο από κάμερες, ότι δεν έχω ουδεμία σχέση με καμία επίθεση σε κανένα χρονικό σημείο εκείνης της μέρας στο κέντρο της Αθήνας.» Αφού περάσει από τον ανακριτή, αφήνεται ελεύθερος με περιοριστικούς όρους (χαρακτηριστικός όρος η απαγόρευση συμμετοχής του σε μελλοντικές διαδηλώσεις). Στις 9 Δεκεμβρίου, ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσής του, ο σύντροφος Θοδωρής Σίψας θα κληθεί να αποδείξει ότι δεν είναι ούτε σούπερμαν ούτε ελέφαντας.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 δολοφονείται στο Κερατσίνι ο Παύλος Φύσσας από τον Γ. Ρουπακιά και άλλους χρυσαυγίτες με την παρουσία αστυνομικών ΔΙΑΣ. Ο Ρουπακιάς συλλαμβάνεται αφού υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που δεν μπορούν να αποσιωπηθούν. Αφού λοιπόν το κράτος δε μπορεί να αποκρύψει αυτή τη δολοφονία, όπως έχει κάνει με τόσες άλλες, επιδιώκει να την εκμεταλλευτεί, φορώντας αντιφασιστικό προσωπείο. Το επικοινωνιακό παιχνίδι αρχίζει με τις συλλήψεις των ενίοτε συνεργατών του, δηλαδή με τα στελέχη της Χρυσής Αυγής και σε  πλήρη σύμπνοια με τα μ.μ.ε. φέρνουν ξανά στην επικαιρότητα την θεωρία των δύο άκρων. Και ενώ η ατζέντα του κράτους ήταν και είναι η ίδια φασιστική ατζέντα που προωθούν παρέα με τη Χ.Α. (εργασιακός μεσαίωνας, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων, διαπόμπευση οροθετικών γυναικών, μηδενική ανοχή απέναντι σε κάθε εστία αντίστασης), πάντα με την πλήρη στήριξη των μ.μ.ε., τώρα αποζητούν όλοι να ξεπλυθούν στην αντιφασιστική κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όλοι αυτοί λοιπόν, που άνοιξαν τις αγκάλες τους και προώθησαν τη φασιστική ιδεολογία τώρα βαφτίζονται αντιφασίστες. Από το MEGA του Μπόμπολα, κυρίου μετόχου της ΕΛΛΑΣ GOLD που με τη βία προσπαθεί να επιβάλει την εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική, βαφτίζοντας τους κατοίκους που αγωνίζονται τρομοκράτες, μέχρι το Πρώτο Θέμα του Αναστασιάδη (συνεργάτη του Ρέστη και του Πάλλη) που διαφήμιζε και προωθούσε το «κοινωνικό έργο» της Χ.Α. Όλοι αυτοί δήθεν αποτροπιασμένοι από τη φασιστική δολοφονία και δήθεν ξαφνιασμένοι από τη δράση των φασιστικών ταγμάτων εφόδου, τώρα επιδιώκουν να παίξουν το ρόλο του μοναδικού εγγυητή της κοινωνικής ομαλότητας σκοπεύοντας στη διατήρηση και ενίσχυση της εξουσίας τους, ταυτίζοντας τη «βία των άκρων».

Ελάχιστες μέρες μετά τη δολοφονία του Φύσσα οι εξουσιαστές ανασύρουν και πάλι την υπόθεση του εμπρησμού της τράπεζας της Μαρφίν σε μια προσπάθεια εξίσωσης των δύο γεγονότων. Στο πρόσωπο του συντρόφου Θοδωρή και κατά συνέπεια στο πρόσωπο του κάθε αναρχικού/ αντιεξουσιαστή βρίσκεται το άλλο άκρο της βίας που πρέπει κι αυτό να παταχθεί. Δίχως ίχνος σεβασμού, ούτε στη μνήμη των νεκρών, ούτε στο πένθος των συγγενών τους, πλασάρουν μια εξόφθαλμη κρατική σκευωρία και ξεκινούν ένα ακόμα μηντιακό κυνήγι μαγισσών. Δεν είναι τυχαίο το δημοσίευμα της φυλλάδας του Χατζηνικολάου Real News, στο οποίο δημοσιοποιούνται τα προσωπικά στοιχεία του συντρόφου μέσω του παραπεμπτικού βουλεύματος του εισαγγελέα, παρουσιάζοντάς τον ως εκ των προτέρων ένοχο πριν καλά καλά οριστεί η δίκη, δημιουργώντας έτσι κλίμα εναντίον του.

Εμείς από την πλευρά μας ως αναρχικοί/αντιεξουσιαστές δεν θα καταδικάσουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Γιατί δεν αποδεχόμαστε κανένα συμψηφισμό ανάμεσα στην κοινωνική, ταξική αντιβία με τη βία της αστυνομίας, τη βία των αφεντικών στους χώρους εργασίας, τη βία των φασιστών ενάντια στους μετανάστες και όσους δεν ταιριάζουν στο «άριο» όραμά τους. Δεν αποδεχόμαστε την εξίσωση της βίας των από πάνω με αυτή των καταπιεσμένων. Στην έκφραση της κοινωνικής αντιβίας στο δρόμο είναι αυτονόητα αρχή μας ότι αυτή στρέφεται ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό. Η λογική της αδιάκριτης απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής είναι ξένη προς εμάς. Ποτέ δεν οικειοποιηθήκαμε τους όρους της «παράπλευρης  απώλειας» ή της «κακιάς στιγμής» ως αναρχικοί. Αυτά είναι τα άλλοθι του κράτους και των αφεντικών προκειμένου να δικαιολογήσουν τις δολοφονίες των μηχανισμών καταστολής, των δολοφονιών στα εργασιακά κάτεργα και τις φασιστικές επιθέσεις. Αυτός είναι ο σάπιος κόσμος της εκμετάλλευσης και της βαρβαρότητας, που προσπαθούμε να καταστρέψουμε και πάνω στα συντρίμμια του να δημιουρ-γήσουμε έναν κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας.

Δεν περιμένουμε το πόρισμα κανενός αστικού δικαστηρίου για να μας πείσει ότι ο σύντροφός μας είναι αθώος. Αν ψάχνουν για ανθρωποκτόνους ας κοιταχτούν στον καθρέφτη.

Εμείς οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του Θοδωρή θα παραμείνουμε αλληλέγγυοι δίπλα του ως το τέλος αυτής της δίωξης, ώσπου να καταρρεύσει και αυτή η σκευωρία. Δηλώνουμε προς κάθε κατεύθυνση πως δεν θα γίνουμε αποδιοπομπαίοι τράγοι στο θέατρο του παραλόγου όσων συνειδητά τσαλαπατούν ανθρώπους και αγώνες.

Συνέλευση Αλληλεγγύης για τον σύντροφο Θοδωρή Σίψα

Οι διανοούμενοι του Μουσολίνι

Δεκαπέντε στους χίλιους διακόσιους: Τόσοι ήταν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές που αρνήθηκαν να δώσουν τον «ανανεωμένο» όρκο πίστεως, όχι πια μόνο «στο Σύνταγμα και τον Βασιλιά», αλλά και «στο φασιστικό καθεστώς» (28 Αυγούστου 1931). «Ένα τοις χιλίοις», όπως έγραψε μια εφημερίδα της εποχής

mussolinisironi

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη, αναδημοσίευση απο το Red Notebook

Έπρεπε να περάσουν σχεδόν εβδομήντα χρόνια για να γραφτεί μια επιστημονική μελέτη γι΄ αυτό το αποσιωπημένο ζήτημα.[1] Κι όμως, οι δεκαπέντε δεν ήταν «ανατρεπτικά» ή «ταραχοποιά» στοιχεία, οι περισσότεροι δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καν αριστεροί – οι λιγοστοί φιλοκομμουνιστές ακαδημαϊκοί ακολούθησαν τη συμβουλή του Τολιάτι και ορκίστηκαν, με το σκεπτικό ότι, διατηρώντας την έδρα τους, θα μπορούσαν να «εκτελέσουν μια εξαιρετικά χρήσιμη αποστολή για το κόμμα και την υπόθεση του αντιφασισμού». Δεν άκουσαν τη συμβουλή «μείνετε για να διδάσκετε το πνεύμα της ελευθερίας», του «μεγάλου αστέρα» του φιλελεύθερου αντιφασισμού Μπενεντέτο Κρότσε, του ανθρώπου που είχε δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στον Μουσολίνι, λίγα χρόνια πριν, θεωρώντας ότι ο φασισμός είναι ένα «αναγκαίο φάρμακο» για την ιταλική κοινωνία, η οποία «θα το κατάπινε, θα γιατρευόταν κι ύστερα θα το απέβαλλε από τον οργανισμό της». Δεν υπάκουσαν ούτε στα κελεύσματα του Βατικανού – ο πάπας Πίος ΧΙ είχε σκαρφιστεί, για την περίσταση, το τέχνασμα της «εσωτερικευμένης και σιωπηρής αντίρρησης».

Καλό θα ήταν να τους κατονομάσω: ήταν τρεις καθηγητές της Νομικής (Φραντζέσκο και Εντοάρντο Ρουφίνι, Φάμπιο Λουτζάτο), ένας καθηγητής σημιτικών, εβραϊκών και αραβικών γλωσσών (Τζόρτζο Λέβι Ντελλα Βίντα), ένας ιστορικός της αρχαιότητας (Γκαετάνο Ντε Σάνκτις), ένας θεολόγος (Ερνέστο Μποναγιούτι), ένας μαθηματικός (Βίτο Βολτέρρα), ένας καθηγητής χειρουργικής (Μπάρτολο Νιγκριζόλι), ένας ανθρωπολόγος (Μάρκο Καρράρα), ένας ιστορικός της τέχνης (Λιονέλλο Βεντούρι), ένας χημικός (Τζόρτζο Ερρέρα), ένας καθηγητής φιλοσοφίας (Πιέρο Μαρτινέττι). Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί ο Τζουζέπε Αντόνιο Μποργκέζε, καθηγητής της Αισθητικής, που βρισκόταν στις ΗΠΑ και προτίμησε να μην επιστρέψει ποτέ στην Ιταλία, ο Ερρίκο Πρεσούτι, καθηγητής της Νομικής, που ήταν ήδη κατάκοιτος, καθώς κι ο Πιέρρο Σράφφα, ο οποίος βρισκόταν στο Κέιμπριτζ.

«Ούτε ένας καθηγητής σύγχρονης ιστορίας, ούτε ένας καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας, κανείς απ΄ όσους, στο παρελθόν, υπερηφανευόταν ότι είναι σοσιαλιστής δεν θυσίασε τον μισθό του για τα ιδανικά για τα οποία κόμπαζε κατά τις μέρες της ευμάρειας», έγραψε αργότερα, από την εξορία, ο ιστορικός Γκαετάνο Σαλβεμίνι – ο καλύτερος μαθητής του οποίου, ο Κάρλο Ροσέλι, έμελλε να δολοφονηθεί σε γαλλικό έδαφος, έξι χρόνια μετά, κατ’ εντολήν του Μουσολίνι. Αντίθετα, πίστη στο καθεστώς ορκίστηκαν πολλοί κορυφαίοι αντιφασίστες. Άλλοι διότι θεώρησαν ότι ο πόλεμος εναντίον του φασισμού θα δινόταν καλύτερα «εκ των έσω», άλλοι ισχυριζόμενοι ότι η «έδρα είναι ο τελευταίος προμαχώνας τους», κι άλλοι για πιο ταπεινούς λόγους. Για παράδειγμα, ο Τζουζέπε Λομπάρντο Ραντίτσε, «με την πυκνή γενειάδα του μουσκεμένη από τα δάκρυα», εξομολογήθηκε στον Ντε Σάνκτις: «Ντροπιάζω όλο μου το έργο, ως συγγραφέας και στοχαστής, αλλά δεν μπορώ να πετάξω στο δρόμο τα παιδιά μου». Ο Αρτούρο Κάρλο Γέμολο θα δηλώσει, σαράντα χρόνια μετά, ότι ο φόβος της πείνας ήταν ισχυρότερος από εκείνον του πολέμου. Ο Τζουζέπε Λέβι, πατέρας της Νατάλια Γκίντζμπουργκ, πιέστηκε από τους μαθητές του, «επειδή θα έχαναν τον δάσκαλό τους και την καριέρα τους».

Οι επιπτώσεις της πράξης δεν ήταν ασήμαντες: απόλυση, συνοδευόμενη από μια ελάχιστη σύνταξη, απαγορεύσεις, περιορισμοί, αστυνομική παρακολούθηση. Αλλά, κυρίως, κοινωνική απομόνωση. Παρόλα όσα γράφτηκαν αργότερα, ούτε ο όρκος πίστης, ούτε η εγγραφή στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα ήταν μια «τυπικότητα». Σε ένα ανέκδοτο σημείωμα προς τον Μουσολίνι (5 Ιανουαρίου 1929), ο φιλόσοφος Τζοβάνι Τζεντίλε, πρόσωπο-κλειδί στα ζητήματα παιδείας και πολιτισμού του καθεστώτος, και τελευταίος Υπουργός Παιδείας, το έγραφε ξεκάθαρα: Το άρθρο 22 του νόμου περί πανεπιστημιακής διδασκαλίας, «με μια μικρή προσθήκη θα μπορούσε να επιλύσει το λεπτό και φλέγον, τώρα πια, ζήτημα του εκφασισμού των Ιταλικών Πανεπιστημίων».

Το πανεπιστήμιο, βέβαια, δεν ήταν ο μόνος χώρος παρέμβασης του καθεστώτος στο πεδίο του πολιτισμού. Ο Μουσολίνι φρόντισε εξαρχής να συνάψει αρραγείς δεσμούς με ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης. Οι παλιοί του σύντροφοι, ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι και ο Γκαμπριέλε Ντ΄ Ανούντζιο, είναι μόνο οι γνωστότερες ψηφίδες ενός πολύπλοκου ψηφιδωτού. Η συνεργασία αυτών των δύο ήταν άμεση, άρχισε από τα πρώτα βήματα του φασισμού, πριν ο Μουσολίνι βρεθεί στην εξουσία, αλλά και πολύπλοκη: στηριζόταν περισσότερο σε λόγους αισθητικής παρά πολιτικής φύσης, έχει την ρίζα της στην εικόνα τους για τον πρωτοφασισμό ως πρωτοποριακό κίνημα ριζικής αναγέννησης του κόσμου, και πέρασε πολλές διακυμάνσεις. Οι δύο περιπτώσεις επισκιάζουν, μάλλον, με την αίγλη τους και την διασημότητά τους, την οποία δάνεισαν στο καθεστώς, παρά διαφωτίζουν την συνολική εικόνα της σχέσης διανοουμένων και φασισμού.

Μια σχέση η οποία χτίστηκε, καταρχάς, με την ίδρυση θεσμών. Το 1925 ιδρύεται το Εθνικό Φασιστικό Ινστιτούτο Πολιτισμού, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Ινστιτούτο Φασιστικού Πολιτισμού. Ο ιδρυτής του ήταν ο Τζοβάνι Τζεντίλε. Στις 18 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ιδρύεται το Ινστιτούτο Τζοβάνι Τρεκκάνι, έργο του οποίου ήταν η συγγραφή της Ιταλικής Εγκυκλοπαίδειας ενώ, ένα χρόνο μετά, ιδρύεται η Ιταλική Ακαδημία, η οποία ανοίγει τις εργασίες της στις 28 Οκτωβρίου 1929. Από το 1930 ως τον θάνατό του, πρόεδρός της ήταν ο Τζουλιέλμο Μαρκόνι, τον οποίο διαδέχθηκε ο Γκαμπριέλε Ντ Ανούντζιο. Ενώ η Ακαδημία αποτέλεσε μάλλον την «βιτρίνα» του καθεστώτος στο εξωτερικό, τα άλλα δύο ινστιτούτα αποσκοπούσαν κυρίως στην ένταξη των ανθρώπων του πνεύματος και της επιστήμης στη «νέα κατάσταση», διά της επαγγελματικής αποκατάστασης αλλά και της απόδοσης τιμών – και μάλιστα, σε μια ένταξη δίχως αποκλεισμούς πολιτικής ή ιδεολογικής φύσης: πολλοί ήταν οι αντίπαλοι του καθεστώτος οι οποίοι βρήκαν μια θέση εργασίας σε αυτές τις δομές και οι οποίοι, μετά το 1943, πέρασαν στην παρανομία ή και ανέβηκαν στο βουνό ως αντάρτες. Ο μεγαλύτερος ιταλός φιλόσοφος της εποχής, ο Τζεντίλε, τελικός υπεύθυνος για τη λειτουργία τους, θεωρούσε ότι οι άξιοι θα έπρεπε να προσλαμβάνονται, όχι μόνο διότι αυτός ήταν ένας τρόπος ενσωμάτωσής τους (ή τουλάχιστον παθητικής αποδοχής της ισχύουσας κατάστασης, εκ μέρους τους), αλλά και γιατί πίστευε ότι το υψηλό επίπεδο των πολιτιστικών θεσμών θα απέβαινε, εντέλει, υπέρ τής (σύμφωνης με το όραμά του) πνευματικής αναγέννησης της Ιταλίας.

Εκτός από την επαγγελματική αποκατάσταση εντός αυτών των δομών, και αμέτρητων άλλων, επιμέρους ή τοπικών, εφαρμόστηκε, κατά την φασιστική εικοσαετία, κι ένα οργανωμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών.
Όταν, το 1944, ο ποιητής Τζουζέπε Ουνγκαρέτι ανακρινόταν ως συνεργάτης του καθεστώτος, δικαιολόγησε το μηνιαίο επίδομα που εισέπραττε από το κράτος, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για μια «αποζημίωση» που δινόταν σε «αξιοσέβαστες προσωπικότητες», για να μπορούν να κάνουν απερίσπαστα τη δουλειά τους. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιταλό ποιητή, ήταν ένα είδος κρατικής επιχορήγησης, σαν αυτή που εισέπραττε ένας αγρότης «για να κάνει ξανά γόνιμο ένα χωράφι», ή ένας επιστήμονας «για να συνεχίσει μια εργαστηριακή έρευνα».

Βέβαια, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Ας κοιτάξουμε τον μηχανισμό: η διαδικασία για την χορήγηση κρατικής ενίσχυσης άρχιζε με μια αίτηση του ενδιαφερόμενου. Τα χρήματα δίνονταν από ένα μυστικό κονδύλι, το οποίο δεν εγγραφόταν στον Προϋπολογισμό, και το οποίο κατέληγε στο Υπουργείο Λαϊκής Κουλτούρας, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας. Στην κορυφή του μηχανισμού βρισκόταν μια τριάδα: ο Μουσολίνι, ο αρχηγός της αστυνομίας και ο υπουργός Λαϊκής Κουλτούρας. Η αίτηση γινόταν στον υπουργό, αυτός την έστελνε απευθείας στον Μουσολίνι, ο οποίος την συνεξέταζε με τον αρχηγό της αστυνομίας. Κατόπιν, εφόσον η αίτηση εγκρινόταν, ο δικαιούχος όφειλε να στείλει μια ευχαριστήρια επιστολή, η οποία έμπαινε στο φάκελο της υπόθεσης.[2] Από το 1932 ως το 1943 δόθηκαν, με αυτό τον τρόπο, περισσότερα από 600 εκατομμύρια λίρες σε 906 διανοούμενους και 387 εφημερίδες και περιοδικά. Από αυτούς, διακόσιοι εισέπρατταν ένα μηνιαίο επίδομα, κάτι που τους έκανε, κατά κάποιον τρόπο, «εξωτερικούς συνεργάτες» του καθεστώτος. Στο πλαίσιο της «συνέχειας του κράτους», μετά το 1945 άπαντες, σχεδόν, συνέχισαν, αδιατάρακτοι, να «γονιμοποιούν τα χωράφια τους».

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός
. Το κείμενο δημοσιεύεται στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (26.10.2013).

_______________

Σημειώσεις

[1] Giorgio Boatti, Preferirei di no, Einaudi, 2001 και Helmut Goetz, Il giuramento rifiutato. I docenti universitari e il regime fascista, La Nuova Italia, 2000.
[2] Giovanni Sedita, Gli intellettuali di Mussolini. La cultura finanziata dal fascismo, Le Lettere , 2010

Δεν τσιμπάμε. Το βραχιολάκι θα φέρει περισσότερη φυλακή

bracelet surveillance

Αναδημοσίευση από την Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων

Ύστερα από πολλές εξαγγελίες, «διαρροές», δημοσιεύματα και αρθρογραφία (ακόμα και lifestyle περιεχομένου) στον Τύπο το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατέθεσε προς ψήφιση τη θεσμοθέτηση του συστήματος γεωεντοπισμού (βραχιολάκι) για τους κατάδικους και τους υπόδικους των ελληνικών φυλακών.

Ως Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων έχουμε επανειλημμένα τοποθετηθεί και θα συνεχίσουμε να τοποθετούμαστε εναντίον του μέτρου αυτού, τόσο θεωρητικά, αξιακά όσο και σε σχέση με την εφαρμογή του στην Ελλάδα, αυτή τη χρονική στιγμή, από αυτή την κυβέρνηση και από αυτό το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το εν λόγω νομοθέτημα (πρόχειρο και επικίνδυνα γενικόλογο ως προς τις «λεπτομέρειες» της εφαρμογής του) προβάλλει στην αιτιολογική του έκθεση ως βασικό του στόχο την αποσυμφόρηση των φυλακών. Ωστόσο από τη μία οι πάρα πολλές εξαιρέσεις αδικημάτων και από την άλλη η επέκταση του μέτρου σε αδειούχους, υπόδικους και ανήλικους ξεσκεπάζει τον… αγαθό σκοπό της αποσυμφόρησης ως προσχηματικό.

Σε ό,τι αφορά τους υπόδικους, ο νόμος προβλέπει –χωρίς να δεσμεύεται– ότι τα ηλεκτρονικά δεσμά θα αντικαθιστούν την προφυλάκιση. Ωστόσο η εμπειρία μας μάς υποδεικνύει το αντίθετο, ότι το βραχιολάκι θα αντικαταστήσει τους περιοριστικούς όρους και όχι την προφυλάκιση, θα εφαρμοστεί δηλαδή σε ανθρώπους και αδικήματα που δεν θα προφυλακίζονταν ούτως ή άλλως.

Σε ό,τι αφορά την άδεια –η οποία ορίζεται από τον ίδιο τον σωφρονιστικό κώδικα ως προστάδιο της επιστροφής του κρατουμένου στην κοινωνία, ως ευεργέτημα και δοκιμασία που βασίζεται στην εμπιστοσύνη– το υπουργείο ισχυρίζεται και πάλι ότι θα μετατρέπεται σε άδεια με ηλεκτρονική παρακολούθηση για τις κατηγορίες εκείνες των κρατουμένων που μέχρι τώρα δεν την έπαιρναν. Δεν τους πιστεύουμε, ούτε εμείς ούτε καν η μειοψηφία της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, η οποία διατυπώνει τον προβληματισμό ότι η φιλοσοφία του θεσμού αλλοιώνεται μια για πάντα

Για τους ανήλικους, πολλοί από τους οποίους θα υποχρεώνονται να πηγαίνουν ακόμη και στο σχολείο τους με το βραχιολάκι, θεωρούμε αδιανόητη και μόνο τη συζήτηση.
Επιπλέον, ο φορέας που θα διαχειρίζεται και θα διατηρεί τα δεδομένα κίνησης των κρατουμένων, παραμένει άγνωστος, το μόνο που μας είπαν είναι ότι θα το αναλάβει «κάποια ιδιωτική εταιρεία». Το κόστος, απροσδιόριστο και αυτό, θα βαρύνει τον κρατούμενο, εκτός και αν είναι άπορος. Εμείς όμως ξέρουμε καλά ότι πλέον πολλοί κρατούμενοι, χωρίς να είναι τυπικά άποροι, δεν κάνουν καν χρήση της άδειάς τους επειδή δεν έχουν λεφτά για τα εισιτήρια. Υποψιαζόμαστε λοιπόν ότι πολλά… χωράφια θα πουληθούν για να τραφεί η ιδιωτική τους ηλεκτρονική παρακολούθηση.

Όμως, πέρα από το γράμμα του νόμου, υπάρχει και το πνεύμα. Και σε ό,τι αφορά το βραχιολάκι αυτό το πνεύμα είναι η αυστηροποίηση του σωφρονιστικού συστήματος η διάχυση της φυλακής, η εμπέδωση της επιτήρησης στην κοινωνία. Τα ωραία περιτυλίγματα περί «λιγότερης φυλακής» δεν μας λένε τίποτα. Αν το υπουργείο ήθελε αποσυμφόρηση θα εφάρμοζε όλες αυτές τις εναλλακτικές ποινές κράτησης που ήδη προβλέπονται από τον νόμο (ημιελεύθερη διαβίωση, κοινωφελής εργασία, κατ’ οίκον περιορισμός).
Ειδικά μάλιστα αν συνδυάσουμε την ψήφισή του με απειλές του τύπου «και πάλι καλά να λέτε που δεν καταργούμε τις άδειες όπως μας εισηγούνται», που ακούσαμε ανεπίσημα αλλά από τα πιο επίσημα χείλη, θα χαρακτηρίζαμε αυτό το νομοσχέδιο ακραία κατασταλτικό πισωγύρισμα.

Γνωρίζουμε καλά ότι πολλοί κρατούμενοι περιμένουν με αγωνία την ψήφιση του νόμου. Τους κατανοούμε απολύτως – οτιδήποτε μπορεί να σε βγάλει μια ώρα αρχύτερα από την κόλαση των ελληνικών φυλακών είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ως σανίδα σωτηρίας. Αλλά ας μην προσβάλλουμε τους κρατούμενους βαφτίζοντας τον ηθικό εκβιασμό των ίδιων και των οικογενειών τους επιλογή. Η δική μας θέση ήταν και θα είναι πάντα δίπλα τους, χωρίς κανέναν διαχωρισμό. Ωστόσο η εκτίμησή μας παραμένει ότι αυτό το μέτρο θα είναι ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα παραπλάνησης και εμπαιγμού των κρατούμενων, ένα μέτρο που ευαγγελίζεται λιγότερη φυλακή, άλλα θα φέρει περισσότερη φυλακή για όλους.

"Ονειρεύομαι, δεν υποχωρώ, ζω"

Μια πολύ καλή προσπάθεια των μαθητών του 6ου Γυμνασίου(!) παρακαλώ, της Πάτρας, αυτό το μικρό stop motion animation, πραγματέυεται τον έλεγχο που ασκείται στις ζωές όλων μας, καθώς και την αξία της διαφορετικότητας.